ὁδ.Τσόχα 39 - Ἀμπελόκηποι Μετόχιον τῆς Ἱ.Μονῆς Πετράκη

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Δεκαπενταύγουστος



ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙΝ

ξιόν στιν, ς ληθς, μακαρίζειν σε τν Θεοτόκον, τν ειμακάριστον κα παναμώμητον κα Μητέρα το Θεο μν. Τν τιμιωτέραν τν Χερουβὶμ κα νδοξοτέραν συγκρίτως τν Σεραφίμ, τν διαφθόρως Θεν Λόγον τεκοῦσαν, τν ντως Θεοτόκον, σ μεγαλύνομεν.
 
γν κα σπιλη Παρθένος, ταπειν κόρη τς Ναζαρέτ, φύλαξε τν αυτό της καθαρ π κάθε μολυσμ σαρκς κα πνεύματος, στάθηκε μακρι π κάθε λικ κα κάθαρτη δονή. Τροφ κα τρυφή, πόλαυσι κα χαρ τς ταν μελέτη το λόγου το Θεο.
Παρθένος πίστεψε, γάπησε, λάτρεψε τ Θε κα φοσιώθηκε στὸ Θεό. Προσπάθησε κα κατόρθωσε ν μείνη μακρι π τ κακ κα τν μαρτία. γωνίσθηκε, πάλεψε κα νίκησε μ τ χάρι το Θεο κάθε νθρώπινη δυναμία. πέφυγε σχέσεις κα συναναστροφς νομες κα στερεώθηκε στν ρετή.
ΣΤΑΘΗΚΕ μ κλονήτη πίστι στὸ Θεό, κε πο ξεχύνονται φθονα, καθάρια, κρυστάλλινα νερά, πως κριβς τ δένδρο πο εναι φυτεμένο παρ τὰς διεξόδους τν δάτων, στὴν πηγ το ζντος δατος.
ΠΟΤΙΣΘΗΚΕ μ λες τὶς χάρες κα τὶς δωρες το γίου Πνεύματος μέσ᾿ π τν διάκοπη μελέτη το λόγου το Θεο.
ΞΕΧΩΡΙΣΕ τ φς π τ σκοτάδι. Διέκρινε τ ζω π τ θάνατο, τ αώνια π τ πρόσκαιρα πράγματα, τ φθαρτα π τ φθαρτά, τ πουράνια π τ πίγεια.
ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΞΕ τ φς, τ ζωή, τ αώνια, τ φθαρτα, τ πουράνια. Κα κλογ κα ποφασί της ταν δική της, λεύθερη κα βίαστη, πως πρέπει νά᾿ναι κλογ κα ποφασι το κάθ᾿ νθρώπου.
ΒΡΕΘΗΚΕ τσι « μόνη ν γυναιξν ελογημένη κα καλή». «Τν φιλοθέων φιλοθεωτέρα κα τν γίων γιωτέρα», «ψηλοτέρα τν ορανν κα καθαρωτέρα λαμπηδόνων λιακν», «τιμιωτέρα τν Χερουβμ κα νδοξοτέρα συγκρίτως τν Σεραφίμ». Παναγία. «γνείας θησαύρισμα, δύπνοον κρίνον, θυμίαμα εοσμον, μύρον πολύτιμον».
ΑΠΟΔΕΙΧΤΗΚΕ μόνη ξια ν δεχτ στν παναγία ψυχή της τ Πνεμα τ γιον κα ν γεννήση τν Υἱὸ το Θεο, τ Λυτρωτ το κόσμου. ποδείχτηκε μόνη πο μποροσε κα πο μ κρα ταπείνωσι πρόσφερε στὸ Θε τν νθρώπινη φύσι, γι ν τν ξαγιάση κα ν τν θεοποιήση.
ΚΑΤΑΞΙΩΘΗΚΕ χάρις στὴν νάρετη ζωή της, ν γίνη Μητέρα το Θεο, «Μητέρα το Φωτός», Μητέρα τς Ζως, «Χαρς δοχεον», «δμ πανόρθωσις, το δου νέκρωσις», «τ Παλάτιον το μόνου Βασιλέως, πύρινος θρόνος το Παντοκράτορος», « γλυκασμς τν γγέλων, τν θλιβομένων χαρά», σκέπη, βοήθεια, καταφυγ κα τ στερέωμα τν πιστν.
ΤΙΜΗΘΗΚΕ π τ Θε σο κανένας λλος σ γ κα ορανό. γινε στ χέρια το Θεο τ μέσο μ τ ποῖο πραγματοποίησε τ «χρόνοις αωνίοις σεσιγημένον μυστήριον», τ «μυστήριον τ κεκρυμμένον π τν αώνων κα π τν γενεν», τ Μυστήριον τς Οκονομίας το Θεο γι τ λύτρωσι το νθρωπίνου γένους. τσι ἔγινε κλίμακα πο νεβάζει π τ γ στὸν ορανό, γινε «τ κλειδ πο νοίγει σ κάθε πιστ τ Βασιλεία το Χριστο κα λπίδα τν αωνίων γαθν». Τιμήθηκε τόσο, στε ν «εωδιάζη π τ ρωμα το Χριστο κα ν μᾶς χορηγ τ ζω τν μυστικν πολαύσεων», πως λέγει μνδός.
ΥΨΩΘΗΚΕ κα δοξάσθηκε π τ Θε Παρθένος τόσο, σο κανένα λλο πλάσμα.
Εναι λοιπόν, ξιον, λήθεια, νὰ μακαρίζη κανείς, ν σέβεται κα νὰ τιμ κα μ κάθε τρόπο ν κδηλώνη τν ελάβεια, τ σεβασμ κα τν γάπη του πρς τν Θεοτόκο, πο κατ λόγον δικαιοσύνης εναι «ειμακάριστος», γιατ διαφύλαξε πάνω π κάθε μμο, πάνω π κάθε μολυσμ τν αυτό της κα τν πρόσφερε στὸ Θεό. Εναι ξιον λήθεια ν μακαρίζη κάθε νθρωπος, πολ δ περισσότερο κάθε πιστός, τ Μητέρα το Θεο.
Λατρεία στὸν ησο, τιμ κα προσκύνησι στὴν Παναγία Μητέρα Του, πο κατόρθωσε ν γίνη μ τος πνευματικος γνες της, ξια το Θεο

Εναι ξιο ν τιμ κανες κα ν μακαρίζη τ Θεοτόκο πρτα γι τ δικά της πνευματικ κατορθώματα, γι τν προσωπικη της ρετή, γι τν πίστι κα τν κρα ταπείνωσί της, γι τν τελείωσί της στν γάπη, γι τ θεληματικ ποταγή της στὸ θεο θέλημα, ρετς γι τὶς ποῖες πρτος Θες τν τίμησε, τν ψωσε κα τ δόξασε.
στερα εναι λήθεια ξιο ν μακαρίζη κανες τ Θεοτόκο, ς Μητέρα το Θεο. Εναι πράγματι βέβηλα τ χείλη κείνων, πο δν προσκυνον τ σεπτ εκόνα της, πο δν τιμον τν χράντη Μητέρα το Κυρίου. Τ «σκοπιμώτατον τέλος τς δημιουργίας», τ «μέγα θαμα τς οκουμένης». πως λέγει γιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, εναι κριβς « καρπς τν κτισμάτων», «Πάναγνη», πο πηρετε στὴν κπλήρωσι τς προαιώνιας βουλς το Θεο, πο εναι νανθρώπισι.
«Ἄξιόν στιν ς ληθς...»
Ναί, εναι ξιο ν μακαρίζη κανες τ Θεοτόκο, τ Μητέρα το Θεο. Ποος μως εναι κανς ν πλέξη πάξιο γκώμιο στ Μεγαλόχαρη; π τ στιγμ πο πρόσφερε τν αυτό της καθαρ στὸ Θε κα συνέλαβε «κ Πνεύματος γίου» τν Υἱὸ κα Λόγο το Θεο, π τ στιγμ πο τν πεσκίασε δύναμις το ψίστου (Λουκ. α´ 35) θ τν μακαρίζουν λες ο γενες τν πιστν (Λουκ. α´ 48).
Ποος μως εναι κανς ν τν γκωμιάση; Ο γγελοι κα ο ρχάγγελοι, ο Προφτες κα ο πόστολοι, ο μολογητὲς τς πίστεως κα ο Μάρτυρες, ο γιοι κα ο πολύφθογγοι ήτορες στάθηκαν φωνοι μπροστ στν χραντη Μητέρα το Κυρίου. ερς μνδς περιγράφει τ δέος κα τν δυναμία το ρχαγγέλου Γαβριήλ, ποος παραμένοντας φωνος μπροστ στὸ κάλλος τν ρετν της, ρκεται στὸ ν τς ναγγείλη πλς τ θεο μήνυμα (Λουκ. α´ 28-30):
«Τν ραιότητα τς παρθενίας σου
κα τ πέρλαμπρον τ τς γνείας σου
Γαβριλ καταπλαγείς, βόα σοι, Θεοτόκε,
Ποόν σοι γκώμιον προσαγάγω πάξιον;
Τ δ νομάσω σε; πορ κα ξίσταμαι·
διό, ς προσετάγην, βο σοι· Χαρε, Κεχαριτωμένη».
Κα πραγματικά, πως πολ εστοχα ναφωνεῖ νας ρχαος κκλησιαστικς συγγραφέας, πιφάνιος πίσκοπος Κύπρου, «Τίς κανς τοιοτον φράσαι μυστήριον; Ποον δ φθέγξασθαι στόμα ποία γλσσα λαλῆσαι περ τς μεγαλωνύμου... Θεοτόκου Μαρίας, τς μητρς το Κυρίου;... Ατη γρ κα τς τν ορανν δυνάμεις ξένισε». πως λέγει ερς ωάννης Δαμασκηνός, λα στν Παρθένο «εναι παντς κούσματος νώτατον κουσμα». Κα ατιολογε διος γιος: «Ο γρ ατη τν γκωμίων προσδες τν παρ᾿ μν, λλ᾿ μες τς παρ᾿ ατς δόξης πιδεες. Τ γρ δεδοξασμένον πς δοξασθήσεται; πηγ το φωτς πς φωτισθήσεται»; (Γ´ Λόγ. Στν Κοίμησι).
Μεγαλόχαρη δοξάσθηκε π τ Θεό. «Ζ γρ γώ, λέγει Κύριος, κα τος δοξάζοντάς με δοξάσω».
ξάλλου, πως λέγει γιος Βασίλειος Σελευκείας, «τ μέγα τς Θεοτόκου μυστήριον κα διανοίας κα γλώσσης στν νώτερον».
Ποος λοιπν εναι ξιος ν πλέξη πάξιο γκώμιο στ Θεοτόκο; Ποος εναι κανς ν τν μνήση; Εναι χρέος γι κάθε πιστ ν μακαρίζη, ν τιμ, ν μνῆ κα ν δοξάζη τν Μητέρα το Κυρίου. λλ᾿ ατὴ προσπάθειά μας εναι τόλμημα. Κα ξεθαρρεύουμε ν τν μνοῦμε μ τ πήλινα χείλη μας, γιατ πιστεύουμε τι Μητέρα το Κυρίου μας γινε, μ τ θέλησι το ησο, κα Μητέρα λων τν πιστν. Πιστεύουμε πὼς σν στοργικ Μητέρα πο εναι, δέχεται κα τ ψελλίσματα, τος στεναγμος κα τ δάκρυα τν νηπίων παιδιν της. Γι᾿ ατὸ κα σ κάθε δύσκολη στιγμ τς ζως μας σ Κείνην καταφεύγουμε. Γονατίζουμε μπροστ στ χάρι της κα ζητᾶμε τ βοήθειά της. Δέχεται τν σθενική μας πίστι κα θεραπεύει μ τ χάρι της τὶς ψυχικς κα τὶς σωματικές μας σθένειες. κούει τὶς παρακλήσεις μας κα τος τελες μας μνους. ερς μνδς Κοσμς μοναχς στν θ´ δ τν Θεοφανείων λέγει:

«πορε πσα γλσσα, εφημεῖν πρς ξίαν·
λιγγι δ νος κα περκόσμιος, μνεῖν σε Θεοτόκε·
μως γαθ πάρχουσα, τν πίστιν δέχου·
κα γρ τν πόθον οδας τ νθεον μν·
Σ γρ χριστιανν προστάτις. Σ μεγαλύνομεν».
Βαθει εναι συναίσθησις γγέλων κα νθρώπων κα βρίσκονται σ πορία στὸ ν μνήσουν τ Θεοτόκο. Κα ατς κόμη περκόσμιος νος, ο γγελοι δηλαδή, καταλαμβάνονται π λιγγο ν τν γκωμιάσουν. Πιστεύουμε μως στ στοργ κα τ μητρική της γάπη κα προστρέχουμε στ σκέπη της κα τν παρακαλομε ν δεχθ τ παιδικά μας τραυλίσματα. Κα Μεγαλόχαρη μᾶς σκεπάζει μ τ χάρι της κα μ τ δύναμί της.
Μέσα στὸν πόνο κα τν δύνη μας, σ κάθε δύσκολη στιγμ τς ζως, «Παναγιά μου» φωνάζουμε. Τ Μεγαλόχαρη κετεύουμε ν μᾶς λυτρώση π τ δεινά. Κα λοι, σοι τν παρακαλον μ πίστι παίρνουν τ χάρι της κα τν ελογία της. Κανες δὲν φυγε ντροπιασμένος π κοντά της. λοι ο πιστο νοιώθουν ζωντανή, στοργικ τν παρουσία της στὸ κάθε τους βμα. Μεγαλόχαρη μᾶς παραστέκει, μᾶς στηρίζει, μᾶς νισχύει, μᾶς παρηγορε, μᾶς προστατεύει κα μᾶς σκεπάζει μ τ χάρι της. Εναι πάνω π᾿ λα Μητέρα. χι μόνο τς χαρς, μ κα Μητέρα το πόνου. Γι᾿ ατ κα κραυγάζουμε: «Παναγιά μου, Μεγαλόχαρη, κάνε καλ τ παιδί μου, φώτισε τν παραστρατημένο, σῶσε μας, λυπήσου μας...» Σ᾿ ατος τος στεναγμος κα σ λες τὶς κραυγς τς δύνης μας σπεύδει γαθή, παναχράντη Μητέρα κα μᾶς διασζει π κάθε κίνδυνο, μᾶς θεραπεύει π κάθε χαλεπ σωματικ κάκωσι κα χαρίζει τν ασι σ κάθε ψυχή, πο πον κα ποφέρει. ερς μνδς κφράζοντας τὶς πνευματικς μπειρίες κα τ βιώματα τν πιστν, ψάλλει:
«Πρς τίνα, καταφύγω λλην, γνή; Πο προσδράμω λοιπν κα σωθήσομαι; Πο πορευθ; Ποίαν δ φεύρω καταφυγήν; Ποίαν θερμν ντίληψιν; Ποίαν ν τας θλίψεσι βοηθόν; Ες σ μόνην λπίζω, ες σ μόνην καυχῶμαι κα π σ θαῤῥῶν κατέφυγον».
λοι μας χουμε δεχθ τν προστασία κα τν γάπη της. λοι ασθανόμαστε τν νάγκη ν τς κφράσουμε τν εγνωμοσύνη μας γι τὶς τόσες εεργεσίες της. «Εναι ξιο, λήθεια, ν τν μνοῦμε κα ν τν γκωμιάζουμε». Ποιό μως θ ταν τ πι πάξιο γκώμιο, πο θ τ δεχόταν μ μεγάλη εχαρίστησι Παναγία Μητέρα μας; Τί θ μπορούσαμε μεῖς ο νάξιοι ν τς προσφέρουμε; χουμε τίποτε λλο κτς π τίς μαρτίες μας;
Ναί. χουμε ν τς δώσουμε τν πόσχεσι τι π τώρα κα στὸ ξς θ ζήσουμε μ τ χάρι της, σύμφωνα μ τ Εαγγέλιο το Κυρίου μας ησο Χριστο. ναρέτη ν Χριστ ζωή μας εναι τ καλύτερο γκώμιο, πο μπορε κανες ν πλέξη πρς τν Θεοτόκο κα Μητέρα το Θεο. ξάλλου ατ εναι κα δική της θέλησι. Ατ τ μεταστροφ κα τν νάρετη ζω ζητε π᾿ λους μς, ὅταν δείχνοντάς μας τ Χριστ λέγει: «,τι ν λέγει μν ποιήσατε» (ωάν. β´ 5). «λλ Παναγιά μου, Μεγαλόχαρη, σ πο εσαι νώτερη π κάθε παινο κι᾿ π κάθε νομα, μ τ ποῖο θ μποροσε κανες ν σ νομάση, δέξου τν μνο μας ατν κα μ παραβλέψης τν προθυμία μας. Δσε μας τ χάρι σου ν μπορέσουμε ν κατανοήσουμε τ δόξα σου κα ν ψάλλουμε σο τ δυνατν καλύτερα τ μεγαλεῖα σου κα τώρα, σ᾿ ατν δῶ τ ζωή, λλ κα στν λλη, τν αώνια. μν (Νικολ. Καβάσιλα, στν Κοίμησι).

π.Στέφανος Πουλῆς. Βλέπετε-γρυπνετε-Προσεύχεσθε. κδοση Περιοδικο ΑΝΑΠΑΛΜΟΙ. θναι 1987.  σελ. 35-45