ὁδ.Τσόχα 39 - Ἀμπελόκηποι Μετόχιον τῆς Ἱ.Μονῆς Πετράκη

Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Τελώνου και Φαρισαίου



Φαρισαίου φύγωμεν υψηγορίαν…

«Φαρισαίου φύγωμεν ὑψηγορίαν, καί Τελώνου μάθωμεν,
τό ταπεινόν ἐν στεναγμοῖς, πρός τόν Σωτῆρα κραυγάζοντες·
Ἲλαθι μόνε ἡμῖν εὐδιάλλακτε»

Όταν μέσα στην ψυχή του ανθρώπου φωλιάσει ο Όφις ο αρχαίος, ο Δράκων, την κατατρώγει σιγά – σιγά και τη θανατώνει. «Ο αντίδικος ημων Διάβολος» δεν μπορεί να μας βλάψει, αν εμείς δε το θελήσουμε. Είναι αδύναμος. Αλλά δεν εγκαταλείπει τη φθοροποιό προσπάθειά του. Στήνει παγίδες παντού. «Μετασχηματίζεται ακόμη και εις άγγελον φωτός» με σκοπό να πλανήσει ακόμα και τους εκλεκτούς. Αλίμονο σ’ αυτόν, που δεν προσέχει και δεν προσεύχεται.

Όταν αλωθεί η ψυχή του ανθρώπου από τον Εγωϊσμό, όταν φωλιάσει μέσα στην καρδιά το θανατηφόρο αυτό Πάθος, τότε ο άνθρωπος χάνει τον πραγματικό, τον γνήσιο εαυτό του. Πλάθει ένα ψεύτικο εαυτό. Θεωρεί τον εαυτό του άγιο και τους άλλους «παρακατιανούς», αμαρτωλούς. Γίνεται ακατάδεχτος, κομπαστής, υψήγορος, αλαζών, σχηματίζει μια πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, αλλοιώνεται ο χαρακτήρας του «την καλήν αλλοίωσιν». Κουρελιάζει την προσωπικότητα των άλλων με τη στάση του και με την συμπεριφορά του. Χωρίς Αγάπη, καυχιέται για τις φανταστικές αρετές του, σαν τον Φαρισαίο της Παραβολής: «Εγώ, Θεέ μου, δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους…» (πρβλ Λουκ. 18, 10 – 14).

Πόσο τυφλός, αλήθεια, είναι κάθε Φαρισαίος… και πόσο δυστυχής… Περιφρονεί τους αδελφούς του, τους συνανθρώπους του, που είναι εικονίσματα του Θεού, και δεν θέλει να καταλάβει ότι με τον τρόπο αυτό έρχεται αντιμέτωπος με το Θεό, παραβαίνοντας την Εντολής της Αγάπης. Δεν θέλει να καταλάβει πως έτσι χωρίζεται από το Θεό. Διότι «Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» (Παροιμ. 3, 34). Και είναι πραγματικά μισητός στο Θεό ο Εγωϊστής, ο καυχησιάρης, ο αλαζών άνθρωπος: Διότι είναι «βδέλυγμα παρά τω Θεω», είναι «ακάθαρτος παρά τω Θεω πας υψηλοκάρδιος» (Παροιμ. 16, 5). Είναι βρωμερός ενώπιον του Θεού κάθε υπερήφανος, κάθε εγωιστής.
 
Οι συνέπειες για κάθε περιφρονητή της Αγάπης, για κάθε κομπαστή είναι φοβερές και ολέθριες. Ο Κύριος προκειμένου να αποφύγουμε την υψηγορία του Φαρισαίου, μας προστάζει να θανατώσουμε το Θηρίο, που φωλιάζει εντός μας, να ταπεινωθούμε ενώπιον του Θεού σαν τον Τελώνη. Διότι είναι πλέον ή βέβαιον ότι «Πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινων εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ 18, 14).

«Φαρισαίου φύγωμεν ὑψηγορίαν, καί Τελώνου μάθωμεν, τό ταπεινόν ἐν στεναγμοῖς, πρός τόν Σωτῆρα κραυγάζοντες· Ἲλαθι μόνε ἡμῖν εὐδιάλλακτε»

π. Στέφανος
ΑΝΑΠΑΛΜΟΙ

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

οι Τρεις Μεγάλοι της Οικουμένης


ΦΩΣΤΗΡΕΣ ΤΗΣ ΤΡΙΣΗΛΙΟΥ ΘΕΟΤΗΤΟΣ
Οι τρείς μέγιστοι φωστήρες της Τρισηλίου Θεότητος, Βασίλειος ο Μέγας, «ὁ ἒνθεος νοῦς», Γρηγόριος ο Θεολόγος, «ἡ θεία φωνή», και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «ὁ παγκόσμιος λαμπτήρ», υπήρξαν οι εξοχώτερες μορφές της Χριστιανοσύνης, κορυφαίοι πατέρες και διδάσκαλοι της Οικουμένης, μαρτυρικοί ομολογηταί της Ορθοδόξου Πίστεως.
Ανεδείχθησαν πατέρες θεοφόροι, πρόμαχοι του θείου λόγου, αστείρευτοι ποταμοί του Πνεύματος, ιεροί μύστες και θεραπευτές της αληθούς επιστήμης.
Ψυχές καθαρές, οι άγιοι, εφλέγοντο από τον πόθο της ενώσεως τους με τον Θεό, διέπρεψαν στις αρετές, ανέβησαν σε ύψος θείας αναβάσεως και κατόρθωσαν με την «κατ’ ἐπίγνωσιν» πίστιν των και την τελεία αγάπη τους στον Χριστό, να κατοπτεύσουν τα απόρρητα και θεία μυστήρια του Θεού, να τα διακηρύξουν σ’ όλον τον κόσμον και να γίνουν οι σοφότεροι κήρυκες της ευσεβείας.
Έταξαν σκοπόν της ζωής τους να υπηρετήσουν την Εκκλησία του Χριστού, να υπηρετήσουν σαν λειτουργοί του Υψίστου σωστά το ιερό Θυσιαστήριον. Έζησαν σε όλη τη ζωή τους μόνο για το Χριστό, την Εκκλησία και την Επιστήμη.
Προκειμένου να θέσουν τον εαυτό τους στην υπηρεσία του Ευαγγελίου, επεδίωξαν και επέτυχαν να γίνουν κάτοχοι όλων των γενικών γνώσεων της εποχής τους, κυρίως δε της Ελληνικής σοφίας, για να μπορούν καλλίτερα να κηρύττουν στον κόσμο τις μεγάλες, τις αιώνιες και ακατάλυτες θρησκευτικές και ηθικές αρχές του Ευαγγελίου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός μιλώντας για τον επιστήθιο φίλο του Μέγα Βασίλειο λέγει ότι ούτος «πᾶσι νόμος ἦν ἀρετῆς» και συγχρόνως ότι του Βασίλειου «βίος ἦν ὁ λόγος». «Μείζω μέν τῆς ἡλικίας τήν παίδευσιν, μείζω δέ τῆς παιδεύσεως τήν τοῦ ἤθους πῆξιν ἐπιδεικνυόμενος· ρήτωρ ἐν ρήτορσι, καί πρό τῶν σοφιστικῶν θρόνων· Φιλόσοφος ἐν φιλοσόφοις, καί πρό τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ δογμάτων· τό μέγιστον, ἱερεύς χριστιανοῖς, καί πρό τῆς ἱερωσύνης· τοσοῦτον ἦν αὐτῷ τό παρά πάντων συγκεχωρηκός ἐν ἅπασιν». «Τοῦ δέ κάλλους μέν, ἡ ἀρετή· μέγεθος δέ, ἡ Θεολογία· δρόμος δέ, τό ἀεικίνητον, καί μέχρι Θεοῦ  φέρον ταῖς ἀναβάσεσι· δύναμις δέ, ἡ τοῦ λόγου σπορά καί διάδοσις». (Migne P. G. 36, 496, 493 κ.λπ.)
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, «τό γρήγορον ὃμμα τῆς χάριτος», «τό πάνσοφον στόμα τοῦ Πνεύματος», «ὁ φωστήρ τῆς οἰκουμένης», υπήρξε πράγματι το «πανθαύμαστον κάλλος τῆς Ὀρθοδοξίας», όπως ψάλλει ο υμνωδός. Εθεωρείτο δε από τον Μέγα Βασίλειο ως ο πλέον κατάλληλος και άξιος να υπηρετήσει το ιερόν Θυσιαστήριον. «Οὐδείς οὗν ἐδόκει Βασιλείῳ χρησιμώτερος τοῦ Γρηγορίου, καί ἰσχυρότερος ἐπισκοπῆς καινουργηθείσης ἀντιλαβέσθαι» (Γρηγ. Πρεσβ. Βίος Γρηγ. Ναζιανζηνού).
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ανεδείχθη επίσης «Οὐράνιος νοῦς, τῆς Ἐκκλησίας τό στήριγμα, χελιδών ἡ εὒλαλος καί πολύφωνος, τῶν ἀρετῶν τό θησαύρισμα, ἐπίγειος Ἂγγελος καί Οὐράνιος ἂνθρωπος, τῶν πιστῶν ὐπογραμμός ». Οι δε λόγοι του είναι στ’ αλήθεια «κανών τῶν ὀρθῶν δογμάτων, πυξίς δέ καί νόμος τοῦ ἐν Χριστῷ ἁγνοῦ βίου».
Τα τρία αυτά μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου και πάγχρυσα στόματα του Λόγου, είναι υποδείγματα άριστα ορθοδόξου πίστεως, θυσιαστικής αγάπης και γενικώς πάσης χριστιανικής αρετής όχι μόνο για κάθε λειτουργό του Υψίστου, αλλά και για κάθε πιστό.
 
Οι λόγοι τους συνιστώνται “ως αριστουργήματα εκκλησιαστικής ρητορικής και ευγλωττίας και ως άριστα πρότυπα εις τους εκκλησιαστικούς ρήτορας”. Είναι πραγματικοί θησαυροί για κάθε πιστό.
Όλη τους η ζωή υπήρξε υποδειγματική, ζωή αγία, ζωή δράσεως υπέρ της Εκκλησίας και της Ορθοδόξου πίστεως. Εμάχοντο «ὑπέρ τῆς ἀληθείας ἂχρι θανάτου» και δεν έκλιναν το γόνυ τους μπροστά σε κανέναν, παρά μονάχα μπροστά στον Χριστό. Δεν έκαναν συμβιβασμούς με τον κόπο, και δεν επρόδωσαν ποτέ τις αρχές του Ευαγγελίου. Δεν εφοβήθησαν μη χάσουν την θέση τους και όσες φορές βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον θάνατο, διεκήρυξαν με στεντορεία φωνή την πίστη τους και την αφοσίωσή τους στο Χριστό και στις αιώνιες αλήθειες του Ευαγγελίου Του.
Ο καθένας από μας οφείλει να σταθεί ευλαβικά μπροστά στις άγιες αυτές μορφές, να μελετήσει τη ζωή τους, να ελέγξει τον εαυτό του και να τον διορθώσει, μιμούμενος τα έργα τους.
Είναι δε εκτός πάσης αμφιβολίας ότι οι τρισμέγιστοι φωστήρες, με τη χάρη του Θεού, έφθασαν στην κορυφή της πυραμίδος της Χριστιανικής Τελειώσεως. Κάθε πιστός, ιδιαίτερα δε κάθε λειτουργός της Εκκλησίας, είναι ανάγκη να μελετήσει καλά τη ζωή και τις συγγραφές των τριών μεγάλων και θεοπνεύστων Οικουμενικών Διδασκάλων, για να μπορέσει σιγά-σιγά και με τη χάρη του Θεού, να κάμει βήματα προόδου πνευματικής και να επιτύχει, όσο είναι δυνατό στον άνθρωπο, την πνευματική του τελείωση μέσα στον κόσμο.
Έτσι, θα κατορθώσει να κάμει το σωστό διαχωρισμό του καλου από το κακό, να ξεχωρίσει το φώς από το σκοτάδι, τα υλικά από τα πνευματικά. Γιατί πράγματι, όπως, πολύ σωστά μάς διδάσκουν «ἒργω καί λόγῳ» οι τρείς μεγάλοι αστέρες του νοητού στερεώματος, όλα τα υλικά, τα κοσμικά «Νύξ ἦν πάντα ἐκεῖνα καί ὂναρ, καί ἡμέρας γενομένης, ἠφανίσθη· ἂνθη ἦν ἀερινά, καί, παρελθόντος τοῦ ἒαρος, ἃπαντα κατεμαράνθη· σκιά ἦν, καί παρέδραμε· καπνός ἦν, καί διελύθη· πομφόλυγες ἦσαν, καί διερράγησαν· ἀράχνη ἦν, καί διεσπάσθη» (Ιω. Χρυσ. Λόγον εις Ευτρόπιον).
Γι’ αυτό ο Μ. Βασίλειος μάς προτρέπει να κάμουμε αυτό το διαχωρισμό και να καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια για την επιμέλεια της ψυχής. «Πρόσεχε σεαυτῷ, τουτέστι· πανταχόθεν σεαυτόν περισκόπει, ἀκοίμητον ἒχε πρός τήν σεαυτοῦ φυλακήν τό τῆς ψυχῆς ὃμμα· ἐν μέσῳ παγίδων διαβαίνεις, κεκρυμμένοι βρόχοι παρά τοῦ ἐχθροῦ παλλαχόθεν καταπεπήγασι… Μή τῇ σαρκί πρόσεχε… ἀλλά πρόσεχε σεαυτῷ, τοὐτέστι τῇ ψυχῇ σου… Πρόσεχε, οὖν σεαυτῷ· μήτε τοῖς θνητοῖς ὡς ἀϊδίοις ἐναπομείνῃς, μήτε τῶν ἀϊδίων ὡς παρερχομένων καταφρονήσῃς… Ὑπερόρα σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελοῦ ψυχῇς, πράγματος ἀθανάτου» (Μ. Βασ. ομιλία εις το πρόσεχε σεαυτω)
Έτσι, χειραγωγούμενος υπό των αγίων Πατέρων, ο πιστός, θα εισέλθει εις τον χώρο του Πνεύματος και θα απολαμβάνει την Πατρική αγάπη και αγαθότητα του Θεού, που είναι άπειρη αγάπη.
Γιατί, όπως λέγει και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (Λόγος 22, 4) ο Θεός μας, τον Οποίον λατρεύομεν, είναι η Αγάπη και χαίρεται ακούων το όνομά Του αυτό, περισσότερο από κάθε τι άλλο. «Ἡμᾶς δέ εἴ τις ἐρωτήσειε, Τί τό τιμώμενον ὑμῖν καί προσκυνούμενον; πρόχειρον εἰπεῖν. Ἡ Ἀγάπη. Ὁ γάρ Θεός ἡμῶν ἡ Ἀγάπη ἐστί. Ρῆσις τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καί τοῦτο χαίρει μᾶλλον ἀκούων ἢ τι ἂλλο ὁ Θεός».
ΑΝΑΠΑΛΜΟΙ
                                                                                                 π. Στέφανος

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

.

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Κύριος Ιησούς Χριστός, η μόνη οδός!



Ενας είναι ο δρόμος της ζωής

«γώ εἰμί ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή»
(Ιωαν. ιδ΄ 6)
Ένας είναι ο δρόμος της ζωής. Είναι ο δρόμος που χάραξε ο Ιησούς με το πανάγιο αίμα Του. Ο Υιός και Λόγος του Θεού, τέλειος Θεός, έγινε για χάρη μας, και τέλειος άνθρωπος. «Εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός καί συνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» προσέλαβε την ανθρώπινη φύση για να την εξαγιάσει και να τη θεοποιήσει, για να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος, τα πλάσματά Του.
Έπαθε για χάρη μας κι άφησε σε όλους εμάς τον εαυτό Του «ὑπογραμμόν», υπόδειγμα, για να ακολουθήσουμε τα ίχνη Του (Α΄ Πέτρ. β΄ 21). Ίχνη που χάραξε με τη σταυρική Του θυσία, με το αίμα Του. Σαρκώθηκε η Αγάπη κι άνοιξε τις Πύλες του Ουρανού. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος, που να οδηγεί από τη γή στον ουρανό, παρά μονάχα ένας, ο Χριστός. «Ἐγώ εἶμαι», λέγει ο Κύριος, «ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή». Και «κανείς δέν ἒρχεται πρός τόν Πατέρα παρά μόνον δι᾿ ἐμοῦ». Και πάλι: «Ἐγώ εἶμαι τό φῶς τοῦ κόσμου, Ἐκεῖνος πού μέ ἀκολουθεῖ δέν θά περπατήση, οὒτε θά βρεθῆ ποτέ στό σκοτάδι, ἀλλά θἂχη μέσα του τό φῶς τῆς ἀληθινῆς ζωῆς» (Ιωάν. η΄ 12).
Ο Ιησούς, ο Λυτρωτής είναι πραγματικά για όλους μας, πιστούς και απίστους, η Οδός, η Αλήθεια, η Ζωή, η Χαρά, το Φώς, η Ανάσταση και η Ειρήνη. Όπως λέγει η Γραφή, ο Χριστός είναι το Α και το Ω, η Αρχή και το Τέλος, ο Πρώτος και ο Έσχατος, ο Ών και ο Ήν και ο Ερχόμενος, ο Παντοκράτωρ (Αποκλ. α΄ 8, κα΄ 6, κβ΄ 13).
Το κάθε τι στην προσωπική, την ατομική, την οικογενειακή, την εκκλησιαστική, την πανανθρώπινη ζωή μας πρέπει να είναι Χριστοκεντρικό. Μάς υποσχέθηκε πως θα είναι και είναι παντοτινά μαζί μας: «Ἰδού ἐγώ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας ἓως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. κη΄ 20). «Ὁ ἂνω τῷ Πατρί συγκαθήμενος καί ᾧδε ἡμῖν ἀοράτως συνών», ο Πανάγαθος επισκοπεί, σκέπει και φρουρεί, συνέχει και συντηρεί τα πάντα. Ο «Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὀ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Εβρ. ιγ΄ 8) είναι ο Πλησίον μας, Καταφυγή, τείχος, σκέπη και κραταίωμα των πιστών.
Η Γραφή και μάλιστα η Καινή Διαθήκη, περιέχει τον πανάγιο λόγο Του, φώς για να φωτίζει το δρόμο μας «από γής προς ουρανόν», πλήρη και τέλεια τροφή και τρυφή των πιστών. Δεν έχουμε ανάγκη από επιπρόσθετες, νέες αποκαλύψεις για τη σωτηρία μας. Όσοι δε ισχυρίζονται πως δέχονται «νέες ελλάμψεις» και νέες «αποκαλύψεις και οράματα» είναι εκ του πονηρού.
Εμείς οι χριστιανοί οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε πως είμαστε απλώς και μόνον μαθητές του Ιησού, «ἀχρεῖοι δοῦλοι», ελευθερωμένοι και λυτρωμένοι με τη θυσία Του, συμφιλιωμένοι με τον Ουράνιο Πατέρα, με το πανάγιο Αίμα Του. Να συνειδητοποιήσουμε ότι οφείλουμε να πιστεύουμε και να λατρεύουμε το Λυτρωτή και να είμαστε στερεωμένοι στην ορθόδοξη πίστη και αμετακίνητοι από την ορθόδοξη παράδοση, που είναι απολύτως σύμφωνη με το γραπτό λόγο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε απεσταλμένοι Του στον κόσμο για να κηρύξουμε το Ευαγγέλιο της Αγάπης Του «πάσῃ τῇ κτίσει» (Μαρκ. ιστ΄ 15). Αυτό σημαίνει να μη ξεφύγουμε καθόλου από το δρόμο, που χάραξε Εκείνος με το αίμα Του. Να ζούμε σύμφωνα με το Νόμο Του. Το κάθε μας βήμα να’ ναι «Μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ». Να συνειδητοποιήσουμε ότι κάθε μας σύναξη πρέπει να’ ναι   Ε  κ  κ  λ  η  σ  ί  α, και μάλιστα ορθόδοξη,   Χ  ρ  ι  σ  τ  ο  κ  ε  ν  τ  ρ  ι  κ  ή.
Εξάλλου, μάς βεβαίωσε ο Ίδιος πως θα είναι ανάμεσά μας, ο μακρόθυμος και φιλάνθρωπος Κύριος: «Οὖ γάρ εἰσί δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ ιη΄ 20). Έξω από την Εκκλησία, πλάνη και αίρεσις. «Εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία». Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε, σαν απεσταλμένοι του Χριστού στον κόσμο, ότι δεν κηρύττουμε τον εαυτό μας ή το δικό μας Ευαγγέλιο, αλλά κηρύττουμε «Ἰησοῦν Χριστόν καί τοῦτον ἐσταυρωμένον» (Α΄ Κορινθ. α΄ 23, β΄ 2). Να συνειδητοποιήσουμε ότι οφείλουμε το κάθε τι στη ζωή μας να ’ναι ομολογία πίστεως και λατρείας του Ιησού. Το κάθε τι, ο λόγος και τα έργα μας, ολόκληρη η ζωή μας να ’ναι για τη δόξα Του, γιατί στο Σωτήρα μας ανήκει η δόξα. Συνεπώς ο καθένας μας οφείλει να ζει και να εργάζεται λέγοντας συνειδητά: «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι» (Ιωάν. γ΄ 30).
Ένας είναι ο δρόμος της αληθινής ζωής, δρόμος ανυπόκριτης και θυσιαστικής αγάπης. Και κάθε συνετός άνθρωπος και μάλιστα κάθε πιστός χριστιανός οφείλει να γνωρίζει ότι «ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῇς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τό κακόν, οὐ χαίρει ἑπί τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δέ τῇ ἀληθεία· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α΄ Κορινθ. ιγ΄ 4-8).
Ο Ευαγγελιστής της αγάπης, ο Ιωάννης, γράφει ότι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί, καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπη  ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ιωάν. δ΄ 16). Κάθε πιστός που θέλει να ακολουθεί το δρόμο της αληθινής ζωής   π  ρ  έ  π  ε  ι   να διαφυλάττει ανόθευτη την ορθόδοξη πίστη, να μένει ενωμένος με το Χριστό, να εργάζεται και να ζεί σαν τον Χριστό μέσα στον κόσμο. Κάθε πιστός οφείλει να είναι άγρυπνος, να προσέχει, ώστε κανείς να μην μπορεί να τον πλανήσει και να τον απομακρύνει από το δρόμο της αληθινής ζωής. Και είμαι σίγουρος πως αν προσέχουμε να μένουμε ενωμένοι με το Χριστό, κανείς δεν θα μπορέσει να μάς πλανήσει. Θα ξεπεράσουμε όλες τις δυσκολίες, θα υπερνικήσουμε όλα τα δεινά, τους πειρασμούς και τα εμπόδια και απολύτως τίποτε δεν θα μπορέσει να μάς πλανήσει. Θα ξεπεράσουμε όλες τις δυσκολίες, θα υπερνικήσουμε όλα τα δεινά, τους πειρασμούς και τα εμπόδια και απολύτως τίποτε δεν θα μπορέσει να μάς χωρίσει από την αγάπη του Χριστού.
«Πέπεισμαι γάρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωή οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαί οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὓψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν» (Ρωμ. η΄ 38-39).


π. Στέφανος

ΑΝΑΠΑΛΜΟΙ