ὁδ.Τσόχα 39 - Ἀμπελόκηποι Μετόχιον τῆς Ἱ.Μονῆς Πετράκη

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Ένας νέος Πύργος Συγχύσεως



«Ἄνθρωπος  ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς  κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη  αὐτοῖς».  (Ψαλμ.μη´,2)
Ἐάν ἐξετάσουμε μέ προσοχή τή ζωή τῆς ἀνθρωπότητος, θά διαπιστώσουμε ὅτι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ζοῦν μέ τήν ψευδαίσθησι τῆς μονιμότητος πάνω στή γῆ. Δέν θέλουν νά ἐννοήσουν «τό βραχύ τῆς ζωῆς» καί τή ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων. Καί μέ τήν ψευδῆ αὐτήν ἐντύπωσι, καί μέ λυσσώδη μανία, διαπράτουν φοβερά ἐγκλήματα. Ἐγκληματοῦν ὄχι μόνον ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ τους, ἀλλά καί ἐναντίον ὀλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος.
Μέ τή συμπεριφορά τους δε αὐτήν, πραγματικά οἰκοδομοῦν ἕνα νέο Πύργο τῆς Βαβέλ, ἕνα νέο Πύργο συγχύσεως.
Εἶναι ὅμως καιρός νά κατανοήσουμε ὅλοι ὅτι ὁ κόσμος καί τά κοσμικά πράγματα εἶναι πρόσκαιρα καί φθαρτά. Δέν παραμένουν, παρέρχονται. Εἶναι «σκιᾶς ἀσθενέστερα καί ὀνείρων ἀπατηλότερα». Δέν συνοδεύουν τόν ἄνθρωπον εἰς τήν πέραν τοῦ τάφου ζωήν. «Οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα· ἐπελθών γάρ ὁ θάνατος, ταῦτα  ἐξηφάνισται». (Ἁγ.Ἰω.Δαμασκηνός)
Ὅλα τά κοσμικά πράγματα, ὅπως λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, «εἶναι νύκτα καί ὄνειρο, πού  ἀφανίζεται μέ τόν ἐρχομό τῆς ἡμέρας. Εἶναι ἀνοιξιάτικα λουλούδια, πού μόλις περάσει ἡ ἄνοιξι, ὅλα μαραίνονται. Εἶναι σκιά καί φεύγει, καπνός καί διαλύεται, σαπουνόφουσκες καί σπᾶνε, ἀράχνη καί διασπᾶται».
Καί ὅμως, δυστυχῶς, αὐτά τά ὑλικά πράγματα, τά ἐπίγεια, τά σαρκικά (τά χρήματα, τά κτήματα, οἱ θέσεις, τά ἀξιώματα, ἡ γνώσις, ἡ ἐπιστήμη, ἡ τέχνη κλπ.), θεοποιοῦνται ἀπό τόν ἄνθρωπο καί χρησιμοποιοῦνται τίς πιό πολλές φορές, ἄν ὄχι πάντοτε, γιά τήν ἐξυπηρέτησι τῶν ποικιλομόρφων χαμηλῶν του παθῶν. Αὐτή εἶναι ἡ φοβερή ἀλήθεια, ὅτι αὐτά τά μηδαμινά, τά ἐφήμερα, τά μάταια, ἀπορροφοῦν τόν ἄνθρωπον καί τόν ὑποδουλώνουν τόσον, ὥστε ἡ καρδιά του νά πάλλη μόνο γι' αὐτά.
Ποιός ἀπό 'μᾶς μπορεῖ νά ἀρνηθῇ τήν τραγική αὐτή ἀλήθεια;
 Ὑπάρχει κανείς ἄνθρωπος σ' αὐτόν τόν κόσμο, πού νά μήν ἔδωκε τήν ψυχή του στά ὑλικά;  Ἐξάλλου δέν εἶναι λίγα τά ἐγκλήματα, πού ἔγιναν καί γίνονται ἀπό τόν ἄνθρωπο, ἄλλοτε ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ καί ἄλλοτε ἐν ὀνόματι τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά στό βάθος πάντοτε, γιά τήν ἐξυπηρέτησι τοῦ κ.Ἑαυτούλη· γιά τήν ἀπόκτησι κάποιου ὑλικοῦ ἀγαθοῦ, γιά κάποια θέσι, γιά κάποιο ἀξίωμα, γιά κάποια ψευδαίσθησι, γιά κάποια ὑλική ἀπόλαυσι, γιά τήν ἱκανοποίησι τοῦ Ἐγωϊσμοῦ ἤ κάποιου ἄλλου πάθους.
Κι'  ἔτσι ὁ ἄνθρωπος καί μάλιστα ὁ σύγχρονος, μέ τήν άγάπη του στήν Ὕλη, μέ τήν ἀφοσίωσι καί τή λατρεία του στά σαρκικά, ἀπεμάκρυνε τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, ἔδιωξε τό Θεό ἀπό τήν ψυχή καί τή ζωή του καί ἐδημιούργησε μιά νέα μορφή εἰδωλολατρίας.
Πρέπει δέ νά ὁμολογήσουμε ὅτι, ὅλοι μας, δυστυχῶς, ποιός λίγο, ποιός πολύ, ἔχουμε κυριευθῆ ἀπό τή ματαιότητα τοῦ κόσμου καί καταβάλλουμε ἀμέτρητες προσπάθειες ἁπλῶς καί μόνο, γιά νά ἀπολαύσωμε χῶμα! ὕλη! Γίναμε ὁλότελα χοϊκοί, «δέσμιοι τῆς γῆς », λάσπη. Καί ποιό  τό ἀποτέλεσμα ;
Μέ λύπη διαπιστώνουμε ὅτι τό ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι «ἐσθίομεν ἄρτον ὀδύνης», (Ψαλμ.ρκς´2) τρῶμε πικρό, ὀδυνηρό ψωμί. Κι'  αὐτό εἶναι τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ Ὑλισμοῦ, τό γνώρισμα τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό τόν Ἕνα καί Μόνον ἀληθινόν Θεόν. Εἶναι τό προϊόν τῆς προσβολῆς τῆς γνήσιας Ἀγάπης, τῆς προσβολῆς  τῆς Θυσίας τοῦ Λυτρωτοῦ, τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Αὐτό φαίνεται καθαρά στήν καθημερινή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, πού τήν χαρακτηρίζει τό ἄγχος, τό«κενόν», ἡ ἀπογοήτευσις, ἡ χαύνωσις, ἡ ψυχική νέκρωσις, ἡ σύγχυσις καί ἡ ἀσυνενοησία, ἡ  ἀγωνία καί ἡ ἀγονία, ὁ πόνος, ἡ θλῖψις καί ὁ θάνατος.
Κανείς δέν ἀμφιβάλλει ὅτι σήμερα ζοῦμε στή Διαστημική ἐποχή, στήν ἐποχή τῶν μεγάλων κατακτήσεων καί τῶν διαπλανητικῶν ταξιδίων. Ἡ τεχνολογική πρόοδος εἶναι ὁμολογουμένως ἀξιοθαύμαστη. Ἀναρίθμητα καί ἐκπληκτικά  εἶναι τά ἐπιτεύγματά της καί σέ ὅλους γνωστά. Καί τό σύνθημα εἶναι: «ὅλα γιά τόν ἄνθρωπο». «Ὅλα γιά τό καλό του, γιά τό καλό τῆς ἀνθρωπότητος».
 Ὁ ἄνθρωπος ὅμως, ἡ κορωνίδα τῆς Δημιουργίας, ὁ Βασιλιᾶς σέ ὁλόκληρη τήν κτίσι, ὁ δυστυχής αὐτός δημιουργός τῆς τεχνικῆς προόδου, ποῦ εἶναι; Τί κέρδισε; Σέ ποιά κατάστασι περιέφερε τόν ἑαυτό του;
Δυστυχῶς διαπιστώνουμε ὅτι, ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι θά περίμενε κανείς, ὁ τεχνοκράτης  ἄνθρωπος βρίσκεται σέ ἀπόγνωσι, μέσα στό ἄγχος καί τήν ἀγωνία, μέσα στήν ἀκαταστασία καί τή φαυλότητα, εἶναι δυστυχής.
Εἶναι τό«θῦμα», πού καθε μέρα θυσιάζεται στό Βωμό τῆς νέας θεότητος, τοῦ τεχνικοῦ πολιτισμοῦ, τῆς λεγομένης «προόδου».
Ἐάν δεχθοῦμε ὅτι ὑπάρχει πρόοδος, τί  καλό  προσφέρει στόν ἄνθρωπο; Ποῦ εἶναι ἡ χαρά τῆς προόδου; Ποῦ εἶναι ἠ τάξις καί ἡ εὐνομία καί ἡ ἐξ αὐτῶν  εὐημερία; Ποῦ εἶναι ἡ εὐτυχία; Ποῦ εἶναι ἡ γαλήνη; Ποῦ εἶναι τῆς ἀγάπης τό ἤρεμο χαμόγελο;
Τό γέλιο μας εἶναι νευρικό καί ἡ ψυχή μας ἄδεια.
Γίναμε δοῦλοι τῶν μηχανῶν, μηχανές κι' οἱ ψυχές μας…
Καί τοῦτο εἶναι εὔλογο, γιατί ἀναμφισβήτητα ἔχουμε ἐμπαγῆ «εἰς ἰλύν βυθοῦ»,γιατί ἀναμφισβήτητα δέν βασιλεύει στήν ψυχή μας ὁ Χριστός, δέν ὑπάρχει, παράλληλα μέ τήν τεχνική, καί ἡ ἠθική, ἡ πνευματική πρόοδος.
Καί ὅπως τό σῶμα χωρίς ψυχή εἶναι νεκρό, ὅπως ἡ πίστις χωρίς τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης εἶναι νεκρά, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἡ  τεχνική πρόοδος εἶναι νεκρά, χωρίς τήν παράλληλη ἠθική πρόοδο, εἶναι καταστροφική,τῆς λείπει ἡ ψυχή. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος  μέρα μέ τή μέρα βαίνει ὁλοταχῶς στήν ἔσχατη ἀνηθικότητα, βαίνει μέ ταχύτατο ρυθμό στήν αὐτοκαταστροφή του.
Οὐσιαστικά, λοιπόν, δέν ὑπάρχει πρόοδος. Διότι, γιά νά ὑπάρχει πρόοδος, θά πρέπει νά ὑπάρχουν τά βασικά καί ἀπαραίτητα στοιχεῖα, πού συγκροτοῦν τήν πρόοδο. Καί αὐτά εἶναι: Ἡ Ὁδός, ἡ Ἀρχή καί τό Τέλος τῆς Ὁδοῦ, ὁ ὁδεύων ἄνθρωπος πρός τά ἐμπρός, ἀπό τήν ἀρχή πρός τέλος. 
Τά στοιχεῖα αὐτά βρίσκονται στό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ.
Δέν τά βρίσκουμε οὔτε στό Κοράνιο οὔτε στήν Βεδάντα οὔτε στίς Οὐπανισάδς (στίς διδασκαλίες τῶν δασῶν).Τά στοιχεῖα αὐτά βρίσκονται συγκεντρωμένα μόνον στό πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ, στό Εὐαγγέλιό Του.
Διότι μόνον ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή. Αὐτός καί μόνον Αὐτός εἶναι τό Α καί τό Ω, ἡ Ἀρχή καί τό Τέλος τῆς Ὁδοῦ.
Καί δυστυχῶς ὁ ἄνθρωπος δέν ὁδεύει σήμερα ἐπί τῆς Ὁδοῦ, ἀπό τό Α πρός τό Ω, ἀπό τήν Ἀρχή πρός τό Τέλος, ἀπό τόν Ἰησοῦν, ἐν Αὐτῷ καί δι' Αὐτοῦ πρός Αὐτόν. Ἀλλά περιοδεύει, περιφέρεται γύρω ἀπό τόν νοσηρό του Ἐγωϊσμό, χωρίς ὀρθό προσανατολισμό, χωρίς νά ξέρη ποῦ βρίσκεται, ἀπό ποῦ ἔρχεται καί ποῦ πηγαίνει. Χωρίς νά ξέρη τί θέλει, τί ἐπιδιώκει. Πηγαίνει ὅπου τόν παίρνει ὁ ἄνεμος.
Καί εἶναι οἱ ἄνεμοι πολλοί. Ἄνεμοι ἀνατολικοί, ἄνεμοι δυτικοί, ἄνεμοι καταστροφικοί, ἄνεμοι σκοταδισμοῦ, πού σπρώχνουν τόν ἄνθρωπο στήν ἄβυσσο τῆς αἰώνιας Ὀδύνης ... Ὑλισμός, Ἡδονισμός, Ἐγωϊσμός, Ψευτιά καί  Ὑποκρισία. Μηδενισμός, ἄρνησις κάθε ἠθικῆς Ἀξίας.
Γιά νά θεραπευθῆ ὅμως  μιά ἀρρώστια χρειάζεται καλή διάγνωσι. Καί γιά νά λυτρωθοῦμε καί νά θεραπευθοῦμε χρειάζεται νά καταλάβουμε σωστά τήν ἀρρώστια μας. Καί ἀρρώστια μας εἶναι ἡ ἔμμονη ἰδέα μας, ὅτι εἴμαστε ὑγιεῖς!..
 Ἐπιμένουμε νά λέμε ὅτι προοδεύουμε καί δέν θέλουμε νά καταλάβουμε ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι κτίζουμε ὅλοι ἕνα νέο ΠΥΡΓΟ ΣΥΓΧΥΣΕΩΣ.
Γι' αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο, ἐνῶ πάσχουμε, δέν προσπαθοῦμε νά ἔλθουμε σέ ἐπίγνωσι τῆς ἀληθείας καί νά λυτρωθοῦμε ἀπό τά δεινά, πού ἔχουμε ἐπιβάλλει οἱ ἴδιοι στόν ἑαυτό μας καί καθημεριά πνιγόμαστε μέσα στά καυσαέρια τῆς τεχνικῆς προόδου, ἀσφυκτιοῦμε μέσα στά καυσαέρια τῆς ἠθικῆς μας  ἐξαχρειώσεως.
Εἶναι δέ τόση ἡ ἠθική ἐξαχρείωσις καί τόση ἡ σύγχυσις μέσα στό νοῦ καί τήν καρδιά τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων, ὥστε νά ντρέπονται νά κάνουν τό Καλό καί νά καυχῶνται ὅταν κάνουν  τό Κακό.
Αὐτήν τήν τραγική διαπίστωσι κάμνει καί ὁ Σαίξπηρ, στόν Μάκβεθ, καί, μέ τό ποιητικό του χάρισμα, λέγει:
«Μά τώρα τό στοχάζομαι,πώς ζοῦμε σ' ἕναν κόσμο,
πού τό νά βλάψης ἄλλον εἶναι πρᾶξι ἐπαινετή,
καί ὅταν κάνης τό καλό,
οἱ πιό πολλοί σέ παίρνουν γιά  τρελλό».
 Ὑπάρχουν ἀκόμη καί γονεῖς, πού ὑβρίζουν τά παιδιά τους καί τά κακολογοῦν, ὅταν  εἶναι ἠθικά καί ζοῦν ἐνάρετα. Τά προτρέπουν μάλιστα «νά ξυπνήσουν λίγο», καί τά ἐπαινοῦν ὅταν διαπράττουν ἀνηθικότητες.
 Ὁ σεμνός, ὁ ἐνάρετος, ὁ σοβαρός καί ἀξιοπρεπής ἄνθρωπος, θεωρεῖται καθυστερημένος, ἐνῶ ἡ «ξετσιπωσιά» θεωρεῖται ἀρετή. Ὁ ἠθικός ἄνθρωπος, θεωρεῖται ὀπισθοδρομικός, καί ὁ  ἀνήθικος, ὁ κάθε βρωμιάρης, λέγεται «ἐξελιγμένος».
Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας λέγει σχετικά: «Οὐαί οἱ λέγοντες τό πονηρόν καλόν καί τό καλόν πονηρόν, οἱ τιθέντες τό πικρόν γλυκὺ καί τό γλυκύ πικρόν. Οὐαί οἱ συνετοί ἐν ἑαυτοῖς καί ἐνώπιον αὐτῶν ἐπιστήμονες». (Ἡσ. ε´20-21)
Οὐαί. Ἀλλοίμονον. Ποιός μπορεῖ νά ἀγνοήση τά ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς συγχύσεως, τά ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς διαστροφῆς;
Αὐτή ἡ πικρή, ἡ τραγική ἀλήθεια, φαίνεται διάχυτη στά πρόσωπα, στίς πράξεις καί στήν ἐν γένει συμπεριφορά οὐκ ὀλίγων ...
Ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέγει ὅτι «ὅταν τις σκιρτᾷ μέν ὡς ταῦρος, λακτίζῃ δέ ὡς ὄνος, μνησικακῇ δέ ὡς κάμηλος καί γαστριμαργῇ μέν ὡς ἄρκτος, ἁρπάζῃ δέ ὡς λύκος, πλήττῃ δέ ὡς σκορπίος, ὕπουλος δέ ᾖ ὡς ἀλώπηξ, χρεμετίζῃ δέ ἐπί γυναιξίν ὡς ἵππος θηλυμανής», τί ἄλλο μπορεῖ νά σημαίνη μιά τέτοια συμπεριφορά ;
Καί ποιός μπορεῖ νά ἀρνηθῆ τήν ζωντανή πραγματικότητα; Ποιός μπορεῖ νά ἀρνηθῆ ὅτι ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότης πάσχει, νοσεῖ, ὑποφέρει; Ποιός μπορεῖ νά ἀρνηθῆ  ὅτι ὁλόκληρο τό σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι μιά φοβερή πληγή; (πρβλ.καί Ἡσ.α´2-6)
Ψυχές ἀρρωστημένες κτίζουμε ἕνα καινούργιο Πύργο τῆς Βαβέλ, ἕνα καινούργιο Πύργο συγχύσεως. Καί ὁ πανάγιος Θεός μακροθυμεῖ.
Ἀλλ' ἕως πότε ;