ὁδ.Τσόχα 39 - Ἀμπελόκηποι Μετόχιον τῆς Ἱ.Μονῆς Πετράκη

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Για την Πατρίδα

Καιρός νά ἀγωνισθοῦμε, γιά τό ποιός ἀπό μᾶς θά κάμῃ περισσότερα καλά στήν Πατρίδα.
              

              «Ἡμέας στασιάζειν χρεόν ἐστι ἔν τε τῷ ἄλλῳ καιρῷ καί
                δή ἐν τῷ δε περί τοῦ ὀκότερος ἡμέων πλέω ἀγαθά τήν
                Πατρίδα ἐργάσεται» (Ἡροδότου Ἱστ.VIII, 79).
   
      Γνωρίζει καλά ὁ Ἀριστείδης ὁ δίκαιος, ὅτι τίποτε δέν ὑπάρχει πιό γλυκό ἀπό τήν Πατρίδα: «Οὐδέν γλύκιον Πατρίδος» (Ὁμ.ὁδύσ. Ι, 34). Καί ὅταν μάλιστα ἔχει Πατρίδα του,  τήν αἰώνια Ἑλλάδα, πού εἶναι ἀποδεδειγμένως «Φῶς Θεοῦ», συγχρόνως δέ καί τό «Φῶς τοῦ κόσμου», τότε κάθε Ἑλληνική ψυχή σκιρτᾷ, πάλλει καί πάλλεται ἀπό λατρεία, γιά τήν Πατρίδα, «τήν πατρίδα τῶν πατρίδων», γιά τήν κοιτίδα  τοῦ Πολιτισμοῦ, τή γενέτειρα τοῦ πνεύματος, τή Μητέρα τῆς Ἐλευθερίας.
     Οἱ Ἕλληνες, ἀπό τήν ἡμέρα τῆς γεννήσεώς μας, μαθαίνουμε  νά  ἀγαπᾶμε καί νά πεθαίνουμε, γιά  τήν Πατρίδα, πού εἶναι τό σύμβολον τῆς οὐράνιας Πατρίδος. Μαθαίνουμε ὅτι «ἀπό τήν μητέρα καί ἀπό τόν πατέρα καί ἀπό  ὅλους τούς ἄλλους προγόνους τό πολυτιμότερον, τό τιμιώτερον καί σεμνότερον καί ἁγιώτερον εἶναι ἡ Πατρίς. Ἡ Πατρίς εἶναι σέ ἀνώτερη θέσι καί κατά τήν γνώμην τῶν θεῶν καί κατά τήν γνώμην τῶν φρονίμων  ἀνθρώπων. Μαθαίνουμε ὅτι πρέπει νά σεβώμεθα καί περισσότερον νά ὑπακούωμεν καί  νά θωπεύουμε τήν Πατρίδα, ὅταν ὀργίζεται, παρά τόν πατέρα, καί ἤ νά προσπαθοῦμε νά τήν πείθωμεν ἤ νά ἐκτελοῦμε ὅ,τι ἄν διατάσσῃ» (παρβλ. Πλάτ. Κρίτων 12 Β).
       Προγονικό μας ἐλάττωμα: Ἡ διχόνοια. Ἀλλά  καί μεγάλο προτέρημα: Ἡ Ὁμόνοια, ἡ Ὁμοψυχία. Μπροστά στόν κίνδυνον τῆς Πατρίδος ὅλοι οἱ Ἕλληνες γίνονται μιά ψυχή, μιά καρδιά, μιά γροθιά καί θριαμβεύουν ἐναντίον παντός ἐχθροῦ τῆς Πατρίδος.
      πό τά ἀρχαῖα χρόνια καί μέχρι σήμερα οἱ Ἕλληνες, «ἡγησάμενοι κρεῖττον εἶναι μετ' ἀρετῆς καί πενίας καί φυγῆς ἐλευθερίαν, ἤ μετ' ὀνείδους καί πλούτου δουλείαν τῆς πατρίδος» (Λυσίου, λόγ.Ἐπιτφ.), ἑνώνονται μπροστά στόν κίνδυνον, χάριν τῆς Πατρίδος.
      ποδειγματική εἶναι ἡ συμπεριφορά τοῦ Ἀριστείδου πρός τόν πολιτικόν του ἀντίπαλον, τόν Θεμιστοκλῆ, λίγο πρίν ἀπό τήν ναυμαχία τῆς Σαλαμῖνος (480 π.Χ.). Ὑποχωρεῖ ὁ Ἀριστείδης πρό τοῦ κινδύνου. Προσέρχεται στόν Θεμιστοκλῆ καί τάσσεται ὑπό τάς διαταγάς του λέγοντας:«Ἡμεῖς καί πρότερον καί τώρα πρέπει νά φιλονικοῦμε ποιός ἀπό τούς δύο θά κάμῃ περισσότερα καλά στήν Πατρίδα».

        Σήμερα περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη ἐποχή κινδυνεύει ἡ Πατρίδα μας ἀπό δολίους ἐσωτερικούς καί ἐξωτερικούς ἐχθρούς, «κρυφοδαγκανιάρηδες», καί ἐπιτακτική προβάλλει ἡ ἀνάγκη Ὁμοψυχίας, πρίν νά εἶναι ἀργά. Εἶναι καιρός νά ἑνωθοῦμε σέ μιά ψυχή ὅλοι, ὅσοι ἀγαπᾶμε τήν Πατρίδα, γιά νά περισσώσουμε τά ὅσια καί τά ἱερά μας. Νά διαφυλάξουμε τόν Ἑλληνικό Πολιτισμό καί τήν Ὀρθοδοξία. Νά  μείνουμε Ἕλληνες, σάν μιά ψυχή ἑνωμένοι κάτω ἀπό τή γαλανόλευκη, μέ τόν Τίμιον Σταυρόν.


       Οἱ, κατ' εὐφημισμόν, μεγάλοι μας φίλοι  μᾶς φθονοῦν, γιά τήν ἔνδοξη Ἱστορία μας, γιά τόν Πολιτισμό μας, γιά τήν Ὀρθοδοξία μας. Φθονοῦν ἴσως καί φοβοῦνται τήν Ἑλλάδα, γι' αὐτό καί, μέ κάθε τρόπο, προσπαθοῦν νά μᾶς ἐμποδίσουν νά προοδεύσουμε, νά μεγαλώσουμε καί νά μεγαλουργήσουμε. Θέλουν νἄμαστε μικροί, ἀδύναμοι, ὑποανάπτυκτοι, γιά νά μποροῦν νά μᾶς διαφεντεύουν, νά μᾶς κάνουν τόν προστάτη. Θέλουν δῆθεν νά μᾶς βοηθοῦν.
       Χρειάζεται μεγάλη προσοχή, προσευχή καί ἐγρήγορσις. Τό «ξεροκόμματο», πού μᾶς πετοῦν εἶναι «φόλα», κρύβει θανατηφόρο δηλητήριο, τό δηλητήριο τῆς διχόνοιας, τῆς διαιρέσεως. Μᾶς διαιροῦν, γιά νά βασιλεύουν. Ἐκ τῶν πραγμάτων(de facto) εἶναι φανερόν ὅτι σέ κάθε τους ἐνέργεια «κρύπτεται ὄφις ὑπό τόν χόρτον», (latet anguis in herba). Αὐτή τήν ἀλήθεια μᾶς διδάσκει ἡ Ἱστορία καί Historia magistra vitae. Καί εἶναι εὐτυχής ὅποιος γνωρίζει τήν Ἱστορία καί διδάσκεται ἀπό αὐτήν.



      Εἶναι καιρός νά πάψουμε νά γινώμαστε βορά στό Θηρίο τῆς διχόνοιας. Εἶναι καιρός νά βαδίσουμε ἑνωμένοι ἐμπρός, χωρίς νά λησμονοῦμε ἐκείνους, πού μέ τίς θυσίες τους, μᾶς χάρισαν τήν ἐλευθερία καί μᾶς δίδαξαν τό ἀληθινό νόημά της. Μᾶς δίδαξαν, δηλαδή, ὅτι ὁ καθένας μπορεῖ νά κάνῃ μόνον τό κάθε τί, πού δέν βλάπτει τόν ἄλλον. Διότι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἑνός ἔχει ὅρια τήν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου. Καί μᾶς δίδαξαν ἀκόμη ὅτι δέν  πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι πάνω ἀπό ὅλα εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς Πατρίδος καί ὅτι ὀφείλουμε νά διαφυλάττουμε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ  τά κυριαρχικά δικαιώματα  καί τήν ἐλευθερία τῆς Πατρίδος μας.
      Εἶναι νωπά τά αἵματα ἐκείνων, πού γιά μιά ἀκόμη φορά ἔγραψαν στήν ψυχή κάθε γνήσιου Ἕλληνα τήν ἀγάπη γιά τήν Πατρίδα καί τό ἀληθινό νόημα τῆς ἐλευθερίας.
       Οἱ θυσίες τῶν Ἑλλήνων, ἀπό τήν ἀρχαιότητα καί μέχρι σήμερα, δέν πρέπει νά λησμονοῦνται. Γι'  αὐτό ἀκόμη μιά φορά «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ» ἄς ἐπαναλάβουμε τήν προγονική Εὐχή:
        «... Εἴθε ὁ κραταιός τοῦ Ὑψίστου βραχίων νά ἀνυψώσῃ καί ἀρχομένους καί ἄρχοντας, τήν Ἑλλάδα ὁλόκληρον πρός τήν πάρεδρον αὐτοῦ Σοφίαν, ὥστε νά γνωρίσωσι τ' ἀληθῆ των ἀμοιβαῖα συμφέροντα· καί οἱ μέν ἄρχοντες διά τῆς προνοίας, οἱ δέ λαοί διά τῆς εὐπειθείας νά στερεώσωσι τῆς κοινῆς ἡμῶν Πατρίδος τήν πολύευκτον εὐτυχίαν. Εἴθε! Εἴθε!» (Διακήρυξις τῆς Α΄ ἐν Ἐπιδαύρῳ Ἐθν.Συνελ., ἐν Παπαρηγοπούλου Ἱστορ.). 

Σταυροπροσκύνησις

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

      

        Χριστιανῶν ἡ ἐλπίς  καί κραταιά σκέπη

                                «εἰστήκεισαν παρά τῷ Σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ...»

                         Ἄν ὅλοι μας, βαθειά μέσ' στήν ψυχή μας
                          ὑψώναμε τόν Τίμιον Σταυρόν,
                          Ἄν ὅλοι προσπαθούσαμε εὐλαβικά
                          νά συλλάβουμε τήν ἀνέκφραστη,
                          τή θεϊκή συγκατάβασι...



 
                         

                            Ἄν μέσα στήν καρδιά μας συντρίβαμε 
                            ὅλα τά εἴδωλα, τά δαιμονικά πάθη, πού,
                            ἀνεπαισθήτως, ἔχουμε στήσει,
                            ἀσφαλῶς, θά νοιώθαμε τό μεγαλεῖο
                            τῆς Ἀγάπης τοῦ πανοικτίρμονος Θεοῦ
                            καί θά γευώμαστε τά ἄφθονα νάματα
                            τῆς Σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Ἰησοῦ.


                         Ψυχή μου, ἄν μποροῦσες νά νοιώσῃς...


                         Πῶς μπορῶ νά σ' ἀνεβάσω στίς πανύψηλες
                         κορυφές τοῦ Ὠραίου, τοῦ Μεγάλου καί τοῦ
                         Ἀληθινοῦ, ἄν ἐσύ δέν τό θελήσῃς ;
                         Πῶς μπορῶ νά σέ ἀνεβάσω στό ὕψος τῆς
                         Ἐσταυρωμένης Ἀγάπης, ὥστε μέσα σου
                          νά νοιώσῃς τό μεγαλεῖο τῆς ὑπέρτατης
                          Θυσίας, ἄν, μέ τή θέλησί σου, δέν πάρῃς
                          τήν ἀπόφασι, καρδιά καί νοῦ, νά καθαρίσῃς
                          ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος;

                         πόμεινες, χωρίς φτερά, τό ξέρω. Κι' ἐσύ
                         κι'  ἐγώ καί τόσοι ἄλλοι, σάν κι' ἐμᾶς,
                         πολλοί, «δέσμιοι τῆς γῆς», δύσμοιροι θνητοί,
                         «εἰς ἰλύν βυθοῦ ἐμπεπηγμένοι»...Κολλήσαμε
                         στή γῆ καί δέν μποροῦμε νά σηκώσουμε
                         κεφάλι καί νά ἀτενίσουμε τόν αἰθέρα τοῦ
                         οὐρανοῦ. Δέν μποροῦμε  Θεοῦ πρόσωπο
                         νά δοῦμε...
                        Πετρῶσαν οἱ καρδιές... Χλωμιάζουν,
                        ὠχριοῦν, τἀνήμερα, τῆς ζούγκλας τά θηρία,
                        μπροστά στή δική μας ἀγριότητα. Ἀλλοίμονο!
                        Κουρελιάζουμε καί μέ κάθε τρόπο εὐτελίζουμε,
                        χωρίς ντροπή,τήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια.
                        Ποδοπατοῦμε τίς ἀξίες τῆς ζωῆς,
                        τίς αἰώνιες Ἀρχές, τίς πανάγιες Ἐντολές τοῦ
                        Παντάνακτος Θεοῦ. Τό κάθε μας βῆμα εἶναι
                        ὕβρις πρός τόν Δοτῆρα παντός ἀγαθοῦ.
                        Καταστρατηγοῦμε τό Δίκαιο.
                        Συντρίβουμε τόν ἀδύνατο.
                       κμεταλλευόμαστε τόν πτωχό.
                       δηγοῦμε στή σφαγή ἀθῴους.
                                   Βυθίζουμε στήν ἀπόγνωσι
                       τούς συνανθρώπους μας.
                       Τρῶμε τίς σάρκες μας.
                       Κατασπαράσσουμε, ξεδιάντροπα,
                       τούς ἀδελφούς μας.
                       παδοί τοῦ ἀνθρωποκτόνου,
                       «οὐκ ἔστιν ἀλήθεια ἐν ἡμῖν» (πρβλ.Ἰω.η΄44).
                       Ψευτιά καί ὑποκρισία, ἀπάτες καί κλοπές,
                       ἐγκλήματ' ἀποτρόπαια, βιασμοί κάθε εἴδους,
                       Ὀδύνη καί Θάνατος κουρσεύουν τή ζωή μας.

                       Σπαραγμός κι' ὁλολυγμός καί θρῆνος πολύς. 
                       Πότε, ἀλήθεια, θά ξυπνήσῃ ἡ ἀλλοπρόσαλλη,
                       ἡ ἄπιστη καί διεστραμμένη γενιά μας ;...

                       Στό Γολγοθᾶ ὑψώθηκε ἕνας θεόρατος 
                       ΣΤΑΥΡΟΣ. Σταυρώθηκε ἡ Ἀγάπη.


                      «Τόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε
                       τόν Υἱόν αὐτοῦ  τόν μονογενη ἔδωκεν, ἵνα πᾶς
                       ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν μη ἀπόληται, ἀλλ' ἔχῃ
                       ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν.γ΄ 16).

                       Ἄν ὁ καθένας ἀπό μᾶς, μέ πίστι θερμή, κουρνιάσῃ
                       κάτω ἀπό τό Σταυρό τοῦ Ἰησοῦ, ὅπως τό ἄκακο
                       βρέφος, στήν ὁλόθερμη ἀγκαλιά τῆς μάνας του
                       κουρνιάζῃ, παρηγοριά γλυκειά κι' ἀνάπαυσι θά      
                       νοιώσῃ καί σίγουρα τή λύτρωσι θά βρῇ.


                       Χριστός μᾶς περιμένει νά γυρίσουμε κοντά Του.
                       ψώθηκε στό ξύλον τοῦ Σταυροῦ.
                       νοιξε τήν ἀγκαλιά Του, χωρίς διάκρισι, σέ ὅλους
                       τούς ἀνθρώπους.Μακροθυμεῖ καί  μέ ἄκρα ὑπομονή,
                       τοῦ καθενός μας περιμένει τήν ἐπιστροφή.
                       Κι' εἶναι Πιστός. Ὁ Μόνος, πού  ποτέ δέν μᾶς            
                       ἐγκαταλείπει. Μένει μαζί μας καί κρούει τή θύρα...
                       Γνωρίζει τό εὐόλισθον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως
                       καί μακροθυμεῖ. Μακροθυμεῖ καί κρούει τήν θύρα...

 
                       Γιά μᾶς θυσιάσθηκε «ὁ Μόσχος ὁ σιτευτός»
                       καί προσφέρεται σέ ὅλους δωρεάν, εἰς ἄφεσιν
                       ἁμαρτιῶν καί ζωήν τήν αἰώνιον.
                       Οἱ διψῶντες πορεύεσθε ἐφ'  ὕδωρ καί λάβετε
                       ὕδωρ ζωῆς δωρεάν. Αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια.
                       Ἡ Ἐσταυρωμένη Ἀγάπη μᾶς καλεῖ.



                      ταν μᾶς εὕρουν συμφορές, ὅταν ὅλοι καί
                        ὅλα μᾶς ἐγκαταλείψουν, ὅταν στραφοῦν οἱ
                        πάντες, χωρίς ντροπή, ἐναντίον μας, κι' αὐτοί
                        ἀκόμη, πού δέχτηκαν εὐεργετική τή δροσιά
                        τῆς ἀγάπης μας, κι' ὅταν ὅλοι οἱ δαίμονες
                        ἐπιπέσουν ἐναντίον μας, νά μᾶς  κατασπαράξουν,
                        ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, τό ζωοποιόν Ξύλον,
                        τῶν Χριστιανῶν ἡ ἐλπίς, εἶναι σκέπη κραταιά.
                        Ὁ Χριστός εἶναι κοντά μας, Φρούριόν μας,  ὁ
                         γλυκύς καί πρᾷος Ἰησοῦς. Ὁ Τίμιος Σταυρός,
                         δέν εἶναι μόνον ἰσχυρότατον ὅπλον κατά τοῦ
                         Διαβόλου, ἀλλά καί αἰώνιον σημεῖον, Ξύλον
                         ζωῆς,  ἔκφρασις τῆς ἐνσαρκώσεως καί
                         σταυρώσεως τῆς Ἀγάπης. Εἶναι ἡ Πηγή, ἀπό
                         τήν ὁποία  κάθε πιστός ἀντλεῖ  δύναμι καί θάρρος
                         ἐνίσχυσι καί παρηγοριά, χαρά καί ἀγαλλίασι,
                         σιγουριά καί βεβαιότητα, γιά τήν τελική νίκη.


                       Κοντά στό Σταυρό τοῦ Ἰησοῦ ἄς σταθοῦμε
                       εὐλαβικά κι' ἄς λαμπαδιάζει στή σιωπή
                       λατρεύοντας Εκεῖνον ἡ ἀδύνατη καρδιά μας.
                       Ἄς  εἶναι τό βλέμμα Προσευχή,
                       τό δάκρυ Εὐγνωμοσύνη,
                       κι' ὁ στεναγμός, Εὐχαριστῶ,
                       εἰς τόν Ἐσταυρωμένον.
                        
                       «Ὁ  Σταυρός σου, Κύριε, ζωή καί Ἀνάστασις
                         ὑπάρχει τῷ λαῷ σου· καί ἐπ'  αὐτῷ πεποιθότες,
                         σέ  τόν  ἀναστάντα Θεόν ἡμῶν  ὑμνοῦμεν·
                         ἐλέησον ἡμᾶς» (Δαμασκηνοῦ, Τροπαριο πλ. Β΄ἤχου).

      

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

πλησιάζοντας της Σταυροπροσκυνήσεως

ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ

Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ εἶναι, γιά τόν πιστό,
«Θεοῦ δύναμις καί Θεοῦ σοφία».
 
 
             «Τό στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται· οἱ βουλόμενοι
                  ἀθλῆσαι εἰσέλθετε, ἀναζωσάμενοι τόν καλόν τῆς
                  νηστείας ἀγῶνα· οἱ γάρ νομίμως ἀθλοῦντες δικαίως
                  στεφανοῦνται· καί ἀναλαβόντες τήν πανοπλίαν τοῦ
                  Σταυροῦ, τῷ ἐχθρῷ ἀντιμαχησώμεθα,
                  ὡς τεῖχος ἄρρηκτον κατέχοντες τήν πίστιν
                  καί ὡς θώρακα  τήν προσευχήν  καί
                  περικεφαλαίαν τήν ἐλεημοσύνην·
                  ἀντί μαχαίρας τήν νηστείαν, ἥτις ἐκτέμνει
                  ἀπό καρδίας πᾶσαν κακίαν.
                  Ὁ ποιῶν ταῦτα τόν ἀληθινόν κομίζεται στέφανον
                   παρά τοῦ παμβασιλέως Χριστοῦ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς
                   Κρίσεως» ( Τροπάριον Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς).
   
 
         Ὄχι μόνον κατά τήν περίοδον τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἀλλά ὁλόκληρη ἡ ζωή μας στή γῆ, εἶναι περίοδος ἀγῶνος ἐναντίον τοῦ Κακοῦ καί τῆς ἁμαρτίας. Ἔχουμε νά παλαίψουμε μέ τρεῖς μεγάλους ἐχθρούς. Πρῶτα ἀπό ὅλα καί κυρίως μέ τόν μεγαλύτερο ἐχθρό μας , πού εἶναι ὁ κακός μας ἑαυτός. Δεύτερον μέ τόν Διάβολον καί τρίτον μέ τόν κόσμον, πού, κατά τήν μαρτυρίαν τοῦ Ἰωάννου, «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται» (Α΄ Ἰωάν. ε΄19).
            Ἐπειδή ὁ πνευματικός αὐτός ἀγῶνας εἶναι ἐπίπονος, πολύ κοπιαστικός, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, μᾶς καλεῖ νά ὁπλισθοῦμε, μέ τά ὅπλα τοῦ φωτός (Ρωμ.ιγ΄ 12). Ἀφοῦ  ἀναλάβουμε τήν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ, νά παλαίψουμε καί νά νικήσουμε τόν ἐχθρό, ἔχοντες ὡς ἄρρηκτον τεῖχος, τήν πίστιν και ὡς θώρακα τήν προσευχήν καί περικεφαλαίαν τήν ἐλεημοσύνην καί ἀντί μαχαίρας τήν νηστείαν , τήν ἀποχή δηλ. ἀπό τό Κακό καί τήν ἁμαρτία, διότι  αὐτή εἶναι ἡ  εὐάρεστη στό Θεό νηστεία, πού ξεριζώνει μέσα ἀπό τήν ψυχή μας κάθε κακία. Τά ὅπλα τῆς στρατείας ἡμῶν δέν εἶναι σαρκικά, κοσμικά, ἀλλά πνευματικά. Τά ὅπλα μας ἔχουν τή δύναμι ἀπό τό Θεό νά γκρεμίζουν ὀχυρά, νά ἀνατρέπουν ψεύτικους ἰσχυρισμούς καί τό κάθε τί, πού ὀρθώνεται μέ ἀλαζονεία ἐναντίον τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος(πρβλ. Β΄Κορινθ. ι΄ 4-5).
      Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, μᾶς προτρέπει στόν  ἐπίπονον ἀγῶνα μας, «νά ἐνδυθοῦμε μέ τήν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ πρός τό δύνασθαι  ἡμᾶς στῆναι πρός τάς μεθοδείας τοῦ διαβόλου, διότι ἡ πάλη μας δέν εἶναι πάλη πρός σάρκα καί αἷμα, ἀλλά πρός τάς αρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου. Καλούμαστε νά παλαίψουμε  πρός τά πνευματικά ὄντα, τά ὁποῖα εἶναι γεμᾶτα πονηρία» (παρβλ. Β΄
Κορινθ. στ΄ 11-12).
      Κατά τήν περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νά ἐντείνουμε τόν ἀγῶνα μας, καί γιά νά μᾶς ἐνισχύσῃ  σαυτόν τόν ἀγῶνα μας, στό μέσον τῆς  Τεσσαρακοστῆς, προβάλλει εἰς προσκύνησιν  τόν Τίμιον Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ καί μᾶς προτρέπει νά συνεχίσουμε τόν ἀγῶνα «ἀφορῶντες εἰς τόν τῆς πίστεως ἀρχηγόν καί τελειωτήν Ἰησοῦν», ὁ ὁποῖος ἀντί τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε Σταυρόν καί κατεφρόνησε τήν ἐντροπήν καί τήν ἀτίμωσιν τοῦ σταυρικοῦ Θανάτου, γι' αὐτό καί κάθισε στά δεξιά τοῦ Θρόνου τοῦ Θεοῦ καί Πατρός»(πρβλ.Ἑβρ. ιβ΄ 2). 
      Προβάλλει εἰς προσκύνησιν τόν Τίμιον Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος, «ὡς ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. α΄ 19) ἑκουσίως , ὁ ἀναμάρτητος, «ἔπαθεν ὑπέρ ἡμῶν, ἡμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ» (παρβλ. Α΄Πέτρ. β΄ 21).
     Προβάλλει ἡ Ἐκκλησία μας εἰς προσκύνησιν τόν Τίμιον 
     Σταυρόν, καί μᾶς καλεῖ συνειδητά νά τόν προσκυνήσωμεν.
 
 
       Μᾶς θυμίζῃ τή Θυσία τοῦ Κυρίου καί τήν μέχρι Σταυροῦ  καί  Θανάτου ὑπακοή Του στόν Ουράνιο Πατέρα.
       Μᾶς προτρέπει νά ἀκολουθήσουμε τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ καί νά γράψουμε βαθειά μέσα στήν καρδιά μας τήν καινήν Ἐντολήν τῆς ἀγάπης Του, ὅπως ἐγώ σᾶς ἀγάπησα ἔτσι καί σεῖς νά ἀγαπᾶτε  ὁ ἕνας τόν ἄλλον, μέχρι Σταυροῦ καί Θανάτου.
         Προβάλλεται εἰς προσκύνησιν ὁ Τίμιος Σταυρός, πού εἶναι τό σύμβολον τῆς Νίκης καί τοῦ Θριάμβου κατά τοῦ Κακοῦ καί τῆς ἁμαρτίας, σύμβολον τῆς Θυσιαστικῆς Ἀγάπης, τό κραταιότατον βοήθημα τῶν πιστῶν, τό ἰσχυρότατον ὅπλον κατά τοῦ Διαβόλου.
      Ὁ ἱερός Δαμασκηνός  καί μαζί του ἡ Ἐκκλησία  δοξολογοῦμε τόν Κύριον, πού χάρισε ἕνα τόσον ἰσχυρό ὅπλο κατά τοῦ Διαβόλου καί  ψάλλουμε:
       « Κύριε, ὅπλον κατά τοῦ Διαβόλου, τόν Σταυρόν Σου ἡμῖν
        δέδωκας·  φρίττει γάρ καί τρέμει( ὁ Διάβολος) μή φέρων
        καθορᾶν  αὐτοῦ τήν δύναμιν·  ὅτι νεκρούς ἀνιστᾷ καί
        θάνατον κατήργησε. Διά τοῦτο προσκυνοῦμεν, τήν ταφήν
        σου καί τήν ἔγερσιν» (Τροπάριον  τῶν Αἴνων ,πλ. Δ΄ἤχου).
       
        Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, πού τόν τρέμουν τά δαιμόνια καί φεύγουν μακρυά ἀπό τόν πιστόν, διότι δέν μποροῦν νά ἀτενίσουν τήν δύναμίν του, μᾶς ἐμπνέει  τό Πνεῦμα τῆς αὐταπαρνήσεως καί τῆς αὐτοθυσίας, πού τόσον πολύ λείπει, δυστυχῶς,  ἀπό τήν σατανοκρατούμενη ἐποχή μας.
     Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, «τό σεμνόν τοῦτο μαρτύριον τῆς Θυσίας τοῦ Θεανθρώπου», «τῆς εὐσεβείας τό ἀήττητον τρόπαιον», δέν εἶναι μόνον σκέπη κραταιά, ἀπροσμάχητον τεῖχος καί θεῖον φυλακτήριον καί ἰσχυρότατον ὅπλον κατά τοῦ Διαβόλου,  ἀλλά καί καύχημα τῶν πιστῶν, «Θεοῦ δύναμις καί Θεοῦ σοφία»( Α΄Κορινθ. α΄ 24).
     Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, μᾶς ὁδηγεῖ στό χῶρο τῆς ἁγνῆς, τῆς θυσιαστικῆς, τῆς Ἐσταυρωμένης Ἀγάπης. Γκρεμίζει μέσα μας καί γύρω μας τά εἴδωλα τῆς ὑλιστικῆς, τῆς ἐγωϊστικῆς ἀγάπης τοῦ ἑαυτοῦ μας, μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τό Κακό καί τήν ἁμαρτία καί μᾶς φέρει κοντά στό Θεό, κάνει τήν ψυχή καί τή ζωή μας Παράδεισο.
     Τό ξύλον τοῦ Σταυροῦ, διά τῆς Θυσίας τοῦ Κυρίου ἔγινεν ξύλον εὐλογίας, καί οἱ πιστοί προσκυνοῦντες συνειδητά τόν Σταυρόν, δηλαδή ἀκολουθοῦντες τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ, διά τῆς ὑπακοῆς εἰς τόν λόγον Του, κάνοντας πρᾶξιν τήν Ἀγάπη Του, εἰσάγονται καί πάλιν εἰς τόν Παράδεισον.
      Ὁ Χριστός διά τῆς σταυρικῆς Του Θυσίας, « διά ξύλου ὁ Σωτήρ κατήργησε τήν τοῦ ξύλου κατάραν...». Ἡ κατάρα τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλόν καί πονηρόν ἐπῆλθεν εἰς τόν Ἀδάμ καί τούς ἀπογόνους του, διά τῆς παρακοῆς, διά τῆς βρώσεως τοῦ ἀπηγορευμένου καρποῦ. Ἔτσι ἡ παράβασις γύρω ἀπό τό ξύλον(δένδρον) αὐτό ἔγινε ἡ αἰτία τοῦ χωρισμοῦ τῶν πρωτοπλάστων ἀπό τό Θεό. τό ξύλον αὐτό εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἐξώσεως ἀπό τόν Παράδεισον( παρβλ.Γενέσ. β΄ 16-17. γ΄ 6).
       Ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, γιά τά πλάσματά Του, ἀπέστειλε στόν Κόσμο τόν Υἱόν καί Λόγον  Του, ὁ ὁποῖος ἔγινε ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ(Φιλιπ.β΄ 8). Ὑψώθηκε εἰς τό ξύλον τοῦ Σταυροῦ, καί ἔτσι διά ξύλου πάλιν κατήργησε τήν τοῦ ξύλου κατάραν, «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ' ἔχει ζωήν αἰώνιον»(Ἰωάν. γ΄  15-16).
       Ἔτσι, ὅπως διά τῆς παρακοῆς, διά τῆς βρώσεως τοῦ καρποῦ τοῦ Ξύλου(δένδρου) ἐκείνου ἐξῆλθεν τοῦ Παραδείσου ὁ ἄνθρωπος, τοιουτοτρόπως καί διά τῆς ὑπακοῆς  μέχρι  Θανάτου, διά τῆς ὑψώσεως εἰς τό ξύλον τοῦ Σταυροῦ ὁ Νέος Ἀδάμ, ἄνοιξε τίς Πύλες τοῦ Παραδείσου καί κάθε πιστός εἰσέρχεται καί πάλιν εἰς τόν Παράδεισον.
       Ὁ Ἱερός ὑμνῳδός, εἰς τόν οἶκον τῆς Κυριακῆς τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, τονίζει τή δύναμι τοῦ Σταυροῦ καί τόν σπαραγμό τοῦ ᾌδου, ὁ ὁποῖος σπαράσσεται ὑπό τοῦ ξύλου τοῦ Σταυροῦ καί  ἀναγκάζεται νά ἀποβάλλει ἀπό τά σπλάγχνα του τόν Ἀδάμ καί τούς ἐξ Ἀδάμ:
       « Τρεῖς Σταυρούς ἔμπηξε στή γῆ καί ἔστησε ὄρθιους στό Γολγοθᾶ ὁ Πιλάτος, δύο γιά τούς λῃστές καί ἕναν, γιά τόν Ζωοδότη.

       Αὐτόν τόν Σταυρόν εἶδε ὁ ᾌδης καί εἶπε σ' αὐτούς πού βρίσκονταν κάτω. Ὦ λειτουργοί μου καί δυνάμεις μου, ποιός  ἔμπηξε καρφί στήν καρδιά μου; Ξυλίνη λόγχη μέ κέντησε ξαφνικά, καί διασχίζομαι καί γίνομαι κομμάτια, πονῶ μέσα μου, στά ἐσώτατα τῆς καρδιᾶς μου, πονοῦν τά σπλάγχνα μου, ἡ ψυχή μου κοχλάζει, ἡ καρδιά μου σπαράσσεται (πρβλ.καί Ἱερεμ. γ΄ 19) πονοῦν τά αἰσθητήριά μου, μανία κυριεύει τό πνεῦμα μου, τρελλαίνομαι καί ἀναγκάζομαι νά ἀποβάλλω μέ ὁρμή ἀπό μέσα μου τόν Ἀδάμ καί τούς ἐξ Ἀδάμ, νά ἀπελευθερώσω τοῦς ἀπ' αἰῶνος κεκοιμημένους, πού μοῦ δόθηκαν δι' ἐκείνου τοῦ ξύλου τῆς κατάρας. Διότι ξύλον (τό εὐλογημένο ξύλον τοῦ Σταυροῦ) τούτους εἰσάγει πάλιν εἰς τόν Παράδεισον», ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ.
              Γι' αὐτό καί μεῖς ἐν ἐνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ
            «Τόν Σταυρόν Σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα καί
             τήν ἁγίαν Σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν».

             Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, κατεύθυνον τά διαβήματα ἡμῶν
             ἐπί τήν ἀλήθειάν Σου καί λύτρωσε ἡμᾶς τῶν παγίδων
             τοῦ ἐχθροῦ, διά τοῦ Σταυροῦ Σου. Στερέωσον  ἡμᾶς ἐπί
             τήν πέτραν τῶν ἐντολῶν Σου. Διαφύλαξε ἀσάλευτη τήν
             καρδιά μας. Λύτρωσε ἡμᾶς καί τόν κόσμον Σου καί
             ἀξίωσέ μας νά σέ δοξάζωμεν , διότι σέ Σένα, Λυτρωτά,
             καί στόν Πατέρα καί τό Ἅγιον Πνεῦμα ἀνήκει ἡ τιμή
             καί ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
        
      
      
               Ξύλον γάρ τούτους εἰσάγει πάλιν εἰς τόν Παράδεισον

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

Κυριακή Ορθοδοξίας

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Ἀπό τούς χθεσινούς,
στούς εἰκονομάχους τοῦ σήμερα.
                            «Τοῦτον (τόν Χριστόν, τόν ἄμωμον καί Σωτῆρα
                             τοῦ κόσμου παντός) Υἱόν μέν  ὄντα τοῦ Θεοῦ
                             προσκυνοῦμεν, τούς δέ μάρτυρας ὡς Μαθητάς
                             καί μιμητάς τοῦ Κυρίου ἀγαπῶμεν  ἀξίως
                             ἕνεκα εὐνοίας ἀνυπερβλήτου τῆς εἰς τόν ἴδιον
                             βασιλέα καί διδάσκαλον· ὧν γένοιτο  καί ἡμᾶς
                             κοινωνούς τε καί συμμαθητάς  γενέσθαι»
                             (Πολυκάρπου Ἐπισκ. Σμύρνης, Μαρτύριον  XVII, 3 BEΠEΣ 3,26,6 ἑξ.).




        Τήν Α΄ Κυριακή τῶν νηστειῶν, πού εἶναι πιό γνωστή μέ τό ὄνομα Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τήν ἀναστήλωσι τῶν Ἁγίων καί σεπτῶν Εἰκόνων. Ἑορτάζουμε τήν Νίκη καί τόν Θρίαμβον τῆς ὀρθῆς Πίστεως ἐναντίον τῶν Αἱρέσεων. Ἡ ἑορτή αὐτή ὠνομάσθηκε «Πανήγυρις τῆς Ὀρθοδοξίας»  καί ἀποτελεῖ μία ἀπό τίς κυριώτερες ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας μας, διότι, ὅπως ψάλλῃ ὁ ἱερός ὑμνῳδός, « Οὐκέτι τῶν
ἀσεβῶν, αἱρετικῶν νῦν  ἡ ὀφρύς(κ.συνεκδ. ἔπαρσις, ὑπεροψία)αἴρεται· ἡ γάρ Θεοῦ δύναμις τήν Ὀρθοδοξίαν ἐκράτυνεν»(Τροπαριον γ΄ Ὠδῆς).
     Ὁλόκληρη ἡ ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς ἔχει χαρακτήρα πανηγυρικό, χαρμόσυνο καί δοξολογικό «Σκιρτῶντες μετ' εὐφροσύνης σήμερον·»  λέγει ὁ ὑμνῳδός, «πιστοί, βοήσωμεν· ὡς θαυμαστά τά ἔργα σου, Χριστέ,  καί μεγάλη ἡ δύναμις, ὁ τήν ἡμῶν ὁμόνοιαν καί συμφωνίαν ἐργασάμενος»(Τροπ. α΄ Ὡδῆς).
      Οἱ τότε εἰκονομάχοι, ὁρμώμενοι ἀπό πολιτικά, οἰκονομικά καί ἄλλα συμφέροντα, πολέμησαν τήν Ἐκκλησίαν, μέ τήν καθαίρεσιν τῶν ἁγίων εἰκόνων. Προσπάθησαν νά καταλύσουν τήν πίστι στήν Ἐνανθρώπησι τοῦ Κυρίου. Ἀρνήθηκαν τήν εἰκόνα, πού εἶναι ἔκφρασις τῆς θείας Οἰκονομίας. Παραγνώρισαν συνειδητά τή διδασκαλία τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πού λέγει συνοπτικά ὅτι:
      «Ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά γίνῃ ὁ ἄνθρωπος θεός».
      Τελικά ἡ Ἐκκλησία νίκησε τήν Αἵρεσι. Θριάμβευσε ἡ ὀρθόδοξος Πίστις. «Ἐδόθη τῇ Ἐκκλησίᾳ σήμερον, τά νικητήρια, θεοκινήτῳ νεύσει καί βουλῇ...», «ἡ Χάρις ἐπέλαμψε τῆς ἀληθείας».
        Ἡ Ἐκκλησία ἐνδύεται τήν «ἔνσωμον Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ὡς ὑπερκόσμιον κόσμον».
       

       Κατέχει,  διαφυλάσσει καί «κρατεῖ ὅ ἔχει, ἵνα μηδείς λάβει τόν στέφανον αὐτῆς, ἕως οὗ ἄν ἥξει ὁ Κύριος»(πρβλ. Πράξ. ιστ΄ 4. Α΄ Τιμόθ. στ΄ 20. Ἀποκ. β΄ 25. γ΄11 κ.ἄ.).
        Μέ τόν Ὅρον τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπαγορεύει τή λατρεία τῶν Εἰκόνων καί διατάσσει τήν ἀνάρτησι καί τήν τιμητική  προσκύνησι « τῆς τε τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰκόνος, καί τῆς ἀχράντου Δεσποίνης ἡμῶν  καί ἁγίας Θεοτόκου, τιμίων τε Ἀγγέλων καί πάντων Ἁγίων καί ὁσίων ἀνδρῶν».


        Ὁ ἱερός ὑμνῳδός χαρακτηριστικά λέγει ὅτι πρέπει  νά ντρέπωνται  ὅσοι ἀρνοῦνται τήν τιμητική προσκύνησι τῶν σεπτῶν Εἰκόνων, πού εἶναι γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους δόξα:

         «Ἐνδυσάσθωσαν αἰσχύνην, οἱ οὕτω μή πιστεύοντες·
           ἡμῖν γάρ δόξα τοῦ Σαρκωθέντος ἡ μορφή, εὐσεβῶς
          προσκυνουμένη, οὐ θεοποιουμένη».

Ἡ Εἰκόνα εἶναι ἔκφρασις τῆς δογματικῆς καί πνευματικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.

        Στόν Ὅρο τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τονίζεται καί ὁ διδακτικός σκοπός  τῆς προσκυνήσεως τῶν Εἰκόνων «ὅσῳ γάρ συνεχῶς δι' εἰκονικῆς ἀνατυπώσεως ὁρῶνται τοσοῦτον καί οἱ ταύτας θεώμενοι, διανίστανται πρός τήν τῶν πρωτοτύπων μνήμην τε καί ἐπιπόθησιν».
      Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός στόν πρῶτο ἀπολογητικό λόγο του, γιά τίς Εἰκόνες, λέγει ὅτι ἀποτελοῦν ἕνα ἀνοικτό βιβλίο, γιά τούς ἀγραμμάτους : «Ὑπόμνημα γάρ ἐστιν ἡ εἰκών· καί ὅπερ τοῖς  γράμμασι μεμυημένοις ἡ Βίβλος, τοῦτο  καί τοῖς ἀγραμμάτοις ἡ εἰκών· νοητῶς δέ αὐτῇ ἑνούμεθα».
      Ἐπίσκοπος Νόλης Παυλῖνος, (ἔζησε στίς ἀρχές τοῦ 5ου μ.Χ. αἰῶνος), λέγει ὅτι ἕνας ἀπό τούς λόγους, πού ἡ Ἐκκλησία ὥρισε τήν ἀνάρτησι καί τιμητική προσκύνησι τῶν Εἰκόνων εἶναι καί «ἡ διδασκαλία καί  οἰκοδομή τῶν πιστῶν διά τῶν αἰσθήσεων, οἱονεί ἐντός κατόπτρου ἐμβλεπόντων τήν μιμητέαν ἀρετήν καί τήν φευκταίαν κακίαν».
         « Καί ἀληθῶς», λέγει ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, «ὁ ψυχολογικός λόγος περί τῶν Εἰκόνων εἶναι τοσοῦτον ἄμεσος, ἐσωτερικός, καί στενῶς συνδεδεμένος μετά τῆς ἠθικῆς καί πνευματικῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου,ὥστε μόνον ἄγρια καί ἀνήμερα ἤθη δύνανται νά ἀποδοκιμάσωσι ταύτας ἐντός τῶν ἱερῶν Ναῶν».
      Ὁ Πατριάρχης Ταράσιος στήν Ἐπιστολή του πρός τούς βασιλεῖς Κωνσταντῖνον καί Εἰρήνην λέγει ὅτι «τάς Εἰκόνας τιμητικῶς προσκυνοῦμεν καί ἀσπαζώμεθα... ὅ γάρ τις  φιλεῖ καί προσκυνεῖ, καί ὅ προσκυνεῖ, πάντως καί φιλεῖ».
      Πέραν ὅμως ἀπό τόν διδακτικόν προορισμόν τῶν Εἰκόνων καί τόν αἰσθητικό χαρακτῆρα τους, ὑπάρχει κάτι βαθύτερο, γιά τό ὁποῖον ἀγωνίσθηκε καί θριάμβευσε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Κι' αὐτό εἶναι τό δόγμα τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, πού ἀποτελεῖ τό θεμέλιο τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας.
      Ὁ Καθηγητής τῆς Εἰκονογραφίας Λεωνίδας Οὐσπένσκη διατυπώνει, μέ ἁπλά λόγια,  τή μεγάλη ἀλήθεια ὅτι «πράγματι ἡ εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος εἶναι ἡ μαρτυρία τῆς ἐνσαρκώσεώς Του καί μαζί ἡ ἀπό μέρους μας ὁμολογία τῆς Θεότητός Του».


 Γι'  αὐτό καί ὁ ἱερός ὑμνῳδός ψάλλει:
            «Τήν θείαν σουΜορφήν, ἐν Εἰκόνι τυποῦντες,
             τήν Γέννησιν Χριστέ, ἀριδήλως βοῶμεν, τά
             θαύματα τά ἄρρητα, τήν ἑκούσιον Σταύρωσιν·


               ὅθεν Δαίμονες, ἀποδιώκονται φόβῳ, καί
               κακόδοξοι, ἐν κατηφείᾳ  θρηνοῦσιν, ὡς τούτων
               συμμέτοχοι» (Κάθισμα τῆς Ἑορτῆς).


Ἡ σύγχρονη μορφή Εἰκονομαχίας.

   Τόν καιρό τῆς Εἰκονομαχίας, τόν 8ον καί 9ον μ.Χ. αἰῶνα ἡ Ἐκκλησία ἀγωνίσθηκε, γιά τήν ἴδια τήν  ὕπαρξί της. Ὑπερασπίσθηκε τό δόγμα τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ, ὅτι δηλαδή «ὁ Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί» (Α΄ Τιμόθ. γ΄ 16), « ἑαυτόν ἐκένωσε μορφήν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καί σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ» (Φιλιπ. β΄ 7-8).
        Ἡ σημερινή μορφή τῆς Εἰκονομαχίας εἶναι περισσότερο ἐπικίνδυνη, γιατί καταφέρεται ἐναντίον τοῦ σκοποῦ τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου, «ἵνα ὁ ἄνθρωπος γένηται Θεός».
           Σήμερα ἔχουμε νά παλαίψουμε ὄχι μόνον μέ ἐκείνους, πού πετοῦσαν, ἔκαιγαν, γκρέμιζαν, ποδοπατοῦσαν καί κατέστρεφαν  καί καταστρέφουν τίς Εἰκόνες ἀπό τίς Ἐκκλησίες καί ἀπό παντοῦ, ἀλλά ἔχουμε νά ἀγωνισθοῦμε συγχρόνως καί μέ τούς νέους
Εἰκονομάχους. Μέ  αὐτούς δηλαδή, πού καταστρέφουν τίς εἰκόνες του Θεοῦ,  τούς συνανθρώπους τους, χωρίς ἴχνος ντροπῆς.
         Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε « κατ'εἰκόνα καί καθ' ὁμοίωσιν Θεοῦ». Αὐτό σημαίνει ὅτι κάθε ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα Θεοῦ, «δυνάμει Θεός», καλεῖται δέ νά γίνῃ καί «ἐνεργείᾳ  Θεός». Δηλαδή μπορεῖ καί ὀφείλει νά κάνῃ καλή χρῆσι τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας του καί νά ὁμοιωθῇ με τόν Θεόν, νά γίνῃ Θεός κατά χάριν.
         Αὐτήν ὅμως τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, πού φέρουμε μέσα μας ἀπό τή γέννησί μας, τή φθείρουμε, τή χραίνουμε, τήν ἀμαυρώνουμε, τήν ἀλλοιώνουμε, τήν ἐξευτελίζουμε καί τήν καταστρέφουμε μέ τίς ἁμαρτίες μας.
      Κάθε ἄνθρωπος, ὅταν παραβαίνῃ τό Νόμο τοῦ Θεοῦ, γκρεμίζει, κατεδαφίζει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα του, ἀλλά συγχρόνως κουρελιάζει καί κατεξευτελίζει καί τίς Εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, τούς συνανθρώπους του καί μέ τόν τρόπον αὐτόν γίνεται ἕνας σύγχρονος εἰκονομάχος , ἕνας στυγερός ἐγκληματίας , ἕνας σιχαμερός εἰκονοκλάστης. Καί,  δυστυχῶς, τέτοιοι Εἰκονομάχοι σήμερα ὑπάρχουν πολλοί.
       Ὑπῆρξε ποτέ  χειρότερη μορφή Εἰκονομαχίας ἀπό τή σημερινή; Πῶς μπορεῖ κανείς νά χαρακτηρίσῃ τούς αἰσχροκερδεῖς ἐμπόρους τῶν Ναρκωτικῶν  καί τούς ἐπίσημους ληστές μέ τό «λευκό κολλάρο»;
        Πῶς χαρακτηρίζονται αὐτοί, πού ξεριζώνουν τούς ἀδυνάτους Λαούς ἀπό τίς πατρίδες τους, καί ποδοπατοῦν τήν προσωπικότητά τους, ἐξευτελίζοντας ἔτσι  τίς ἀθῶες αὐτές Εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἐκμεταλευτοῦν τόν ὀρυκτο τους πλοῦτο;




            Δέν εἶναι αὐτοί οἱ χειρότεροι Εἰκονοκλάστες;
          Ἡ Διεθνής Μαφία ἐμπορίας τῆς λευκῆς σαρκός καί ἡ Μαφία ἁρπαγῆς μικρῶν παιδιῶν καί ἐμπορίας  τῶν ὀργάνων τοῦ σώματός τους, δέν εἶναι ἡ ἀπεχθέστερη, ἡ πιό μισητή μορφή  εἰκονομαχίας;
      

       
           Ὁ Μελέτιος Πηγάς, ἕνας ἐκκλησιαστικός ρήτορας τῶν τελευταίων αἰώνων, μολονότι δέν φαντάσθηκε τό τί θά συνέβαινε σήμερα, σχετικά λέγει:
           «Πόση  λογιάζετε νά εἶναι ἡ κατάκρισίς μας καί ἡ κόλασίς μας, ὅπου ἀσχημίζομεν τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ; Ὅπου φθείρομεν τόν ἔσω ἄνθρωπον, μέ τές ἐπιθυμίες τῆς ἀπάτης;
            Δέν εἶναι ἀπάτης ἐπιθυμίες αἱ ἀδικίες, ὅπου κάμνομεν, καί παρανομίες, ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ κενοδοξία καί ἀκαταστασίες;... Πότε ἐλπίζεις νά βαλθῆς εἰς τήν στράταν τῆς δικαιοσύνης, ἄν δέν στραφῇς; Κάμε τούτην τήν χάριν τῆς Ὀρθοδοξίας ὅπου ἔμαθες, ὅπου ἑορτάζεις. Στολίσου πράξες ἀγαθές, κάμε τήν ἀρετήν βάσιν τῆς θεωρίας. Ἀνάβηθι εἰς τήν ἐπίγνωσιν τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι εἰς τό βάθος τῆς ταπεινώσεως τοῦ Χριστοῦ μέχρι θανάτου. Τοῦτο σοῦ θέλει γίνει, ὡσάν ποτέ τοῦ Ἰακώβ, κλῖμαξ οὐράνιος».
   Καί σέ ἄλλη ὁμιλία του   μᾶς προτρέπει:
   «Ἄς στρέψωμεν εἰς μετάνοιαν δι' ἐξομολογήσεως. Ἄς καθαρίσωμεν τούς ρύπους ἀπό τίς ψυχές μας, διά νά μᾶς γνωρίσῃ πρωτότυπον καί ἀρχέτυπόν μας  καί νά μᾶς  προσκαλέσῃ ὡς γνησίας εἰκόνας Του εἰς τήν αἰώνιόν Του Βασιλείαν» (Μ.Πηγάς, Χρυσοπηγή, σελ. 368 καί 381).
      Καί ὁ ἀείμνηστος Ἡλίας Μηνιάτης, παρατηρῶντας τήν ἀχρείωσιν τῆς Εἰκόνας τοῦ Θεοῦ στόν σύγχρονον κόσμον, μέ τήν ἀπομάκρυνσιν ἀπό τόν Θεόν, λέγει:
       «Ὁ πόνος τῆς καρδίας μου δέν ἀφήνει νά ὁμιλήσῃ περισσότερο ἡ γλῶσσα μου· σιωπῶ καί τελειώνω μέ τοῦτο μόνον· Χριστιανέ, καθώς ἡ πίστις σου εἶναι ἀληθινή καί ἁγία, ἄν δέν εἶναι καί ἡ ζωή σου καλή καί ἁγία, μήν ἐλπίζῃς νά σωθῇς. Πρέπει νά  ζῇς καθώς πιστεύῃς, καί τότε εὐχαρίστει τόν Θεόν, διά τρία πράγματα· πρῶτον, πώς εἶσαι Χριστιανός καί ὄχι ἄπιστος· δεύτερον, πώς εἶσαι Χριστιανός ὀρθόδοξος καί ὄχι αἱρετικός· καί τρίτον, πώς εἶσαι Χριστιανός ὀρθόδοξος τόσον κατά τήν πίστιν, ὅσον καί τήν ζωήν, καί ὄχι κατά τήν πίστιν μόνον. Τότε, ἔλπιζε νά σωθῇς, νά ἀπολαύσῃς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν»( Διδαχαί καί Λόγοι, ἔκδ. Φῶς, ἁθῆναι  1960,σελ.55).
       Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, τέλειος Θεός , ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος, « ἵνα τήν ἑαυτοῦ ἀναπλάσῃ εἰκόνα φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι», ὅπως ψάλλει ὁ ἱερός Δαμασκηνός. Ἡ Ἐκκλησία μας, μᾶς καλεῖ νά γίνουμε ἐν Χριστῷ καινή κτίσις, καί διά τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως, νά βάλουμε «ἀρχήν» στήν πνευματική μας ζωήν. Νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι δέν νοεῖται Ὀρθοδοξία χωρίς Ὀρθοπραξία.
      Τό νόημα τῆς Ἑορτῆς τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι νά κατανοήσουμε οἱ Πιστοί ὅτι ὀφείλουμε, μέ λόγια καί μέ ἔργα,  νά  τιμῶμεν καί νά προσκυνοῦμεν τήν ἄχραντη Εἰκονα τοῦ Χριστοῦ καί τά εἰκονίσματά Του, τούς ἐλαχίστους ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ, τούς συνανθρώπους μας.
    Νά φυλάττουμε τήν καρδιά μας καθαρή ἀπό κάθε ἀκάθαρτη καί ὑλική ἡδονή. Νά διατηροῦμε ἀμόλευτη καί καθαρή τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα μας καί γύρω μας. Νά ἀναστηλώσουμε τήν Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ μέσα μας, στή ζωή μας,  καί νά μήν τήν εὐτελίζουμε. Νά ἀποδεικνύουμε δέ  τήν πίστι μας αὐτή μέ τήν τιμητική προσκύνησι τῶν εἰκόνων τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι οἱ συνάνθρωποί μας.
         Διότι τότε καί μόνον τότε θά μπορέσουμε νά ψάλλουμε μαζί μέ τόν ὑμνῳδό, στόν ἀπερίγραπτο Λόγο τοῦ Πατρός, πού περιεγράφει σαρκούμενος, τόν ὕμνον:
          «  Τήν ἄχραντον Εἰκόνα Σου προσκυνοῦμεν , Ἀγαθέ,
                 αἰτούμενοι συγχώρησιν τῶν πταισμάτων ἡμῶν,
             Χριστέ ὁ Θεός· βουλήσει γάρ ηὐδόκησας σαρκί
              ἀνελθεῖν ἐν τῷ Σταυρῷ, ἵνα ρύσῃ οὕς ἔπλασας
              ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἐχθροῦ· ὅθεν εὐχαρίστως
              βοῶμεν σοι· χαρᾶς ἐπλήρωσας τά πάντα, ὁ Σωτήρ
              ἡμῶν, παραγενόμενος εἰς τό σῶσαι τόν κόσμον».
        


Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Πρόγραμμα Μαρτίου


Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Ο Ακάθιστος Ύμνος

«Χαῖρε ὕψος δυσανάβατον
ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς».
 
 
        Ποιός, ἀλήθεια, μπορεῖ ἐπάξια νά ἐγκωμιάσῃ τή Μητέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ; Ἡ ἁγνή καί ἄσπιλη Παρθένος ἀνεδείχθη ὑψηλοτέρα τῶν οὐρανῶν καί καθαρωτέρα λαμπηδόνων ἡλιακῶν. Οἱ ἀρετές της, ἡ θερμή της πίστις στό Θεό, ἡ «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» λατρεία της, ἡ ὁλοκληρωτική της ἀφοσίωσι στό Θεό, τήν ἀνέδειξαν ὡς τήν «μόνην ἐν γυναιξίν εὐλογημένην καί καλήν». Δι' αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγον καί ὁ Θεός τήν ἐξέλεξε, ὡς τήν μόνην ἄξια νά δεχθῇ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον καί νά γεννήσῃ τόν Υἱόν καί Λόγον Του, τόν Σωτῆρα τοῦ κόσμου.
      
 
      Ἔτσι ἡ ἁγνή, ἡ ταπεινή Μαριάμ ἔγινε Θεοτόκος καί Μητέρα τοῦ Φωτός, Μητέρα τῆς Ζωῆς, Μητέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, «τῶν φιλοθέων φιλοθεοτέρα καί τῶν Ἁγίων  ἁγιωτέρα. Παναγία.
 
       Δι' αὐτῆς  φιλάνθρωπος Θεός,  «ἐφανερώθη ἐν σαρκί» καί μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τή δουλεία τῆς ἁμαρτίας. Καί ὡς στοργική Μητέρα μᾶς παραστέκει στό κάθε μας βῆμα. Καί ποιός εἶναι τόσο πωρωμένος, ὥστε νά μή νοιώθῃ τήν ἀνάγκη νά τήν ἐγκωμιάσῃ, γιά τίς ἀναρίθμητες εὐεργεσίες της;
 
      Ἄγγελοι, Ἀρχάγγελοι , μολογητές τῆς πίστεως, Πατέρες καί θεοφώτιστοι Οἰκουμενικοί Διδάσκαλοι παραμένουν ἄφωνοι μπροστά στό κάλλος τῶν ἀρετῶν της. Πολλῷ δέ μᾶλλον ὁ ἐλάχιστος ἐγώ. Ἀλλά πιστεύω ὅτι ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου, ὡς Μητέρα ὅλων μας ἀκούει καί τά κλαυθμυρίσματα τῶν νηπίων τέκνων της.
     Ποιός ἀπό μᾶς δέν αἰσθάνεται τήν ζωντανή Παρουσία της , τή σκέπη καί τήν προστασία της στήν προσωπική καί τήν Οἰκογενειακή του Ζωή; Ποιός δέν νοιώθει τήν ἀνάγκη νά τήν ὑμνῇ , νά τήν εὐχαριστῇ καί νά τήν ἐγκωμιάζῃ μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς του, γιά τίς εὐεργεσίες της; Ποιός ζήτησε μέ πίστι τή βοήθειά της καί ἔφυγε ντροπιασμένος ἀπό κόντά της ;


       Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον, ἔχουμε δεχθῇ καί δεχόμαστε τήν συνεχῆ στοργική σκέπη καί προστασία της. Αὐτή εἶναι ἡ μόνη  βοηθός καί ἡ κραταιά προστασία μας, σέ ὅλη τήν πορεία τοῦ Γένους μας. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ σκέπη μας καί ἡ σκέπη ὅλου τοῦ κόσμου, ἡ πλατυτέρα νεφέλης. Ἡ Παναγία ὑπῆρξε ἡ ὑπέρμαχος Στρατηγός σέ ὅλες τίς δύσκολες στιγμές τοῦ Γένους μας.


        Γι'  αὐτό καί σάν μιά ψυχή, ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδία ὁλόκληρον τό Γένος τῶν Ἑλλήνων, ὑμνοῦμε  καί δοξολογοῦμε τήν Θεοτόκον καί Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
    
         Ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος, εἶναι ὁ μόνος ἀνάμεσα στούς πολυαρίθμους ὕμνους, πού διασώθηκε ὁλόκληρος σέ Ἀκολουθία τῆς Ἀνατολικῆς Ἑκκλησίας. Γράφτηκε πρός τιμήν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, πού λύτρωσε τήν Κωνσταντινούπολι ἀπό πολλά δεινά.
        Ἀποτελεῖται ἀπό τό προοίμιον: « Τό προσταχθέν μυστικῶς λαβών ἐν γνώσει...», πού σήμερα ἀντικαταστάθηκε μέ τό Κοντάκιο: «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τά νικητήρια...», καί ἀπό 24 οἴκους.
       Ὁ Ὕμνος ἔχει ἀκροστιχίδα τά 24 γράμματα τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου. Ἀρχίζει ἀπό τό Α («Ἄγγελος πρωτοστάτης...») καί τελειώνει στό Ω («Ὦ πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τῶν πάντων ἁγίων  ἁγιώτατον Λόγον»).
         Τό πρῶτο Μέρος τοῦ Ὕμνου (Α-Μ) εἶναι ἱστορικό καί ἀναφέρεται στόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου(Α, Β, Γ, Δ), στήν ἐπίσκεψι τῆς Παρθένου πρός τήν Ἐλισάβετ(Λουκ. α΄39, Ε ), στίς ἀμφιβολίες τοῦ Μνήστορος Ἰωσήφ (Ζ), στήν προσκύνησι τῶν Ποιμένων (Η) καί τῶν Μάγων(Θ, Ι, Κ), στήν Ὑπαπαντήν ( Μ ). Ὁ ποιητής στηρίχθηκε στά Κανονικά Εὐαγγέλια. Σχετικά μέ τήν ἀναχώρησι τοῦ Ἰησοῦ στήν Αἴγυπτο (Λ) ἔλαβε ὑπ' ὄψιν τά ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια.
      Τό δεύτερο Μέρος τοῦ Ὕμνου (Ν-Ω) θεωρεῖται θεολογικό, δογματικό. Σ' αὐτό ὁ ποιητής ἀσχολεῖται μέ τήν ἐνανθρώπησι τοῦ Κυρίου ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου Θεοτόκου καί μέ τήν σωτηρία τῶν πιστῶν.
       Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος συνετάχθη τόν ἕβδομον αἰῶνα, περίπου τό 626 μ.Χ. Τότε οἱ Πέρσες καί οἱ Ἄβαροι, βάρβαροι λαοί τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, πολιόρκισαν τήν Κωνσταντινούπολι. Ὁ Κεράτιος κόλπος γέμισε ἀπό τά πλοῖα τῶν ἐχθρῶν καί ἡ στεριά πλημμύρισε ἀπό τόν βαριά ὁπλισμένο στρατό καί τίς πολιορκητικές μηχανές. Ὁ βασιλιάς Ἠράκλειος ἔλειπε σέ πόλεμο. Στρατός νά προστατεύσῃ τήν Πόλι δέν ὑπῆρχε. Ὁ χαμός ἦταν βέβαιος. Μοναδική ἐλπίδα τῶν Χριστιανῶν ἦταν μόνον μία. Ἡ Παναγία , ἡ Θεοτόκος, ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου, ἡ μητέρα ὅλων τῶν πιστῶν.     
     Στήν Παναγία καταφεύγουν  οἱ πιστοί καί τήν παρακαλοῦν νά λυτρώσῃ καί πάλι τήν Πόλιν της ἀπό τόν μεγάλον αὐτόν κίνδυνον. Καί ὅπως πάντοτε, ἄκουσε τήν προσευχή τους. Ἕνας φοβερός ἀνεμοστρόβιλος σάρωσε κυριολεκτικά καί βύθισε τά πλοῖα τῶν ἐχθρῶν καί τούς ἔτρεψε σέ ἄτακτη φυγή.
          Ἡ Πόλις σώθηκε ἀπό βέβαιη καταστροφή. Εὐγνώμονες οἱ Χριστιανοί κατέφυγαν στό Ναό τῆς Θεοτόκου, ἀποδίδοντας στήν Ὑπέρμαχο Στρατηγό,  τά νικητήρια, μέ εὐχαριστήριους Ψαλμούς καί Ὕμνους. Τότε, γιά πρώτη φορά ἔψαλλαν τόν Ὕμνον, πού, κι'  ἐμεῖς ψάλλουμε σήμερα. Λέγεται δέ  Ἀκάθιστος, διότι οἱ Χριστιανοί  ἔψαλλαν τόν ἐπινίκειον αὐτόν Ὕμνον ὄρθιοι. Ὅλη τήν νύκτα κανείς τους δέν κάθισε. «Ὀρθοστάδην τῷ τότε πᾶς ὁ Λαός  κατά τήν νύκτα ἐκείνην τῇ τοῦ Θεοῦ Λόγου Μητρί γηθόμενος  ἔμελψαν».
       Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος λέγεται καί « Χαιρετισμοί τῆς Παναγίας», ἐπειδή περιέχει πολλά «Χαῖρε». Ὁ Ὕμνος εἶναι χαιρετισμός μαζί καί προσευχή στήν Παναγία.
       Ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου εἶναι ἀπό τίς πιό γνωστές στόν ὀρθόδοξο Ἑλληνικό λαό. Συγκινεῖ βαθειά τίς ψυχές τῶν Χριστιανῶν. Ψάλλεται καί σήμερα, μέ τήν ἴδια κατάνυξι,  ὅπως τότε στή Βασιλεύουσα, ἀλλά καί μέ τήν ἴδια εὐλάβεια πρός τήν Παναγία Θεοτόκο, πού εἶναι ἡ στοργική Μητέρα ὅλων τῶν πιστῶν.
       Δέν ὑπάρχει Χριστιανός πιστός, πού νά μήν πηγαίνει στήν Ἐκκλησία νά παρακολουθήσῃ τούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας. Τίς πρῶτες τέσσερις Παρασκευές τῶν Νηστειῶν ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ψάλλεται τμηματικά καί ὁλόκληρος ψάλλεται τήν Παρασκευή τῆς Ε΄ ἑβδομάδος. Πολλοί πιστοί ἔχουν τήν ὡραία συνήθεια νά διαβάζουν κάθε βράδυ τό μικρό Ἀπόδειπνο καί τούς Χαιρετισμούς τῆς Θεοτόκου.
        Ἡ Παναγία εἶναι «τό φυλακτήριον πάντων καί χαράκωμα, καί κραταίωμα καί ἱερόν καταφύγιον». Εἶναι  τοῦ «Ἀδάμ ἐπανόρθωσις», «τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις», «τοῦ ᾋδου ἡ νέκρωσις» καί  «τοῦ κόσμου  διάσωσμα». Εἶναι « σκέπη καί κραταίωμα, τεῖχος καί ὀχύρωμα» τῶν πιστῶν.
    Ὅπως ἔχουμε πῇ, σέ κάθε δύσκολη στιγμή ὄχι μόνον τῆς προσωπικῆς καί τῆς Οἰκογενειακῆς μας ζωῆς, ἀλλά καί τῆς ζωῆς τοῦ Ἔθνους μας, στήν Παναγία καταφεύγουμε,  μέ τή βεβαιότητα ὅτι θά ἀκούσῃ τίς προσευχές μας καί θά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τούς κινδύνους, πού μᾶς κυκλώνουν. Ἄς τό ὁμολογήσῃ, λοιπόν, ὁ πιστός ὀρθόδοξος λαός, ὅτι ἡ Μεγαλόχαρη , παντοῦ καί πάντοτε, μᾶς προστατεύει ἀπό ὁρατούς καί ἀοράτους ἐχθρούς. Δέν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτέ.
     Πόσες φορές μᾶς λύτρωσε ἀπό θανάσιμους κινδύνους κατά τήν
     Βυζαντινή περίοδο;
     Ποιός μᾶς στήριξε κατά τήν  περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας;
    Μέ τήν βοήθειά της δέν ἐλευθερωθήκαμε ἀπό τήν ἐπάρατη     δουλεία ; 
   Ἡ Παναγία δέν ὅπλισε μέ θάρρος τήν ψυχή μας;
   Ἡ Παναγία δέν μᾶς παραστάθηκε σέ ὅλες τίς δυσκολίες κατά τό     Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο;
    Εἶμαι ἀπόλυτα σίγουρος ὅτι καί σήμερα, ἡ γλυκειά Παναγιά,
    θά μᾶς σκεπάσῃ μέ τή Χάρι της καί θά λυτρώση  καί πάλιν  
    τό Γένος μας.
    Ὅπως πάντοτε ἔτσι καί σήμερα, μέ τή Χάρι καί τή βοήθειά της,
     θά νικήσουμε τούς προβατόσχημους λύκους, τούς παντοειδεῖς  
       καί δόλιους ἐχθρούς  τῆς Πατρίδος μας.     
        Ἡ Χάρι της  μᾶς πραστέκει καθημερινά στό κάθε μας βῆμα.
        Καί στή Χάρι της ὀφείλουμε τά νικητήρια καί τίς εὐχαριστίες.

                  « Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τά νικητήρια, ὡς
                     λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
                     ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου, Θεοτόκε. Ἀλλ'
                     ὡς ἔχουσα τό κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ
                     παντοίων με κινδύνων  ἐλευθέρωσον, ἵνα
                     κράζω σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε».
           Εἶναι ἀδύναμος ὁ ἀνθρώπινος λόγος νά πλέξῃ ἐπάξιον ἐγκώμιον εἰς τήν Θεοτόκον. Καί αὐτός ἀκόμη ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ μπροστά στό κάλλος τῶν ἀρετῶν της στέκεται ἄφωνος. Ἀπορεῖ καί ἐξίσταται λέγοντας:
           «Ποῖον σοι ἐγκώμιον προσαγάγω ἐπάξιον· τί δέ ὀνομάσω
             σε ; ἀπορῶ καί ἐξίσταμαι· διό, ὡς προσετάγην, βοῶ σοι·
             Χαῖρε, ἡ Κεχαριτωμένη».
         Ὁλοζώντανη εἶναι ἡ Παρουσία της. Μᾶς παρακολουθεῖ μέ στοργή καί χαίρεται μέ τήν προκοπή μας  στήν ἀρετή καί πικραίνεται μέ τά παραστρατήματά μας τόσον, ὥστε νά δακρύζουν ἀκόμη καί οἱ Εἰκόνες της.
         Εἶναι καιρός νά συνειδητοποιήσουμε τή στοργή καί τή μητρική της τρυφερότητα καί, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά σήμερα,  νά ἀκούσουμε τή μητρική της συμβουλή, μέ τήν ὁποία μᾶς συνιστᾶ ὑπακοή στόν Υἱό της καί Σωτῆρα μας.
         Μᾶς δείχνει τό Χριστό καί μᾶς λέγει:
         « Ὅ, τι ἄν λέγῃ ὑμῖν ποιήσατε» (Ἰωάν. β΄ 5).
         Ἡ ὑπακοή μας στό Χριστό, ἡ συμμόρφωσίς μας μέ τή  μητρική συμβουλή,  θά μᾶς βοηθήσῃ νά προκόψουμε στίς ἀρετές καί νά πετύχουμε, μέ τή Χάρι της, στήν πνευματική μας τελείωσι. 
           Ἡ  πνευματική  μας προκοπή  θά εἶναι καί τό μόνο ἐγκώμιον, πού μποροῦμε νά πλέξουμε στήν Παναγία Μητέρα μας , καί τό μόνο ἐγκώμιον, πού περιμένει ἀπό ὅλους μας. Εἶναι δέ βέβαιον ὅτι τότε, καί μόνον τότε θά φθάνουν στά δεξιά τοῦ Σωτῆρος  οἱ Ὕμνοι καί οἱ Χαιρετισμοί μας στή  Χάρι της,  πού  χαιρετίζεται καί εἶναι πραγματικά ὄχι μόνον
       «ὕψος δυσανάβατον  ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς καί
         βάθος δυσθεώρητον καί Ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς», ἀλλά καί
       «τιμιωτέρα τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως
        τῶν Σεραφείμ» , σκέπη δέ καί καταφυγή καί  κραταιά
        προστασία ὅλων μας.