ὁδ.Τσόχα 39 - Ἀμπελόκηποι Μετόχιον τῆς Ἱ.Μονῆς Πετράκη

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

.

Ανάγκη των καιρών

ΑΝΑΓΚΗ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Β
 
Πεῖνα καί δίψα τοῦ Ἰησοῦ

   ΣΚΟΠΟΣ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ λύτρωσις καί ἡ σωτηρία τοῦ Γένους τῶν ἀνθρώπων.
    Θεός δέν ἐδημιούργησε τόν ἄνθρωπον «εἰς ἀπώλειαν», ἀλλ'  «εἰς σωτηρίαν». Ὡς ἄπειρη ἀγάπη ὁ Θεός «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι  καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄Τιμόθ. β΄ 4).
       Μέ τόν ἐρχομό τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, μέ τή διδασκαλία καί τά θαύματά Του, μέ τή Σταυρική Του Θυσία καί τήν Ἀνάστασί Του, πραγματοποιεῖται ἡ προαιώνια Βουλή τοῦ Θεοῦ.
      «Καί εἶδον», λέγει ὁ Ἰωάννης, «καί ἰδού ἵππος λευκός, καί ὁ καθήμενος ἐπ' αὐτόν ἔχων τόξον·  καί ἐδόθη αὐτῷ στέφανος, καί ἐξῆλθε νικῶν καί  ἵνα νικήσῃ» (Ἀποκ. στ΄ 2).
       λευκός ἵππος καί ὁ πάλλευκος καβαλλάρης ἐξεικονίζει τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ «στέφανος», πού τοῦ δόθηκε, βεβαιώνει τή Νίκη καί τόν Θρίαμβό Του.  Καί πράγματι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ «ἐκένωσεν ἑαυτόν». «Ἐξῆλθε ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τόν σπόρον αὐτοῦ» (Λουκ. η΄ 4-18). Καί ἐνίκησε τόν κόσμο. Ὁ ζωοποιός Του λόγος ἐκαρποφόρησε.


        Σπορέας εἶναι ὁ Χριστός, σπόρος εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί χωράφι εἶναι οἱ καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Δέν μᾶς ἐξαναγκάζει ὁ Παντοδύναμος νά ἔλθουμε κοντά Του. Μᾶς προσκαλεῖ μέ στοργή. Σπέρνει μέσα στήν καρδιά μας τό Λόγο Του καί  μᾶς καλεῖ νά ἔλθουμε κοντά Του, μέ τή θέλησί μας. Θέλει τή σωτηρία μας. «Ἐμόν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον» (Ἰωάν. δ΄ 34). Θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρός εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
      Ἡ λαχτάρα τοῦ Χριστοῦ, γιά τή σωτηρία μας, φθάνει μέχρι τό Θάνατο, πού τόν θεωρεῖ Χρέος Του καί δόξα Του (Ἰωάν. γ΄ 14-16).

       «Μετά τοῦτο εἰδώς ὁ Ἰησοῦς ὅτι πάντα ἤδη τετέλεσται
           ἵνα τελειωθῇ ἡ Γραφή, λέγει· διψῶ» (Ἰωάν ιθ΄ 28).

      Πεῖνα καί δίψα τοῦ Ἰησοῦ ἡ σωτηρία μας.
 Ὁ Χριστός «ἔπαθεν ὑπέρ ἡμῶν, ἡμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ» (πρβλ. Α΄ Πέτρ. β΄ 21).
      Τή συνέχισι τοῦ κοσμοσωτηρίου ἔργου Του ὁ Κύριος ἀναθέτει εἰς τούς Μαθητάς Του. Τούς καλεῖ κοντά Του καί τούς καθιστᾶ ἁλιεῖς ἀνθρώπων, ἅλας τῆς γῆς  καί Φῶς τῶν ἀνθρώπων (παρβλ. Ματθ. δ΄ 19. ε΄ 13-16).
      Πρός συνέχισιν τοῦ λυτρωτικοῦ Του ἔργου ὁ Κύριος ἀποστέλλει στόν κόσμο, ὄχι μόνον  τούς Ἀποστόλους Του καί τούς διαδόχους  αὐτῶν, ἀλλά καί ὅλους τούς πιστούς Μαθητάς Του. Ὅλοι ἐμεῖς εἴμαστε ἀπεσταλμένοι Του στόν κόσμο, μέ τήν Ἐντολήν·  «Νά κηρύξουμε τό Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει» (Μάρκ. ιστ΄ 15).
        
     λους μᾶς ἔλουσε καί μᾶς ἐκαθάρισε ἀπό τίς ἁμαρτίες μας, μέ τό πανάγιον αἷμα Του, καί «ἐποίησεν ἡμᾶς βασιλεῖς, ἱερεῖς τῷ Πατρί αὐτοῦ» (Ἀποκ. α΄ 5-6).
       Σκοπός τῆς κλήσεως ὅλων μας, τῶν ἱερέων τῶν ποιμένων καί διδασκάλων καί ὅλων τῶν πιστῶν καί ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, εἶναι  ἡ ἁλιεία  τῶν ψυχῶν,  τό κήρυγμα τοῦ Θείου λόγου, ἡ ἀφύπνισις τῶν ἀνθρώπων, ὥστε, μέ τή θέλησί τους, να ἐπιστρέψουν κοντά στό Θεό, πού εἶναι ἡ Πηγή τοῦ ζῶντος ὕδατος.
         Μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος νά κηρύξουμε τό Εὐαγγέλιον καί νά καλλιεργήσουμε τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νά μπορέσουν νά ξεχωρίσουν τά γήϊνα ἀπό τά ἐπουράνια, τά φθαρτά ἀπό τά ἄφθαρτα, τά πρόσκαιρα ἀπό τά αἰώνια , νά συνειδητοποιήσουν τή διαφορά, πού ὑπάρχει ἀνάμεσα στό φυσικόν ὕδωρ  καί τό ὕδωρ τό ζῶν, καί νά ἐκτιμήσουν τήν ἀξία πού ἔχει τό ὕδωρ τό ζῶν. Νά καταλάβουν καλά τό λόγο τοῦ Κυρίου, πού λέγει ὅτι: «Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου (δηλαδή τοῦ φυσικοῦ νεροῦ) διψήσει πάλιν». Δηλαδή, ὅλα τά κοσμικά ἀγαθά δέν μποροῦν νά πληρώσουν τό ὑπαρξιακό κενό,  οὔτε νά λύσουν τίς μεταφυσικές ἀνησυχίες τοῦ ἀνθρώπου. Ἀντίθετα, μάλιστα, διευρύνουν τό κενό. νῷ «ὅς δ' ἄν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγώ δώσω αὐτῷ», λέγει ὁ Κύριος, «οὐ μή διψήσῃ εἰς τόν αἰῶνα, ἀλλά τό ὕδωρ ὅ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγή ὕδατος ἀλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ΄ 13-14). Ἡ Χάρις του Ἁγίου Πνεύματος, τό ὕδωρ τό ζῶν, ἀναγεννᾷ τόν ἄνθρωπο, τόν κάνει «καινή κτίσι», τοῦ χαρίζει τήν ἄφεσιν καί τήν αἰώνιον ζωήν, τά ἐπουράνια, τά ἄφθαρτα ἀγαθά.
      Τό ἔργο καί ἡ ἐξουσία τῶν Μαθητῶν διαγράφεται στό Ματθ. ι΄ 1-42 καί Λουκ. ι΄ 2-24 κλπ. Μᾶς προικίζει μέ τή δική Του  Χάρι, Δύναμι καί Ἐξουσία, γιά νά κηρύξουμε τό Εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας Του. Μᾶς καθιστᾷ ἱκανούς «τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καί οὐδέν ἡμᾶς οὐ μή ἀδικήσῃ» (Λουκ. ι΄ 19).  Μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι στήν
 πορεία  μας τίποτε δέν θά σταθῇ ἱκανό νά μᾶς βλάψῃ. Μετά τήν Ἀνάστασί Του μᾶς δίδει τήν Ἐντολήν νά κηρύξουμε τό Εὐαγγέλιον  εἰς πάντα τά ἔθνη, πάσῃ τῇ κτίσει, μέ τήν ὑπόσχεσι πώς θἆναι παντοτινά μαζί μας (Ματθ. κη΄19-20.Μάρκ. ιστ΄ 15-20).
    Οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ πρῶτοι Μαθητές  ἐξελθόντες ἐκήρυξαν πανταχοῦ τό Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας τοῦ Ἰησοῦ. «Ἐκήρυξαν ἐπί τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καί ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τά ἔθνη» (Λουκ. κδ΄ 47), πιστοί στήν Ἐντολή τοῦ Κυρίου. Καί τούς πρωτοπόρους αὐτούς Ἁγίους ἀκολούθησεν νέφος Ἁγίων Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν καί Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων.
      Τά ἐρωτήματα, πού γεννῶνται σήμερα στή ψυχή μας καί πρέπει νά μᾶς προβληματίσουν ὅλους,  εἶναι ἁπλᾶ:
  •   μεῖς οἱ Χριστιανοί σήμερα ἀκολουθοῦμε τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων;
  •  χουμε συνειδητοποιήσει ὅτι εἴμαστε ἀπεσταλμένοι τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο;
  •    Καί ἐάν ναί, συνεχίζουμε τό κοσμοσωτήριον ἔργο τοῦ Χριστοῦ, μέ αὐταπάρνησι καί αὐτοθυσία, κηρύττουμε τό Εὐαγγέλιον λόγῳ καί ἔργῳ,  ὥστε νά βοηθήσουμε τούς συνανθρώπους μας νά ἐπιστρέψουν κοντά στό Θεό, ὅπως ἔπραξαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας;  
                 Εἶναι καιρός χωρίς ἀντάρες,
                 φωνές καί κατάρες
                 «ἐν πραῢτητι σοφίας, μέ τήν
                 ἁγία μας ζωή, ἐκ τῆς καλῆς 
                 ἀναστροφῆς, νά δείξουμε  τά
                 ἔργα μας στόν κόσμο».
                 Νά μαλακώσουν οἱ καρδιές
                 πού ἔχουνε πετρώσει.
                 Τό φῶς καί τήν ἀγάπη τοῦ
                 Χριστοῦ νά σκορπίσουμε     
                «στή Γαλιλαία τῶν Ἐθνῶν»,
                «στή νέα Βαβυλῶνα».
               Ἡ πεῖνα καί ἡ δίψα τοῦ Χριστοῦ
                νά γίνῃ καί δική μας πεῖνα καί
                δίψα, γιά τή λύτρωσι  ὅλων τῶν
                συνανθρώπων μας, χωρίς διάκρισι,
                «ἐκ παντός ἔθνους καί φυλῶν καί
                λαῶν καί γλωσσῶν» (Ἀποκ. ζ΄ 9).

                Ἡ Ἐκκλησία μας γλυκύτατα ἅδει
                 νά κηρύξουμε καί τοῖς ἐν ᾏδῃ,
                 στόν τόπον τοῦτον τῆς Ὀδύνης,
                 ὅπως καταντήσαμε τή γῆ.
                 Προπορεύεται ὁ Χριστός,
                 κι' ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε.
                 Εἰς τόν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου
                 δέν μποροῦν νά ἀνασάνουν
                 οἱ αἰχμάλωτοι τῆς γῆς.
                 Καιρός τό Εὐαγγέλιον νά γίνῃ  
                «Πρᾶξις». Διότι, ὅπως ἀναφωνεῖ
                 ἡ ἀηδών τῆς Θεολογίας, ὁ Ἅγιος
                 Γρηγόριος, «Πρᾶξις, θεωρίας 
                 ἐπίβασις». «Ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν
                 τά καλά ἔργα οἱ ἄνθρωποι καί  
                 δοξάσωσι τόν  Πατέρα ὑμῶν τόν
                 ἐν τοῖς οὐρανοῖς», λέγει ὁ Κύριος
                                                     (Ματθ. ε΄ 16).



ΑΝΑΓΚΗ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Γ
 
Πρωταρχικόν Καθῆκον τῶν Μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου.
 
 
          «Ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω· ἐάν τις
               ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καί ἀνοίξῃ τήν θύραν,
               καί εἰσελεύσομαι πρός αὐτόν καί δειπνήσω μετ'
               αὐτοῦ καί αὐτός μετ' ἐμοῦ» (Ἀποκ. γ΄   20).
                      
 
 
     Ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ «παντί τρόπῳ», μέ κάθε τρόπο, εἰλικρινά καί μέ εὐθύτητα νά καταγγέλλεται, νά κηρύττεται ὁ Χριστός.
    Καί πρός τόν Τιμόθεο, ἀλλά καί σέ κάθε πνευματικό ἐργάτη, γράφει: «Κήρυξε τόν λόγον, στάσου ἄξιος ὁδηγός τῶν ἀκροατῶν σου καί κήρυττε τό Λόγο τοῦ Θεοῦ σέ κάθε εὐκαιρία, στόν κατάλληλο  καί στόν ἀκατάλληλο καιρό, ἔλεγξε, ἐπίπληξε, συμβούλεψε, παρηγόρησε μέ κάθε μακροθυμία καί μέ κάθε προσεγμένη μέθοδο διδασκαλίας» (Β΄ Τιμόθ. δ΄ 2).
       «Σύ δέ νῆφε  ἐν πᾶσι, κακοπάθησον, ἔργον ποίησον εὐαγγελιστοῦ, τήν διακονίαν σου πληροφόρησον» (Β΄Τιμόθ. δ΄ 5). «Μή ἀμέλει τοῦ ἐν σοί χαρίσματος» (Α΄Τιμθ.  δ΄ 14).
       μεῖς σήμερα, Κλῆρος καί Λαός, ἀκολουθοῦμε τίς συστάσεις τοῦ Ἀποστόλου Παύλου; Ἔχουμε συλλάβει τό νόημα, τή μεγάλη σημασία καί ἀξία τῆς ἀποστολῆς μας στόν κόσμο;
      Δόξα τῷ Θεῷ! Ὀφείλω νά ὁμολογήσω ὅτι ὑπάρχουν ὀλίγοι ἐργάτες δόκιμοι, τίμιοι, πού στέκονται  ἄγρυπνοι στίς ἐπάλξεις. Θά ἀναφέρω ἐδῶ ἕνα ἐνδεικτικό παράδειγμα, τόν εὐλαβέστατον Ἐφημέριον τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ  Ἁγίου Γεωργίου Κολωνοῦ, τόν π. Ἀντώνιον Παπανικολάου, τῆς




 σεμνῆς συζύγου του καί τῶν ἐκλεκτῶν συνεργατῶν τους, πού ἵδρυσαν καί συντηροῦν τήν πράγματι «Κιβωτόν τοῦ Κόσμου» καί ἔμπρακτα κηρύττουν τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ.
 
 

 
 

       Θαυμάσιον ἔργον , ὑπόδειγμα πρός μίμησιν.
     
       Πολυεύσπλαγχνος Κύριος, ὅμως, διαπιστώνει ὅτι «ὁ θερισμός πολύς, οἱ δέ ἐργάται ὀλίγοι» καί λέγει στούς Μαθητάς Του: «Δεήθητε οὖν τοῦ Κυρίου τοῦ θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τόν θερισμόν αὐτοῦ» (Ματθ. θ΄ 37-38).
       Εἶναι καιρός νά συνειδητοποιήσουμε ὅλοι, Κλῆρος καί Λαός, ὅτι πρωταρχικόν μας καθῆκον
εἶναι  νά κηρύττουμε τό Εὐαγγέλιον «πάσῃ τῇ κτίσει».
        Κλῆρος καί Λαός  εἴμαστε οἱ δύο Μάρτυρες, στούς ὁποίους  δίδει ὁ Χριστός τήν ἐξουσίαν νά προφητεύσουμε καθ' ὅλην τήν διάρκειαν τῆς ἐπιγείου ζωῆς μας καί νά κηρύττουμε στόν κόσμον κήρυγμα μετανοίας. Κλῆρος καί Λαός.
«Οὗτοί εἰσιν αἱ δύο ἐλαῖαι καί αἱ δύο λυχνίαι αἱ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τῆς γῆς ἑστῶσαι. Κανείς, ἀπολύτως κανείς, δέν θά μπορέσῃ νά μᾶς βλάψῃ. Ἐάν κανείς τολμήσῃ, θά τιμωρηθῇ. Εἴ τις θέλει ἡμᾶς ἀδικῆσαι, οὕτω δεῖ αὐτόν ἀποκτανθῆναι». Ἐάν κανείς θελήσῃ νά μᾶς ἀδικήσῃ, θά τιμωρηθῇ μέ θάνατον (πρβλ.Ἀποκ. ια΄ 3-5). 
      Τό κάθε μας βῆμα πρέπει νἆναι διδαχή. Ὄχι μόνον τῶν Ἐπισκόπων καί τῶν Ἱερέων, ἀλλά ὅλων τῶν πιστῶν Χριστιανῶν, διότι ὅλους μᾶς ἔλουσε καί μᾶς ἐκαθάρισε, μέ τό αἷμα Του, ἀπό τίς ἁμαρτίες μας καί ἐποίησεν ἡμᾶς βασιλεῖς, ἱερεῖς τῷ Θεῷ καί Πατρί (πρβλ. Ἀποκ. α΄ 5-6) «καί ἀπέστειλεν ἡμᾶς κηρύσσειν τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί ἰᾶσθαι τούς ἀσθενοῦντας» (Λουκ. θ΄ 2).
      Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀνάγκη νά ἀκούσουν τό λόγο τοῦ Θεοῦ, νά γνωρίσουν τήν Ἀλήθεια καί νά ἐλευθερωθοῦν ἀπό τήν πλάνην καί τήν αἵρεσιν.
        «Γνώσεσθε τήν Ἀλήθειαν, καί ἡ Ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς», λέγει ὁ Κύριος (Ἰωάν. η΄ 32).
 Καί ἐμεῖς, Κλῆρος καί Λαός, ἔχουμε Χρέος νά ἀντιπαρατάξουμε στό σκοτάδι τοῦ κόσμου, τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ, στήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισία, τήν Ἀλήθεια καί τήν Εἰλικρίνεια. Νά μάθουν  οἱ ἄνθρωποι ὅτι τό Σκοτάδι, ἡ Ψευτιά καί ἡ Ὑποκρισία ὑποδουλώνουν, τό Φῶς, ἡ Εἰλικρίνεια καί ἡ Ἀλήθεια ἐλευθερώνουν. Πρωταρχικόν μας, λοιπόν, Καθῆκον εἶναι νά διδάξουμε στόν Κόσμο τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ. Διότι «Πῶς ἐπικαλέσονται εἰς ὅν οὐκ ἐπίστευσαν; Πῶς δέ πιστεύσουσιν οὗ οὐκ ἤκουσαν; Πῶς δέ ἀκούσουσι χωρίς κηρύσσοντος;...» (Ρωμ. ι΄ 14-15).
       Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος μᾶς συνιστᾶ προσοχή στούς λόγους μας. Κάθε κήρυκας τοῦ Θείου λόγου ὀφείλει νά  εἶναι πολύ προσεκτικός καί νά γνωρίζῃ καλά τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἀποτρέπει ἐκείνους, πού δέν ἔχουν τό χάρισμα τοῦ λόγου, νά  κάνουν τό διδάσκαλο: «Μή πολλοί διδάσκαλοι γίνεσθε, ἀδελφοί μου, εἰδότες ὅτι μεῖζον κρῖμα ληψόμεθα· πολλά γάρ πταίομεν ἅπαντες» (Ἰακ. γ΄ 1-2).
     Αὐτή ἡ σύστασις δέν ἀπαλλάσσει τόν εὐσεβῆ καί πιστό Λαό τοῦ Θεοῦ τοῦ καθήκοντος νά διδάσκῃ τό λόγο τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ἁγία του ζωή, μέ τό γλυκό του, παρήγορο καί χαριτωμένο λόγο καί μέ τή σιωπή του. Ὀφείλει κάθε πιστός νά ζῇ «καθώς πρέπει ἁγίοις» καί νά διδάσκῃ μέ τό  φωτεινό του παράδειγμα, μέ τήν ἀγάπη του νά διδάσκῃ τό λαό καί νά θεραπεύῃ τούς ἀσθενεῖς. Βεβαίως τό βάρος  τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου βαρύνει τόν Ἱερό Κλῆρο.
    Ἅγιος Ἀμβρόσιος λέγει ὅτι «κύριον τοῦ Ἐπισκόπου, καί κατ' ἀκολουθίαν τοῦ Ἱερέως, ἔργον εἶναι τό διδάσκειν τόν λαόν». «Τούτου δέ μή ὄντος, πάντα οἴχεται. (ἐάν, δηλαδή, οἱ Ἱερεῖς δέν διδάσκουν τόν λαόν, τά πάντα χάνονται). Διότι ἐκεῖνος πού δέν γνωρίζει νά μάχεται μέ τούς ἐχθρούς τῆς πίστεως καί δέν γνωρίζει νά ἀνατρέπῃ τούς συλλογισμούς καί  νά αἰχμαλωτίζῃ κάθε νόημα,  κάθε σκέψι, κάθε λογισμό, εἰς τήν ὑπακοήν τοῦ Χριστοῦ, καί δέν καθαρίζει καί δέν ἐξαγνίζει τούς συλλογισμούς, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δέν ξέρει  νά διδάσκῃ αὐτά πού πρέπει, γιά τή σωστή, τήν ὀρθή διδασκαλία, εἶναι πολύ μακριά ἀπό τό διδασκαλικό θρόνο... δέ μάλιστα χαρακτηρίζει τόν διδάσκαλον, τοῦτό ἐστι, τό δύνασθαι   κατηχεῖν τόν λόγον» (Χρυσοστόμ., πρός Τίτον  ὁμιλ. Β΄2).
      Γι' αὐτόν πού εἶναι ἀνίκανος νά διδάσκῃ, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λέγει: «Πρέπει νά γνωρίζῃς καί νά μήν ἀμφιβάλλῃς ὅτι πρίν μέν ἀπό τήν ἐκλογή σου ζοῦσες γιά τόν ἑαυτόν σου. Ἀπό τή στιγμή πού ἐκλέχτηκες δέν ζῆς πιά γιά τόν ἑαυτόν σου, ἀλλά γιά ἐκείνους, πού γιά χάρι τους καταστάθηκες ποιμένας. Καί πρίν μέν λάβῃς τήν χάριν τῆς ἐπισκοπῆς, κανείς δέν σέ γνώριζε. Ἀπό τή στιγμή ὅμως πού ἔγινες Ἐπίσκοπος (Ἱερεύς) καί στό ἑξῆς οἱ λαοί περιμένουν μέ λαχτάρα νά τούς φέρῃς πνευματική τροφή, τή διδασκαλία ἀπό τίς Γραφές. Ὅταν, λοιπόν,  αὐτοί πού περιμένουν ἀπό σένα τροφή, πεινοῦν, σύ δέ τρέφεις μόνο τόν ἑαυτόν σου, καί ἔλθῃ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, καί ἐμεῖς θά παρουσιασθοῦμε μπροστά Του, καί βλέπει τα πρόβατά Του νά πεθαίνουν ἀπό τήν πεῖνα, ποιά θά ἔχῃς δικαιολογία; Τί θά ἀπολογηθῇς;» (Ἐπιστολ. πρός Δρακόντιον 2 ΒΕΠΕΣ 33,171,33-172,5).
         Καί ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει ὅτι «ἴδιον Ἐπισκόπου (καί κατ' ἀκολουθίαν καί τοῦ ἱερέως) ποιεῖν τε καί διδάσκειν». «Διόπερ ἀνάγκη ἡμᾶς μέν, τούς τήν διακονίαν τοῦ λόγου πεπιστευμένους, ἐν παντί καιρῷ προθύμους εἶναι πρός τόν καταρτισμόν τῶν ψυχῶν» (Ὅροι, ΒΕΠΕΣ 53,137,7-9).
        Οἱ ἄνθρωποι διψοῦν καί περιμένουν νά ἀκούσουν τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἔχουν ἀνάγκη νά μάθουν τήν ἀλήθεια, γιά τό Θεό, γιά τόν ἄνθρωπο, γιά τόν κόσμο, γιά τήν ἀθάνατη ψυχή, καί γιά τήν αἰώνια ζωή. Καί  ἐμεῖς, Κλῆρος καί Λαός, ἔχουμε Χρέος νά διδάσκουμε τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ.


  «ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπό Ἱερουσαλήμ εἰς Ἰεριχώ, καί
  λησταῖς περιέπεσεν· οἵ καί ἐκδύσαντες αὐτόν καί πληγάς ἐπι-
  θέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα...» (Λουκ. ι΄ 30).
 
       πάρχουν πολλοί συνάνθρωποί μας, δυστυχῶς, ἄρρωστοι. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος  λέγει ὅτι εἶναι ἀνάμεσά μας πολλοί ἀσθενεῖς καί ἄρρωστοι καί ὅτι ἀρκετοί ἀπό αὐτούς πεθαίνουν (Α΄Κορινθ. ια΄30) καί ἔχουν ἀνάγκη ἀπό ἄμεση βοήθεια καί θεραπεία. Πολλοί μάλιστα ἀπό αὐτούς  δέν πάσχουν ἀπό τή συνήθη ἰδιωτεία (ἠλιθιότητα, ἀπό πλήρη διανοητική ἀνεπάρκεια), ὀφειλομένην εἰς ἐλλειματικήν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐγκεφάλου, ἀλλά πάσχουν ἀπό ἔλλειψιν ψυχικῆς, πνευματικῆς καλλιεργείας, ἔχουν, οἱ δυστυχεῖς, μηδέν  καί κάτω ἀπό τό μηδέν (Ο) ἠθικόν, πνευματικόν πηλῖκον τόσον, ὥστε κάθε τους λόγος, κάθε τους πρᾶξις  νά εἶναι «ὕβρις», ἔγκλημα καθοσιώσεως-ἐσχάτη προδοσία (παρβλ. καί Ρωμ.α΄21-32). Ἀρνοῦνται τόν ἀληθινόν Θεόν καί προσκυνοῦν τά Εἴδωλα «ἀργύριον καί χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων», ἀνατρέπουν τήν Ἱεραρχία τῶν Ἀξιῶν. Προδίδουν τήν Πατρίδα, τά Ἰδανικά καί τίς ἱερές  μας  Παραδόσεις, τά ἤθη καί τά ἔθιμα τοῦ μαρτυρικοῦ Γένους μας, τή Θρησκεία μας, τόν Πολιτισμό μας. Μέ μιά λέξι προδίδουν ἠθελημένα ἤ ἀθέλητα, τόν Ἑλληνικό Πολιτισμό  καί τήν Ὀρθοδοξία.

       Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ κράτησε τό Γένος ὄρθιο, ζωντανό, τά
       χρόνια τῆς σκλαβιᾶς καί τό ὥπλισε μέ δύναμι καί θάρρος
        νά ἀποτινάξη τό ζυγό καί νά ζῇ σήμερα ἐλεύθερο.

       Εἶναι ἄρρωστοι οἱ συνάνθρωποί μας αὐτοί  καί ζοῦν ἀνάμεσά μας καί, λόγῳ τῆς ψυχικῆς τους ἀρρώστιας, ἀρνοῦνται τό Θεό καί ροκανίζουν τά θεμέλια τῆς Πατρίδος μας. Εἶναι δυνατόν νἆναι καλά στά μυαλά τους, εἶναι δυνατόν νά εἶναι ὑγιεῖς,  ὅταν ἀπαιτοῦν, στήν καρδιά τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας:
  • Τήν κατάργησι τῆς Προσευχῆς;
  • Τήν κατάργησι τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν στά Σχολεῖα τῆς Πατρίδος μας, ὅταν θεωρεῖται πρωτεῦον Μάθημα καί ὑποχρεωτικό σέ ὅλα τά Σχολεῖα  σέ παγκόσμια κλίμακα;
  • Τήν κατάργησι τῶν Θρησκευτικῶν (τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας), ποδοπατῶντας τό ἰσχῦον Σύνταγμα, τό ὁποῖον, ὡς βούλησι τοῦ Ἔθνους, ὁρίζει ὅτι «ἡ παιδεία ἀποτελεῖ βασική ἀποστολή τοῦ Κράτους καί ἔχει σκοπό τήν ἠθική, πνευματική καί φυσική ἀγωγή τῶν Ἑλλήνων, τήν ἀνάπτυξι τῆς ἐθνικῆς καί θρησκευτικῆς συνειδήσεως καί τή διάπλασί τους σέ ἐλεύθερους καί  ὑπεύθυνους πολῖτες;» (Σύνταγμα ἄρθρον 16 παρ. 2  πρβλ. καί  ἄρθρ.1, παρ. 1α τοῦ Ν.1566\1985). Εἶναι τόσον ἄμυαλοι ὥστε νά μήν ἀντιλαμβάνονται ὅτι γελοιοποιοῦνται, ἀγνοῶντας ὅτι τό Μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στά Σχολεῖα μας ἐνσαρκώνει καί μεταδίδει τόν Ἑλληνορθόδοξο Πολιτισμό στόν κόσμο καί ἐξευγενίζει τούς ἀνθρώπους;
       Πῶς θά μπορέσουμε νά βοηθήσουμε τούς συνανθρώπους μας αὐτούς, τούς ἀσθενεῖς,  καί πῶς θά θεραπεύσουμε τήν ψυχή τους, ἄν δέ κηρύξουμε, μέ ἀγάπη καί ὑπομονή, καί σ' αὐτούς τόν ἰαματικό λόγο τοῦ Εὐαγγελίου;
      Ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέγει ὅτι «Μία τις μετά τά ἔργα δίδοται μηχανή καί θεραπείας ὁδός διά τοῦ λόγου διδασκαλία...» Δηλαδή: «Ὕστερα ἀπό τά ἔργα, ἕνας μονάχα ὑπάρχει τρόπος καί ἕνα μέσο θεραπείας ἡ διδασκαλία μέ τό λόγο. Ὁ λόγος εἶναι τό ὄργανο, αὐτός καί ἡ τροφή, αὐτός καί ἡ ἀρίστη ἀλλαγή κλίματος. Αὐτός ἀντικαθιστᾶ τά φάρμακα, αὐτός καί τή ζεστασιά. Αὐτός ἀντικαθιστᾶ καί τό χειρουργικό μαχαίρι· καί ἄν προκύψῃ ἀνάγκη, καί νά καυτηριάσῃς καί νά κόψῃς, αὐτόν πρέπει νά μταχειρισθῇς. Κι' ἄν αὐτός δέν φέρει κανένα ἀποτέλεσμα, κι' ἄν μέ τό λόγο τοῦ Θεοῦ δηλ. δέν κατορθώσουμε τίποτε, ὅλα τά ἄλλα πᾶνε χαμένα»
(Χρυσοστόμου, Περί Ἱερωσύνης, λόγ.Δ΄κεφ.3).
       Εἶναι καιρός νά μάθουν οἱ ἄνθρωποι τή μεγάλη Ἀλήθεια ὅτι:
  •     Φάρμακον θεραπευτικό γιά κάθε ἀρρώστια εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι  πραγματικά ὁ ἐπί  τῆς οὐσίας ἄρτος, τροφή καί τρυφή τῆς ψυχῆς, ἴαμα, θεραπεία.
  •      Παμφάρμακον εἶναι ἡ Θεία Κοινωνία, ἡ Θεία Μετάληψις τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι  τό φάρμακον τῆς ἀθανασίας, τό ἀντίδοτον τοῦ μή ἀποθανεῖν», ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος.
  •     Ἰατρεῖον,  θεραπευτήριον νοσημάτων ἄμισθον  εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
  •      Πανακής τῆς ἀνθρωπότητος ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός καί βοηθοί Του εἰς τό ἔργον τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, ὅλοι ἐμεῖς, Κλῆρος καί Λαός.
      Θά παραθέσω ἐδῶ σχετικό κείμενον τοῦ Κλήμεντος τοῦ Ἀλεξανδρέως:
        «Ἔστιν οὖν ὁ παιδαγωγός  ἡμῶν λόγος διά παραινέσεων θεραπευτικός τῶν παρά φύσιν τῆς ψυχῆς παθῶν. Κυρίως μέν γάρ  ἡ τῶν τοῦ σώματος νοσημάτων βοήθεια ἰατρική καλεῖται, τέχνη ἀνθρωπίνη σοφίᾳ διδακτή. Λόγος δέ ὁ πατρικός μόνος ἐστίν  ἀνθρωπίνων ἰατρός ἀρρωστημάτων παιώνιος (θεραπευτικός) καί ἐπῳδός ἅγιος νοσούσης ψυχῆς...«ἰατρική μέν γάρ», κατά Δημόκριτον, «σώματος νόσους ἀκέεται (θεραπεύει), σοφίη δέ ψυχήν παθῶν ἀφαιρεῖται»· ὁ δέ ἀγαθός παιδαγωγός, ἡ σοφία, ὁ λόγος τοῦ πατρός, ὁ δημιουργήσας τόν ἄνθρωπον, ὅλου κήδεται (φροντίζει)  τοῦ πλάσματος, καί σῶμα καί ψυχήν ἀκεῖται (θεραπεύει) αὐτοῦ ὁ πανακής τῆς ἀνθρωπότητος ἰατρός» (Παιδαγωγός Α΄κεφ.ΙΙ, ΒΕΠΕΣ  7, 82,37-83,7).
       Ὁ Χριστός σώζει. Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.
                  
    

π.Στέφανος Πουλής
http://newanapalmoi.blogspot.gr/

Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Περισσότερο Φως!

Α Ν Α Γ Κ Η Τ Ω Ν Κ Α Ι Ρ Ω Ν

Α
Mehr  Licht (Περισσότερον Φῶς)
           «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν 
               ἐμοί οὐ μή περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ' ἕξει
                      τό φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰωάν. η΄ 12).


      Εἶναι ἀλήθεια πώς ζοῦμε στή διαστημική ἐποχή, τήν ἐποχή τῶν μεγάλων τεχνολογικῶν κατακτήσεων καί τῶν διαπλανητικῶν ταξιδίων, ἀλλά συγχρόνως καί σέ μιά ἐποχή πνευματικοῦ ἀναλφαβητισμοῦ.
        Οἱ ἄνθρωποι ζοῦμε μέσα στό ἄγχος, τή σύγχυσι καί τήν ἀσυνενοησία, «δέσμιοι τῆς γῆς» (Θρῆνοι γ΄ 34), «ἐμπεπηγμένοι εἰς ἰλύν βυθοῦ»(Ψαλμ. 68,3), «κατάκοιτοι στή χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου» (Ματθ. δ΄ 16).
         Οἱ  ἄνθρωποι, δέν προσέχουν τόν ἑαυτό τους, ἀποπροσανατολίζονται ἀπό τά πολλά καί πολυποίκιλα ἰδεολογικά ρεύματα τῆς ἐποχῆς, ἀπομακρύνονται ἀπό τήν Πηγή τῆς Ζωῆς. Ἀρνοῦνται τόν Ἕνα καί Μόνον ἀληθινόν Θεόν, ἀρνοῦνται τό Φῶς τό ἀληθινόν, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπον, πού ἔρχεται στόν Κόσμο(Ἰωάν. α΄ 9), καί ζοῦν στό σκοτάδι. Μετουσιώνουν τόν Παράδεισο σέ Κόλασι, σέ χοιροστάσι. Μέ ἀγωνία στρέφονται ἐδῶ κι' ἐκεῖ, προσπαθῶντας νά χορτάσουν τήν πεῖνα τους μέ τά «ξυλοκέρατα» τῆς ἀποστασίας καί νά  ξεδιψάσουν τήν δίψα τους καί νά ἱκανοποιήσουν τίς μεταφυσικές τους ἀνησυχίες στά «λασπονέρια» τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό τήν Πηγή τοῦ ζῶντος ὕδατος, ἀπό τόν ἀληθινόν Θεόν.
       Προφήτης Ἱερεμίας ἀναφέρει τό λόγο τοῦ Κυρίου, πού μᾶς ἀποκαλύπτει τή μεγάλη αὐτή ἀλήθεια καί λέγει: «Δύο καί πονηρά ἐποίησεν ὁ λαός μου· ἐμέ ἐγκατέλιπον πηγήν ὕδατος ζωῆς καί  ὤρυξαν ἑαυτοῖς λάκκους συντετριμμένους, οἵ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν» (Ἱερεμ. β΄ 13).
       τεχνοκρατική ἐποχή μας, μέ ὅλα της τά τεχνολογικά ἐπιτεύγματα, δέν μπόρεσε νά ἀνακουφίσῃ τούς ἀνθρώπους. Καί δέν εἶναι ὑπερβολή, ἄν ποῦμε, ὅτι ἡ ἀνθρωπότης βαίνει ὁλοταχῶς πρός τήν καταστροφή της, ἤ καλλίτερα μεταβαίνει εἰς τήν ἄβυσσον τῆς αἰώνιας Ὀδύνης. Καί ὁ κύριος λόγος εἶναι ὅτι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, ὄχι ἁπλῶς ἀρνοῦνται, ἀλλά καί μισοῦν τό Φῶς καί δέν ἔρχονται πρός τό Φῶς, διότι εἶναι πονηρά τά ἔργα τους.
        Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης αἰτιολογεῖ τήν κατάντια μας καί λέγει ὅτι «πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή (ὑπό τό φῶς) ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ» (Ἰωάν. γ΄ 20).
         Γι'  αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί τά κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῆς ἐποχῆς μας εἶναι:
  •  Ἡ ὑλιστική θεώρησις τῆς ζωῆς,
  •  Ἡ ἔλλειψις συνδέσμου μέ τόν Χριστόν, πού εἶναι τό φῶς τοῦ κόσμου, καί
  • Ἡ ἀπουσία τοῦ πνεύματος τῆς αὐταπαρνήσεως καί τῆς αὐτοθυσίας.
        Καί δέν εἶναι ὑπερβολή, ἄν ποῦμε, ὅτι δυό χιλιάδες χρόνια μετά τόν Ἐρχομό τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀρνούμαστε τό Φῶς καί, μέ τή θέλησί μας, παραμένουμε «δέσμιοι σκότους καί μακρᾶς πεδῆται νυκτός» (Σοφ. Σολομ. ιζ΄ 2).Δηλαδή, μέ τή θέλησί μας παραμένουμε δέσμιοι τοῦ σκότους, αἰχμάλωτοι μακρᾶς παρατεταμένης νυκτός.
         Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, στήν Ἀποκάλυψι, λέγει ὅτι παρ' ὅλες τίς, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας πληγές, αὐτοί, οἱ ὁποῖοι,  χάρις στή μακροθυμία τοῦ Θεοῦ, δέν ἐφονεύθησαν ἀπό τά κτυπήματα καί τούς τραυματισμούς, ἀλλ' ἐπέζησαν,  δέν μετενόησαν ἐκ τῶν ἔργων αὐτῶν. Συνεχίζουν, λέγει ὁ Ἰωάννης, νά λατρεύουν τά εἴδωλα, πού φτιάχνουν μέ τά χέρια τους. Συνεχίζουν νά προσκυνοῦν στό μέλλον τά δαιμόνια καί τά εἴδωλα τά χρυσᾶ καί τά ἀργυρά καί τά ξύλινα, τά ὁποῖα δέν ἔχουν τή δύναμι οὔτε νά βλέπουν, οὔτε νά ἀκούουν, οὔτε νά περιπατοῦν, ἀλλά εῖναι ἄψυχα, ἀναίσθητα καί νεκρά. Πράγματι δέν μετενόησαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, πού αὐτοαποκαλοῦνται Σωτήρες, ἐνῶ στήν πραγματικότητα εἶναι Ὀλετῆρες. Δέν ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τούς φόνους τους, οὔτε ἀπό τίς μαγεῖες του, οὔτε ἀπό τήν πορνεία τους, οὔτε ἀπό τις κλοπές τους» (πρβλ. Ἀποκ. θ΄ 20-21).



 Μολονότι φέρουν τό ὄνομα τοῦ χριστιανοῦ, στό βάθος παραμένουν εἰδωλολάτρες. Ἔχουν σάν εἴδωλο τό Χρῆμα, τή Σάρκα καί τόν Κόσμο. Τό πᾶν γι' αὐτούς ὁ κόσμος καί τά κοσμικά. Καί πραγματικά τό κάθε τί πού ὑπάρχει στόν μακράν τοῦ Θεοῦ κόσμον εἶναι ἡ φαυλότης, τό σκοτάδι. Εἶναι «ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκός, καί ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καί ἡ ἀλαζονία τοῦ βίου» (πρβλ. Α΄Ἰωάν. β΄ 16).
        Γι'  αὐτό παρατηροῦμε στό κάθε μας βῆμα τήν ἀθλιότητα, τήν ἐξαθλίωσι, τό  συντριμμό τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου.Πετρῶσαν οἱ καρδιές.    «Ἐπαχύνθη ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου» (Μτθ. ιγ΄15).
  νερυθρίαστα βλάπτουν,  τούς συνανθρώπους τους καί χαίρονται νά κάνουν τό Κακό καί «ἄν τούς φτύσεις, χαμογελοῦν καί λέν πώς ψιχαλίζει».




        Στό διάβα τους σπείρουν συμφορές, ἔγινε ὁ ἕνας ἄνθρωπος  λύκος, γιά τόν ἄλλον (Homo hominis lupus). Ὁ Γερμανός ποιητής Σίλλερ ἐκφράζει τήν πικρή αὐτή ἀλήθεια λέγοντας ὅτι ζοῦμε σέ ἕναν κόσμο «wo der Mensch dem Menschen gegenueber steht». Δηλαδή: Ζοῦμε σέ ἕναν κόσμο, ὅπου ὀ ἄνθρωπος δέν στέκεται ὡς πλησίον, κοντά στόν ἄλλον ἄνθρωπον, ἀλλά ἀπέναντί του ἔχθρικά.
      Ὁ Σαίξπηρ (Μάκβεθ, πράξ. Δ΄σκηνή 3), μέ τό λογοτεχνικό του χάρισμα τονίζει τή μεγάλη αὐτή ἀλήθεια καί λέγει:
                «Μά τώρα τό στοχάζομαι
                 πώς ζοῦμε σέ ἕνα κόσμο,
                 πού τό νά βλάψῃς ἄλλον
                 εἶναι πρᾶξι ἐπαινετή,
                 ἐνῷ σάν κάνῃς τό καλό,
                 οἱ πιό πολλοί
                 σέ  παίρνουν γιά τρελλό».
         Σάν χαρακτηριστική ἐπιγραφή τῆς ἐποχῆς μας θά ταίριαζε ὁ γερμανικός ὅρος «Liebelosheit»
δηλαδή, «Ἀναγαπησία». Δέν ἔχουμε ἐγκολπωθῆ τήν «Καινήν Ἐντολήν», πού κήρυξεν ὁ Χριστός , μέ τή Σταυρική Του θυσία καί τήν Ἀνάστασίν Του. Δέν ἔχουμε δεχθῆ τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ, πού ἐκ τοῦ Τάφου ἀνέτειλεν. Παραμένουμε  στό σκοτάδι καί μέ λυσσώδη μανία πολεμοῦμε τό Φῶς, διότι εἶναι πονηρά, σκοτεινά τά ἔργα μας καί δέν μετανοῦμε.
        Πιστεύω πώς ὅλοι φταῖμε, γιά τήν κατάντια μας. Καί πιό πολύ φταῖμε ἐμεῖς οἱ Ποιμένες καί διδάκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, καί μαζί μας φταῖνε καί οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Διότι ὅλοι μας, εἴμαστε ἀπεσταλμένοι Τοῦ Χριστοῦ στόν Κόσμο. Ὅλοι μας ὀφείλουμε νά εἴμαστε τό ἅλας τῆς γῆς καί  τό φῶς τοῦ κόσμου ( παρβλ. Ματθ. ε΄ 13-14). Εἴμαστε ὅμως τό ἅλας τῆς γῆς καί τό φῶς τοῦ κόσμου, ὅπως μᾶς θέλει ὁ Κύριος; Φωτίζουμε τόν κόσμο μέ τό φῶς τῶν ἀρετῶν μας, μέ τήν ἁγία μας ζωή, μέ τά θεάρεστα ἔργα μας, μέ τό χαριτωμένο καί ἅλατι ἡρτυμένο λόγο μας καί μέ τήν ἀδιάλειπτη Προσευχή μας (πρβλ. Ματθ. ε΄ 16, Κολοσ. δ΄ 6);
      Αὐτό εἶναι ἕνα θέμα πού πρέπει νά μᾶς ἀπασχολῇ ὅλους μας συνεχῶς καί νά μᾶς ὁδηγῇ καθημερινά σέ ἐνσυνείδητο αὐτοέλεγχον, ὥστε, πρίν νά εἶναι ἀργά, νά συνειδητοποιήσουμε ὅλοι οἱ πιστοί Χριστιανοί καί περισσότερον ἀπό ὅλους οἱ Ἱερεῖς, ὅτι εἴμαστε ἀπεσταλμένοι τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, γιά νά κηρύξουμε τό Εὐαγγελιον τῆς Ἀγάπης του εἰς πάντα τά ἔθνη, πάσῃ τῇ κτίσει (πρβλ.Ματθ. κη΄ 19. Μάρκ. ιστ΄ 15). Καί πρέπει, εἶναι ἀνάγκη νά καταλάβουμε καλά ὅτι σκοπός τῆς ζωῆς μας δέν εἶναι νά κρίνουμε ἤ νά κατακρίνουμε τούς ἄλλους, γιά τήν ἀνάρμοστη συμπεριφορά τους, ἀλλά σκοπός τῆς ζωῆς μας εἶναι νά συνειδητοοιήσουμε ὅτι εἴμαστε ταγμένοι
νά ὑπηρετήσουμε τούς συνανθρώπους μας. Μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ καί  μέ  τήν ἀνυπόκριτη ἀγάπη μας, μέ τήν ἁγία μας ζωή, νά φωτίσουμε  τούς συνανθρώπους μας.
       Νά σπείρουμε τό σπόρο, τό ζωοποιό λόγο τοῦ


Θεοῦ, στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, μέ τά λόγια καί μέ τά ἔργα μας.  Καί ποτέ δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι «μιά οὐγγιά παραδείγματος εἶναι καλλίτερο ἀπό χιλιάδες λίτρες λόγων».
      Ὁ  λόγος τοῦ Θεοῦ ἔχει τή δύναμι καί τή χάρι νά ἀναγεννᾶ κάθε ψυχή, πού τόν δέχεται καί  γίνεται ὁ ἄνθρωπος «καινή κτίσις».  Χρέος μας εἶναι νά μεταδώσουμε στόν Κόσμο τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ.
        Καί ἐδῶ θυμᾶμαι τήν ἐπιθανάτια λαχτάρα- κραυγή τοῦ Goethe (Γκαῖτε): «Mehr Licht»     (περισσότερον φῶς). Ναί. Ὁ κόσμος ἔχει ἀνάγκη
ἀπό περισσότερον φῶς, τό φῶς τό τῆς γνώσεως, τό Φῶς τῆς θείας ἀγάπης. Ὅλοι χρειαζόμαστε τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ.
      Εἶναι ἐπιτακτική ἀνάγκη  σήμερα, στήν ὑλόφρονα ἐποχή μας, νά συνειδητοποιήσουμε ὅλοι οἱ Χριστιανοί τό Χρέος μας, τήν ἀποστολή μας στόν κόσμο, καί μέ πρωτοπόρους τούς ἱερεῖς, τούς καλούς ποιμένες καί διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας μας, νά ἀφιερώσουμε ὁλότελα τόν ἑαυτό μας στήν ὑπηρεσία τοῦ κόσμου καί νά συνεχίσουμε μέ  αὐταπάρνησι καί αὐτοθυσία τό κοσμοσωτήριο, τό ἀπολυτρωτικό ἔργο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἷναι ἀνάγκη τῶν καιρῶν, τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου νά γίνῃ σκοπός τῆς ζωῆς μας καί δόξα μας.
     Νά μή μᾶς ἀπογοητεύῃ ἡ σκληρότητα, ἡ ἀδιαφορία καί ἡ ἀλαζονία τῶν ἀνθρώπων. Ἐμεῖς ἔχουμε Χρέος νά  δείξουμε στούς ἀνθρώπους καί τήν ἄλλην ὄψιν τῆς ζωῆς, τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Ὁ  Κύριος λέγει: « Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν μή ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ'  ὅστις σέ ῥαπίσει ἐπί τήν δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καί τήν ἄλλην»  (Ματθ. ε΄ 39.Λουκ. στ΄ 29). Δηλαδή: Οἱ ἄνθρωποι ζοῦν μέσα στό Σκοτάδι καί τήν Ψευτιά. Καιρός νά τούς δείξουμε τό Φῶς καί τήν Ἀλήθεια. Ἴσως νά μᾶς εἰρωνευτοῦν, νά μᾶς ἐμπαίξουν «κατ' ενέργειαν τοῦ Σατανᾶ» (Β΄Θεσσαλ. β΄ 9). Ὁ Κύριος μᾶς συμβουλεύει νά μή παίξουμε τό παιγνίδι τοῦ Διαβόλου, νά μήν ἀντισταθοῦμε στόν πονηρό καί ἔτσι νά ἀντισταθοῦμε στό Διάβολο καί θά φύγῃ μακρυά μας (πρβλ. Ἰακ. δ΄ 7). Νά μή ἀπατηθοῦμε ἀπό τό Σατανᾶ, διότι γνωρίζουμε καλά τίς δόλιες ἐπινοήσεις του (Β΄ Κορινθ.  β΄ 11). «Αὐτός γάρ ὁ Σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός» (Β΄Κορινθ. ια΄ 14). Στό ἔργο μας θά συναντήσουμε πολλά ἐμπόδια. Ἀλλά νά εἴμαστε σίγουροι ὅτι ὅλα θά τά ξεπεράσουμε μέ τή Χάρι καί τή Δύναμι τοῦ Χριστοῦ. «Ἀλλ' ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διά τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς» (Ρωμ. η΄ 37) Ἰησοῦ Χριστοῦ.
     Εἶναι ἀνάγκη τῶν καιρῶν νά βροῦμε τά σημεῖα ἐπαφῆς μέ τόν κόσμο, νά συλλάβουμε τό σφιγμό του καί συντονισμένοι μέ τό ρυθμό του, χωρίς νά ταυτιζώμαστε μέ τόν κόσμο, νά βροῦμε νέους τρόπους, νέες μεθόδους, νά ἐκφράσουμε καί νά μεταδώσουμε τίς αἰώνιες, τίς ἀναλλοίωτες Ἀλήθειες, χωρίς  καθόλου νά τίς παραχαράξουμε.
       Εἶναι ἀνάγκη τῶν καιρῶν νά μιλήσουμε τή γλῶσσα τῆς καρδιᾶς, τή γλῶσσα τῆς Ἀγάπης, τή γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου, στό σύγχρονο ἄνθρωπο καί μάλιστα στή νέα γενιά, πού,  κινδυνεύει ἀπό τίς ὑλιστικές,  καταστρεπτικές, σκοταδιστικές καί γελοῖες  ψευτοδιδασκαλίες ὀλίγων δυστυχισμένων ἀνεγκέφαλων.
       Εἶναι ἀνάγκη τῶν καιρῶν  νά δυεισδύσουμε στά ἄδυτα, τά μυστικά βάθη τῶν ψυχῶν καί νά σπείρουμε ἐκεῖ τό σπόρο, τόν ζωοποιόν λόγον τοῦ Κυρίου. Νά προσφέρουμε τό χαρούμενο ἄγγελμα, τό μήνυμα τοῦ Οὐρανοῦ, τόν οὐράνιον ἄρτον. Νά κηρύξουμε στίς ἐρήμους τῶν μεγαλουπόλεων τή «Χαρούμενη Εἴδησι», τήν ἐπουράνια πληροφορία ὅτι ὁ Κύριος τῶν Δυνάμεων εἶναι μαζί μας, Φρούριόν μας ὀ Θεός τῶν Πατέρων μας. Νά καταλάβουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὅτι δέν εἶναι πιά μόνοι. Εἶναι μαζί μας ὁ Παντοδύναμος Θεός καί ὅτι εἶναι δικός μας καί ἐμεῖς εἴμαστε δικοί Του.

     Εἶναι ἀνάγκη τῶν καιρῶν νά μάθουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὅτι, ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, εἶναι τροφή καί τρυφή τῆς ψυχῆς, ἵαμα, θεραπεία,  ὅτι ὁ Χριστός μᾶς τρέφει μέ τόν γλυκύτερο καί ἀπό τό μέλι λόγο του καί μᾶς ζωοποιεῖ. Καί νά συνειδητοποιήσουμε ὅλοι  ὅτι  ὀφείλουμε νά προσφέρουμε λατρευτική προσκύνησι στόν Κύριο
τῆς Δόξης,  δάκρυα εὐγνωμοσύνης στό Λυτρωτή.


  
π.Στέφανος Πουλής

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

οι καθαροί τη καρδία..

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016


ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΘΑΡΗ ΚΑΡΔΙΑ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΗ ΤΟ ΘΕΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΡΝΕΙΤΑΙ.

Ἡ καθαρότης τῆς καρδίας μας εἶναι ὅρος sine qua non, γιά νά φανερωθῇ σέ μᾶς ὁ Θεός.

              «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι
              αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται»(Ματθ. ε΄ 8).

            «Σέ ἀνθρώπους πού ἡ ἁμαρτία μιαίνει, 
            κρυμμένη ἡ θεότητά μου θά μένῃ»(Schiller)



        Εἶναι πικρή ἡ διαπίστωσις ὅτι ὑπάρχουν μερικοί συνάνθρωποί μας, πού δέν καταλαβαίνουν ὅτι εἶναι περιορισμένη ἡ ἀνθρωπίνη νοητική ἱκανότητα καί δέν μπορεῖ νά ἑρμηνεύση τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Τά Μυστήρια τοῦ Θεοῦ εἶναι «ὑπέρ λόγον καί ἔννοιαν».
     Τό γεγονός ὅμως ὅτι οἱ Βουλές  τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνεξιχνίαστες ἀπό τόν ἄνθρωπο, δέν εἶναι λόγος, γιά νά ἀρνεῖται τόν Θεόν καί νά ἀπομακρύνεται ἀπό τήν πηγή τῆς Ζωῆς καί μέ τή θέλησί του νά στερεῖται  τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.
      Χρέος ὅλων μας εἶναι νά μάθουμε τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον μποροῦμε νά προσεγγίσουμε τό «Ὁμολογουμένως μέγα μυστήριον τῆς εὐσεβείας»
(Α΄Τιμόθ. γ΄ 16), διότι ἡ ἄρνησις μᾶς ὁδηγεῖ στό Θάνατο,
στό μηδενισμό καί στήν ἀπαξίωσι τῶν Ἀξιῶν, στή στέρησι τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, στήν ἐξαθλίωσι, στή δυστυχία.
     Καί εἶναι πικρή ἡ διαπίστωσις αὐτή, γιά ἕναν πατέρα, νά βλέπῃ τά παιδιά του, νά στεροῦνται «τόν μόσχον τόν σιτευτόν» καί νά προσπαθοῦν νά χορτάσουν τήν πεῖνα τους μέ τά «ξυλοκέρατα» τῆς ἀποστασίας, «ἐμπεπηγμένοι εἰς ἰλύν βυθοῦ».
     Καί, δυστυχῶς, αὐτό τό φαινόμενο τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό τόν ἕνα καί μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ἀπό τόν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν ὁποῖον ἀπέστειλεν ὁ Πατήρ εἰς τόν κόσμον ὡς Σωτῆρα καί Λυτρωτήν τοῦ κόσμου, κατατυραννεῖ  ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα.
       Εἶναι δέ περισσότερο ὀδυνηρό  φαινόμενο τό νά διαπιστώνει κανείς ὅτι, καί στήν καρδιά τῆς Ὀρθοδοξίας, στήν Ἑλλάδα μας, ἐμφανίζονται μερικοί δυστυχεῖς συνάνθρωποί μας, πού ὄχι μόνον ἀρνοῦνται τόν ἀληθινόν Θεόν, ἀλλά καί προσπαθοῦν μέ λυσσώδη μανία νά ξεριζώσουν τήν Πίστιν ἀπό τίς ψυχές ὅλων μας καί μάλιστα ἀπό τίς ψυχές τῶν Παιδιῶν μας.
      Τόσον οἱ προηγούμενες Κυβερνήσεις, μέ τό «λευκό κολλάρον», ὅσο καί ἡ σημερινή Κυβέρνησις «χωρίς γραβάτα», κήρυξαν ἀμέσως καί ἐμμέσως, κρυφά καί φανερά, τόν πόλεμον ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Πολεμοῦν τόν Ἑλληνισμό καί τήν Ὀρθοδοξία, πολεμοῦν τίς Ἀρχές καί Τά Ἰδανικά τοῦ Γένους.
       Προσπαθοῦν μέ κάθε τρόπο, μιά φοῦχτα Γραικύλοι, νά ροκανίσουν τά θεμέλια τῆς Ρωμιοσύνης. Προσπαθοῦν νά ἀμαυρώσουν τήν ἔνδοξη Ἱστορία μας, κυρίως δέ νά ξεριζώσουν τήν Πίστι ἀπό τίς καρδιές τῶν Παιδιῶν μας.
 Πόσο πλανῶνται οἱ δυστυχεῖς !...
Θεσπίζουν τό Αὐτόματο Διαζύγιον,  τόν πολιτικόν Γάμον καί τό Σύμφωνον Συμβίωσης.
Πετοῦν τήν ἄχραντη Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἀπό τίς Αἴθουσες διδασκαλίας τῶν Σχολείων, τῆς Βουλής, τῶν Δικαστηρίων.
 Βγάζουν τό Σταυρό ἀπό τό κοντάρι τῆς Γαλανόλευκης καί αἱματοβαμμένης Σημαίας μας.
 φαιροῦν τήν Ἐθνικότητα καί τό Θρήσκευμα ἀπό τίς Ταυτότητες.
Καταργοῦν τά ἀρχαῖα Ἑλληνικά στά Σχολεῖα.
Καταργοῦν τά Θρησκευτικά Μαθήματα, κατά παράβασιν θεμελιωδῶν Διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος. Καταργοῦν τήν Πρωϊνή προσευχή στά Σχολεῖα μας καί τόσα ἄλλα, νομίζοντας, πώς ἔτσι θά σβύσουν ἀπό μέσα μας τό ἱερόν, τό θεῖον ἐμφύσημα, θά διώξουν τό Χριστό μέσα ἀπό τήν ψυχή καί τή ζωή μας.
     Λησμονοῦν, οἱ δύσμοιροι, ὅτι εἶναι «σκληρόν τό πρός κέντρα λακτίζειν» (Πράξ. κστ΄ 14);



      Ξεχνοῦν, οἱ δυστυχισμένοι,  ὅτι ὄχι ἁπλῶς «τεθνήκασιν», ἀλλά καί ἀφεύκτως «πεθαίνουν σκωληκόβρωτοι οἱ ζητοῦντες τήν ψυχήν τοῦ Παιδίου» (παρβλ.Ματθ. β΄ 20); Διότι ὁ πόλεμος ἐναντίον τοῦ Εὐεργέτου εἶναι ἁμαρτία καί «τά ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας Θάνατος» (Ρωμ. στ΄ 23).
      Μέ πατρική  συντριβή, στοργή καί ἀγάπη ἀπευθύνομαι σέ ὅλους ἐκείνους, πού ἀρνοῦνται τόν Θεόν καί πολεμοῦν τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό. Παρακαλῶ ὅλους αὐτούς τούς  μικρόνοες, πού καυχῶνται ὅτι εἶναι ἄθεοι καί ὡς τοιοῦτοι, στεροῦνται τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, νά ἔλθῃ ὁ καθένας τους «εἰς ἑαυτόν».  Καί ὅπως συνιστᾶ «ὁ ἀνδρῶν ἁπάντων σοφώτατος Σωκράτης»,  νά βάλουν ὡς ἀρχήν τό δελφικόν «γνῶθι σαυτόν». Καί ἀντί νά κλωτσοῦν ξυπόλυτοι  στά καρφιά, νά μελετήσουν τήν Ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος, γιά νά μάθουν ὅτι ὅσοι πολέμησαν τόν Χριστόν καί τήν Ἑκκλησία Του, ὅλοι ἐξαφανίσθηκαν. Διότι ἐξ αἰτίας τῆς ἐμμονῆς τους στό Κακόν καί στήν ἀμετανοησία τους κονιορτοποιοῦνται, ἐξαφανίζονται «ὡσεί χνοῦς, ὅν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος ἀπό προσώπου τῆς γῆς»(Ψαλμ. α΄ 4).
    

     ς πατέρας, μέ πόνον ψυχῆς, παρακαλῶ ὅλους ἐκείνους, πού ἐπλανήθησαν καί, λόγῳ ἀδυναμίας νά προσεγγίσουν τό Μυστήριον, ἀρνοῦνται τό Θεό καί στεροῦνται τίς δωρεές Του, νά  ἀφουγκρασθοῦν καί νά  ἀκούσουν τή γλυκύτερη καί ἀπό τό μέλι φωνή τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς κυνηγάει μέ τό Ἔλεός Του καί ἵσταται διαρκῶς ἐπί τήν θύραν καί κρούει. Εἶναι καιρός νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό. Νά καθαρίσουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό κάθε ὑλική καί ἀκάθαρτη ἡδονή, «ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ»


 

          «Ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω·
          ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καί ἀνοίξῃ
          τήν θύραν, καί εἰσελεύσομαι πρός αὐτόν
          καί δειπνήσω μετ' αὐτοῦ καί αὐτός μετ'
          ἐμοῦ» (Ἀποκ. γ΄ 20).
   
       Ἀπαραίτητη προϋπόθεσις νά ἀκούσουμε τή φωνή τοῦ Χριστοῦ καί νά δεχθοῦμε τή Χάρι του, εἶναι ἡ ὀρθή Πίστις καί ἡ καθαρή καρδιά. Διότι, ὅπως ἔχουμε πῇ, μόνον « οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται».
     Τί εἶναι  ὅμως καθαρότης τῆς καρδίας;
      Πῶς μπορεῖ κανείς νά ἀποκτήσῃ καί νά        διατηρήσῃ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας;
  1.  Αὐτά εἶναι θέματα, τά ὁποῖα, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, θά ἀναπτύξωμε σέ ἄλλες ἀναρτήσεις. Διότι Πιστεύω ὅτι, ἐκτός ἀπό τήν Προσευχή μας, γιά ὅλους τούς πλανεμένους ἀδελφούς, θά βοηθήσῃ πολύ ὁ ζωοποιός λόγος τοῦ Θεοῦ. «Ζῶν γάρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἐνεργής καί τομώτερος ὑπέρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καί διικνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καί πνεύματος, ἁρμῶν τε καί μυελῶν, καί κριτικός ἐνθυμήσεων καί ἐννοιῶν καρδίας» (Ἑβρ. δ΄ 12).
  2.    
       Εἶναι ἄπειρη ἀγάπη ὁ Θεός καί θέλει τή σωτηρία ὅλων μας. Μᾶς καλεῖ κοντά Του καί περιμένει νά ἐπιστρέψουμε, μέ τή θέλησί μας, στήν πατρική Ἑστία,  ἕτοιμος νά μᾶς δεχθῇ καί νά μᾶς χαρίσῃ τή θεϊκή Του δόξα. Μέ καθαρή  καρδιά, ἄς πλησιάσουμε τό Θρόνο τῆς Χάριτος,
 καί ἄς δοξάσουμε τόν Κύριο. Διότι
«τῷ βασιλεῖ τῶν αἰώνων, ἀφθάρτῳ, ἀοράτῳ, μόνῳ σοφῷ Θεῷ, τῷ ἀγαπῶντι ἡμᾶς καί λούσαντι ἡμᾶς ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ, ἡ τιμή, ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν» (Α΄Τιμ. α΄17.Ἀποκ. α΄5).

   
 

Κυριακή, 15 Μαΐου 2016


1.-«ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΚΑΘΑΡΟΙ ΤΗι ΚΑΡΔΙΑι , ΟΤΙ ΑΥΤΟΙ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΟΨΟΝΤΑΙ»

Α
   Ἡ καθαρότητα τῆς καρδίας
                                       Εἶναι Θεῖον Χάρισμα.
      Εἶναι ἀλήθεια ὅτι, μέ τήν παράβασι τῶν Ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, χάσαμε καί χάνουμε τό ἔνδυμα, πού μᾶς χάρισε ὁ Κύριος, τή λευκότητα, τήν καθαρότητα, τήν ἁγιότητα. Μολύναμε καί μολύνουμε τήν ψυχή μας καί γυμνοί τῆς Χάριτος  τοῦ Θεοῦ, μέ κάθε παράβασι καί παρακοή, μέχρι σήμερα, χωριζόμαστε ἀπό τήν Πηγή τῆς Ζωῆς, από τόν Ἕνα καί Μόνον Ἀληθινόν Θεόν. Παραμένουμε «ἐμπεπηγμένοι εἰς ἰλύν βυθοῦ, καί οὐκ ἔστιν ὑπόστασις» (Ψαλμ. 68,3). Παραμένουμε βουτηγμένοι σέ βαθύ βοῦρκο, καί δέν ὑπάρχει σ'  αὐτόν βάσις στερεά, ὁλοένα καί βυθιζόμαστε καί διατρέχουμε τόν κίνδυνον νά ταφοῦμε σέ  αὐτόν.
     χρειώσαμε καί ἀχρειώνουμε, ἀμαυρώσαμε  καί ἀμαυρώνουμε συνεχῶς τό κατ' εἰκόνα καί χάσαμε καί χάνουμε τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, τήν καθαρότητα τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου καί βρεθήκαμε πράγματι  κατάκοιτοι στή χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου (παρβλ. Ματθ. δ΄ 16), μέ τήν καρδιά μας ἀκάθαρτη, γεμάτη λάσπη.  «Δέσμιοι τῆς γῆς» (Θρῆνοι γ΄34), «Δέσμιοι σκότους καί μακρᾶς πεδῆται νυκτός», δηλαδή δέσμιοι τοῦ σκότους καί αἰχμάλωτοι μακρᾶς, παρατεταμένης νυκτός (Σοφ. Σολ. ιζ΄ 2). 
      Προφήτης Δαβίδ λέγει ὅτι οἱ ἄνθρωποι «πᾶντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός» (Ψαλμ. ιγ΄ 3). Ἀπομακρυνθήκαμε τόσο πολύ ἀπό τόν Θεόν ὥστε ἦταν ἀπολύτως ἀδύνατον μόνοι μας νά σωθοῦμε.
      Γι' αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί ὁ Φιλάνθρωπος Θεός, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, γιά τά πλάσματά Του, «τόν Μονογενῆ Υἱόν αὐτοῦ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπώληται, ἀλλ' ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ΄16).
      Μόνον  ὁ Χριστός μπορεῖ, ὡς Παντοδύναμος καί θέλει, ὡς πανάγαθος, νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν ἰλύν βυθοῦ, στήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ. Μόνο Αὐτός θέλει καί μπορεῖ νά ἀναστήσῃ τήν, περιπεσοῦσαν εἰς τούς ληστάς-δαίμονας, ἡμιθανῆ ἀνθρωπότητα, μόνον Αὐτός  θέλει καί μπορεῖ  νά
 καθαρίσῃ τή μολυσμένη μας καρδιά ἀπό τήν πολλή λάσπη καί καθαρούς νά μᾶς παρουσιάσῃ στόν Πατέρα καί νά μᾶς συμφιλιώσῃ μαζί Του, ἄν τό θελήσουμε.
     «Καί ὁμολογουμένως μέγα ἐστί τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον· Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ» (Α΄Τιμόθ. γ΄ 16).
      Καί πραγματικά «ὁ Χριστός ἠγάπησεν ἡμᾶς καί παρέδωκεν ἑαυτόν ὑπέρ ἡμῶν προσφοράν καί θυσίαν τῷ Θεῷ εἰς ὀσμήν ἐυωδίας» (Ἐφεσ. ε΄ 2).
     Ὁ Χριστός ἀπέδειξε τήν ἀγάπη Του, γιά τόν κάθε ἕναν ἀπό μᾶς, ἀλλά καί γιά ὅλους μας, «ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανε» (Ρωμ. ε΄ 8). Τόσο πολύ ἀγάπησε τήν Ἐκκλησίαν, (ὅλους ἐμᾶς), ὥστε «παρέδωκε τόν ἑαυτόν Του εἰς θάνατον ὑπέρ αὐτῆς, γιά νά τήν ἁγιάσῃ, ἀφοῦ τήν καθαρίσῃ διά τοῦ λουτροῦ τοῦ ὕδατος, δηλ. διά τοῦ Ἁγ.Βαπτίσματος, μέ τόν λόγον πού συνοδεύει τό λουτρόν τοῦτο. Καί ἔτσι, ἀφοῦ τήν καθαρίσῃ καί τήν ἁγιάσῃ, νά τήν στήσῃ στό πλευρόν Του ὡς ἄλλη νύμφην, ἔνδοξον, τήν Ἐκκλησίαν, χωρίς νά ἔχῃ λέρα(σπῖλον) ἤ ρυτίδα(ζαρωματιά), ἤ ἄλλο τίποτε ἀπό ἐκεῖνα, πού τήν ἀσχημίζουν, ἀλλά νά εἶναι ἁγία καί ἄμωμος(ἄμεμπτος) (Ἐφεσ. ε΄ 25-27).
      
       Μέ τό πανάγιον αἷμα Του καθαρίζῃ τήν καρδιά μας  ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος. Διότι «τό αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Υἱου τοῦ Θεοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπό πάσης ἁμαρτίας» (Α΄ Ἰωάν. α΄ 7). Καί αὐτό συμβαίνει ἐπειδή ὁ Χριστός εἶναι ἀγάπη καί πρῶτος μᾶς ἀγάπησε καί μᾶς ἀγαπᾶ. Καί ἐμεῖς ὀφείλουμε νά Τόν λατρεύουμε «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ».
       «Τῷ ἀγαπῶντι ἡμᾶς καί λούσαντι ἡμᾶς ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ... Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν» (Ἀποκ. α΄5-6).
         Ἡ καθαρότητα, λοιπόν,  τῆς καρδίας, ἡ καθαρότητα τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου, δέν εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ δικοῦ μας ἀγῶνα, ἀλλά εἶναι χάρισμα τοῦ Χριστοῦ εἰς ἡμᾶς. Ἐμεῖς ὀφείλουμε νά διατηροῦμε καθαρόν τό ἔνδυμα, τήν λευκότητα, τήν καθαρότητα τῆς καρδίας,  τήν ἁγιότητα, πού μᾶς χάρισε ὁ Χριστός μέ τό αἷμα Του. Γι' αὐτον ἀκριβῶς τό λόγο καί ὁ Χριστός, «ὅς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ», μᾶς ὑποδεικνύει τόν τρόπον μέ τόν ὁποῖον μποροῦμε νά διαφυλάξουμε τήν καθαρότητα, πού μᾶς χάρισε, μιμούμενοι τό Παράδειγμά Του. Διότι ὁ Κύριος «ἔπαθεν ὑπέρ ἡμῶν, ἡμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ» (Α΄ Πέτρ, β΄ 21-22). Γιά νά διατηρήσουμε καθαρή τήν καρδιά μας ὀφείλουμε νά ἀκολουθοῦμε τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ.


Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016


2.-«ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΚΑΘΑΡΟΙ ΤΗι ΚΑΡΔΙΑι , ΟΤΙ ΑΥΤΟΙ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΟΨΟΝΤΑΙ»

Β
Ἔχουμε χρέος νά διαφυλάσσουμε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ  τήν καθαρότητα τῆς καρδίας.

     Διά τῆς παρακοῆς χάσαμε τήν καθαρότητα καί ἦλθεν ὁ Χριστός καί μᾶς ἐκαθάρισε μέ τό Τίμιον αἷμα Του.Ἔχουμε χρέος νά προσέχουμε τό Θεῖον Χάρισμα τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας, διότι ἡ καθαρότητα ἀποτελεῖ τήν βασική, τήν ἀναγκαία προϋπόθεσι τῆς πνευματικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.
      Χωρίς αὐτήν δέν νοεῖται χριστιανική ζωή, πολύ δέ περισσότερο δέν νοεῖται κοινωνία, συνομιλία καί ἕνωσις μέ τόν Θεόν. Γι'  αὐτό καί ὁ Κύριος εἶπε ὅτι εἶναι πανευτυχής, μακάριος, ἐκεῖνος, πού ἔχει καθαρή καρδιά, διότι αὐτός θά ἀξιωθῇ νά δῇ τό Θεό.
       ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης ἀναφωνεῖ: «Τίς κοινωνία φωτί πρός σκότος; Τίς ζωῆς καί θανάτου συγγένεια; Τίς οἰκειότης τῷ καθαρῷ τήν φύσιν πρός τόν ἀκάθαρτον;» (Migne P.G. 44,1144). Δέν φανερώνεται ὁ Θεός στόν ἀκάθαρτον ἄνθρωπον. Καί ἔχουμε χρέος νά ἀποφεύγουμε τήν ἁμαρτία, διότι εἶναι ρύπος τῆς ψυχῆς.
       Ὁ Θεός ζητεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους ὄχι μόνον  τή σωματική, ἀλλά κυρίως  τήν ἐσωτερική,  τήν ψυχική καθαρότητα, γνωρίζοντας ὅτι ὁ Χριστός μᾶς ἐκαθάρισε μέ τό τίμιον αἷμα Του(πρβλ. καί Α΄ Πέτρ. α΄ 18-19).



       Γρηγόριος ὁ Νύσσης φέρει τό Θεό νά λέγει: «Ἐάν σύ εἶσαι δικό μου παιδί, ὁπωσδήποτε θά ἔπρεπε καί ἡ ζωή σου νά χαρακτηρίζεται ἀπό τά δικά μου πνευματικά ἀγαθά, θά ἔπρεπε νά εἶναι στολισμένη μέ θεϊκά χαρίσματα. Δέν θεωρῶ, δέν ἀναγνωρίζω σέ σένα τήν εἰκόνα τῆς φύσεώς μου» (Εἰς τήν Κυριακήν Προσευχήν, λόγ.ΙΙ, Migne P.G. 44,1133).
         Εὐαγγελιστής Προφήτης Ἡσαῒας(α΄ 16-18), τό στόμα τοῦ Θεοῦ, ὡς ἐκπρόσωπός Του, ἀπευθύνεται στούς ἀνθρώπους καί τονίζει ὅτι οἱ κακίες καί οἱ ἁμαρτίες εἶναι ρύπος, βρωμιά  τῆς ψυχῆς, ἀκαθαρσία τῆς καρδίας, καί ζητεῖ τήν ἀποβολή αὐτοῦ τοῦ ρύπου, ζητεῖ λούσιμο καί κάθαρσι ἀπό κάθε ἀνομία: «Λούσασθε καί καθαροί γίνεσθε, ἀφέλετε τάς πονηρίας ἀπό τῶν ψυχῶν ὑμῶν ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου, παύσασθε ἀπό τῶν πονηριῶν ὑμῶν, μάθετε καλόν ποιεῖν, ἐκζητήσατε κρίσιν, ρύσασθε ἀδικούμενον, κρίνατε ὀρφανῷ καί δικαιώσατε χήραν· καί δεῦτε διαλεχθῶμεν, λέγει Κύριος».
      Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι μετά τήν πτῶσι τῶν πρωτοπλάστων ἐξαχρειώθηκε ἡ εἰκόνα τοῦ Θεού μέσα στόν ἄνθρωπο. Μετά τήν κάθαρσι, πού μᾶς χάρισεν ὁ Χριστός μέ τό αἷμα Του, κάθε παράβασις καί παρακοή στό Νόμο τοῦ Θεοῦ, κάθε
ἁμαρτία, εἶναι νέα πτῶσι, πού ἐπιφέρει μεγαλύτερη ἐξαχρείωσι στήν ἀνθρώπινη ψυχή,  πνευματική τύφλωσι, ὥστε ἀπό φθόνο νά σκοτώνῃ ὁ ἀδελφός τόν ἀδελφόν.


     
        ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, μέγας βαθυψυχολόγος, παρατηρεῖ  πῶς ὁ ἄνθρωπος δελεάζεται ἀπό τήν κακία καί λέγει:«Δι' ἀγάπην τινα γηῒνην καί σαρκικήν, εἰς ἥν δεσμεῖται  ἄνθρωπος θελήματι ἰδίῳ, δελεάζεται ὑπό τῆς κακίας, ὅπως γίνεται αὐτῷ ἅλυσις καί δεσμός καί φορτίον βαρύ, καταβυθίζον καί πνῖγον ἐν τῷ αἰῶνι τῆς πονηρίας, μή συγχωροῦν ἀνακύψαι, καί πρός τόν Θεόν ἀπελθεῖν. Ἐπειδή ὅπερ τις ἠγάπησε τοῦ κόσμου, καταβαρεῖ τόν νοῦν αὐτοῦ καί κατακρατεῖ, καί οὐκ ἐᾷ ἀνακύψαι» Ὁμιλ. ε΄ Migne P.G. 34, 504). Ἀγαπᾶ, δηλαδή, τά γήϊνα καί τά σαρκικά, τά ἀνάξια λόγου, λερώνει τήν καρδιά του καί ἀλυσοδένεται μέ αὐτά, γίνεται δέσμιος τῆς γῆς καί δέν μπορεῖ νά σηκώσῃ τό κεφάλι καί νά δῇ Θεοῦ πρόσωπο.
     Προφήτης Δαβίδ, θέλοντας νά μᾶς  ἀφυπνίσῃ καί νά μᾶς ἀνασύρῃ μέσα ἀπό τό «γνόφο» καί «τήν ἀχλύ τῆς ἁμαρτίας» καί νά μᾶς ὠθήσῃ στόν ἀγῶνα γιά τήν ἐπανάκτησι τῆς πνευματικῆς καθαρότητος τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, γιά τήν ἐπανάκτησι τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας, λέγει:«Υἱοί ἀνθρώπων ἕως πότε βαρυκάρδιοι; Ἵνα τί ἀγαπᾶτε ματαιότητα καί ζητεῖτε ψεῦδος;» (Ψαλμ. 4,3). Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τό στίχο τοῦ Δαβίδ λέγει:«Υἱοί ἀνθρώπων, ἕως πότε παχυκάρδιοι, σαρκικοί, τῇ γῇ προσηλωμένοι, κακίαν διώκοντες, πονηρίαν μετιόντες, ταῖς ἡδυπαθείαις κατασηπόμενοι;»    (Migne P.G. 55, 47).


      ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, μέ ἀγάπη, μᾶς προτρέπει νά ἀποφύγουμε τήν ἁμαρτία  καί  κάθε τί μάταιον σ'  αὐτόν τόν  κόσμο καί νά ἐγκολπωθοῦμε τήν ἀγάπη, γιά νά διαφυλάξουμε τήν καρδιά μας καθαρή, διότι ὁ δρόμος τοῦ μίσους, πού ἀκολουθοῦμε εἶναι σκοτεινός καί  ἄξιος ἀποστροφῆς και ὅτι εἶναι καιρός  νά μισήσουμε τό Κακόν καί νά ἀγαπήσωμεν τό Ἀγαθόν, δεδομένου ὄντος ὅτι τό Καλόν εἶναι καθαρότης καί εὐωδία καί τό Κακόν εἶναι βρῶμα καί δυσωδία:
«Τί πλανᾶσθε τοῦ βίου, ὦ ἄνθρωποι; Τί ἀγαπᾶτε τά μάταια καί φιλεῖτε τά ἀνυπόστατα καί προστετήκατε τῇ διαθέσει τούτοις, ὧν οὐκ ἔστιν ὑπόστασις; Ἄλλη ἐστίν ὁδός ἀπλανής τε καί σωτήριος. Ἐκείνην φιλήσατε, ἐν ἐκείνῃ διά τῆς ἀγάπης ὁδοιπορήσατε, ἧς τό ὄνομα ἀλήθειά  ἐστι καί ζωή (πρβλ. Ἰωάν. ιδ΄ 6. ιβ΄46) καί φῶς καί ἀφθαρσίᾳ καί τά τοιαῦτα. Αὕτη δέ ἡ ὁδός, δι' ἧς νῦν τρέχετε (ὁ τρόπος ζωῆς, πού ζῆτε τώρα εἶναι) μίσους καί ἀποστροφῆς ἀξία· ἀφεγγής γάρ ἐστι καί σκότῳ  διειλημμένη, εἰς κρημνούς δέ ἄγει καί βάραθρα καί θηριώδεις τόπους καί λῃστῶν ἐνέδρας» ( Εἰς τόν Ἐκκλησιαστήν ὁμιλ. Η΄ ἐν Migne P.G. 44, 740.ΒΕΠΕΣ 65Α, 259,3ἑξ.).

 


Γ
  Ἡ ἔννοια τῆς καρδίας καί ἡ καθαρότης αὐτῆς
κατά τήν ἁγ. Γραφή καί τούς Πατέρας.


    Ὁ Κύριος, στήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία Του, ἐπειδή, ὡς Καρδιογνώστης, γνωρίζει «τό εὐόλισθον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως», μέ τούς Μακαρισμούς, μᾶς δίδει  ἕνα τέλειον διάγραμμα τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Καί πραγματικά οἱ Μακαρισμοί καθορίζουν τήν πνευματικήν ἐν Χριστῷ ζωήν τῶν πιστῶν. Διαγράφουν τήν πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεόν. Ἀποτελοῦν μιά Κλίμακα, πού τό ἕνα της ἄκρο στηρίζεται στή γῆ καί τό ἄλλο φθάνει στόν Οὐρανόν. Κάθε σκαλοπάτι τῆς Κλίμακος εἶναι καί μιά χριστιανική ἀρετή, εἶναι ὑπακοή στίς πανάγιες Ἐντολές Του. Καί ὅλες μαζί οἱ βαθμίδες τῆς Κλίμακος συνιστοῦν «τήν καθ' ὑπερβολήν ὁδόν», τήν ὁδόν τῆς τέλειας ἀγάπης πρός τόν Θεόν καί πρός τόν πλησίον διά τόν Θεόν. Ὁ Κύριος καλεῖ τούς πιστούς, καί κάθε ἄνθρωπον, νά ἀκολουθήσουμε τήν ὁδόν τῆς Ἀγάπης, γιά νά μείνουμε ἑνωμένοι μαζί Του καί νά διαφυλάξουμε τό θεϊκό χάρισμα, τήν καθαρότητα τῆς καρδίας.
       Κύριος τοποθέτησε στήν ἀρχή τῆς Κλίμακος, στό πρῶτο σκαλοπάτι, τή μακαριστή πτωχεία τοῦ πνεύματος, τήν Ταπείνωσι, τή βαθειά συναίσθησι τῆς οὐτιδανότητός μας μπροστά στό Θεό, ἀρετή, πού μᾶς ὑψώνει μέχρι τό θρόνο τοῦ Θεοῦ. Στή συνέχεια ὑπέδειξε τό μακαριστό πένθος, στό ὁποῖον ὁδηγεῖται ὁ εἰλικρινά μετανοιωμένος πιστός. Σέ ὑψηλότερη βαθμίδα τοποθέτησε τήν πραότητα, σάν συνέπεια τῶν δύο προηγουμένων  ἀρετῶν. Τοποθετεῖ δέ, μέ πανσοφία ὁ Χριστός, τήν μίαν ἀρετήν μετά τήν ἄλλην, διότι ἡ μία γεννᾶ τήν ἄλλην. Ἡ πραότης π.χ. γεννᾶ στήν ψυχή μας τήν πεῖνα καί τή δίψα γιά τή δικαιοσύνη, πού ἀνεβάζει τόν πιστό στό ὕψος τῆς ἐλεημοσύνης, μέ τήν εὐρεία  ἔννοια, πού ἔδωσε ὁ Χριστός μέ τή σταυρική Του Θυσία, στή βασίλισσα τῶν ἀρετῶν, τήν τέλεια Ἀγάπη, ἡ ὁποῖα καί μᾶς συγκρατεῖ στό  ὕψος τῆς θεότητος.
       Ψηλότερα καί ἀπό τήν ἐλεημοσύνη τοποθετεῖ ὁ Κύριος τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Κι' αὐτό, γιατί, ἐάν χάσῃ ὁ ἄνθρωπος τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, δέν μπορεῖ νά τήν ἐπανακτήσῃ, ἄν, μέ σκληρό πνευματικό ἀγῶνα, δέν ἀποκτήσῃ τίς προηγούμενες μεγάλες ἀρετές.
        πορεία εἶναι καθωρισμένη: Μακαριστή πτωχεία τοῦ πνεύματος, μακαριστό πένθος  (εἰλικρινής μετάνοια καί ἐξομολόγησις), πραότης, πεῖνα καί δίψα γιά τή δικαιοσύνη, ἐλεημοσύνη, καθαρότης τῆς καρδίας. Αὐτό σημαίνει μίμησι τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, πορεία εἰς τό καθ' ὁμοίωσιν, θέωσις.
        Στήν Ἁγία Γραφή ἡ λέξις «καρδία» δέν ἐξετάζεται ἀπό ἰατρική ἄποψι, ἀλλά ἔχει μεταφορική ἔννοια. Π.χ. «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου...» (Μάρκ. ιβ΄ 30. Ματθ. κβ΄ 37), ἡ λέξις «καρδία» σημαίνει τό συναισθηματικό τῆς ψυχῆς  (πρβλ. καί Δευτερ. 30,6), ἐνῷ στά χωρία: «Ἵνα τί  ἐνθυμεῖσθε πονηρά ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν», «Καί  διατί διαλογισμοί ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν» (Ματθ. θ΄ 4. Λουκ. κδ΄ 38), σημαίνει τή νόησι, τή σκέψι, τό διαλογισμό, τό συλλογισμό.
        λλοτε πάλιν σημαίνει τήν ψυχή, τόν ὅλον ἐσωτερικόν ἄνθρωπο, ὅπως π.χ. στά χωρία Ματθ. στ΄ 21: «ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καί ἡ καρδία ὑμῶν», καί Μάρκ. ζ΄ 21: «Ἔσωθεν ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοί οἱ κακοί ἐκπορεύονται».
       Στό μακαρισμό· «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ», μέ τή λέξι «καρδία» ἐννοεῖ τόν ἔσω ἄνθρωπον, τήν ὅλη ψυχή, τό νοητικό, τό συναισθηματικό καί τό βουλητικό τῆς ψυχῆς.
      Καθαρότητα καρδίας σημαίνει καθαρότητα τῆς ὅλης ψυχῆς. Καθαρότητα σέ κάθε ψυχική ἐνέργεια, καθαρότητα δηλαδή συνειδήσεως. Σημαίνει καθαρότητα στό νοῦ, στό συναίσθημα, στή θέλησι.
      Καθαρός στήν καρδιά εἶναι ὁ πιστός, πού, μέ τή χάρι τοῦ Θεοῦ, κατορθώνει νά διαφυλάξῃ καθαρή τή διάνοιά του ἀπό κάθε πονηρή σκέψι, ἀπό κάθε ἐφάμαρτο διαλογισμό, ἀπό κάθε ἀκάθαρτη καί μιαρή ἐντύπωσι, ἀνάμνησι ἤ φαντασία καί γενικά ἀπό κάθε ἐμπαθῆ λογισμό.
      Καθαρός στήν καρδιά εἶναι ὄχι μόνον ὅταν διαφυλάττῃ καθαρό τόν νοῦν, ἀλλά καί καθαρό τό συναισθηματικό τῆς ψυχῆς, ἀπό πονηρές καί ἀκάθαρτες ἐπιθυμίες, ἀπό μάταιους καί ἀνόσιους πόθους καί συγχρόνως ἔχει ἐλεύθερη θέλησι, ἕτοιμη νά πράττῃ τό πανάγιον θέλημα του Θεοῦ.
       Καθαρός εἶναι ὁ ἁγνός, ὁ ἀμόλυντος, ὁ ἀναμάρτητος, ὁ ἅγιος. Καί αὐτός εἶναι μόνον ὁ Χριστός. Αὐτός μᾶς ἐκαθάρισε μέ τό αἷμα Του ἀπό τίς ἁμαρτίες μας. Καί ἔχουμε χρέος νά διαφυλάξουμε τό θεῖον δῶρον, καί ἐάν τό χάσουμε, μᾶς δίνει, ὁ Πανάγαθος, τή δυνατότητα νά τό ἐπανακτήσουμε.
        Καθαρότητα εἶναι ἡ ἰδιότητα τοῦ καθαροῦ, ἐκείνου πού εἶναι χωρίς ρύπο, χωρίς κηλίδες.
         Κάθαρσις εἶναι ἡ πρᾶξις τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν ὁποία κάνει κάτι καθαρό ἤ τό ἀποτέλεσμα, πού ἔχει ὅταν καθαρίζει, ὅταν ἐξαγνίζει  π.χ. τήν ψυχή ἀπό κάποια ἁμαρτία, ὅταν ἀποβάλει κάτι περιττό, κάτι ἐφάμαρτο ἀπό τήν ψυχή.


 «Ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἐάν μή στραφῆτε καί γένησθε  ὡς τά παιδία, οὐ μή εἰσέλθητε εἰς τήν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» Ματθ. ιη΄ 3). 

        «καθαρός τῇ καρδίᾳ» εἶναι ἀθῶος ἀπό κάθε κακό, ὄχι μόνο μέ τά ἔργα, ἀλλά καί μέ τήν πρόθεσι. Ὁ ὀφθαλμός του εἶναι ἁπλούς (Ματθ. στ΄
22). Δέν ἐπιθυμεῖ νά προσβάλῃ ποτέ τόν Θεόν ἤ τόν πλησίον του, πού εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἔχει καθαρότητα διανοίας καί εἰλικρίνεια προθέσεων.
      Προφήτης Δαβίδ λέγει ὅτι «ἀθῶος χερσί καί καθαρός τῇ καρδίᾳ» εἶναι ἐκεῖνος, «ὅς οὐκ ἔλαβεν ἐπί ματαίῳ τήν ψυχήν αὐτοῦ καί οὐκ ὤμοσεν ἐπί δόλῳ  τῷ πλησίον αὐτοῦ» (Ψαλμ. 23,4).
     Καθαροί τῇ καρδίᾳ εἶναι ἐκεῖνοι, πού μέ τή χάρι τοῦ Θεοῦ καί μέ ἐπίπονη συνεχῆ πνευματική ἄσκησι κατορθώνουν νά διαφυλάττουν τήν καθαρότητά τους, ὥστε νά μήν τούς τύπτῃ ἡ συνείδησι γιά κανένα ἁμάρτημα. Ὁ Κύριος μακαρίζει τούς καθαρούς τῇ καρδίᾳ. Καί «Καθαρούς» ἐδῶ, λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἐννοεῖ «τούς καθολικήν ἀρετήν κεκτημένους καί μηδέν ἑαυτοῖς συνειδότας πονηρόν, ἤ τούς ἐν σωφροσύνῃ διάγοντας» (Ἑρμην. εἰς Ματθ. Ὁμιλ. ΙΕ΄ δ΄).
       Οἱ πιστοί διαφυλάσσουν τό χάρισμα ἤ ἐάν τό χάσουν  τό ἐπανακτοῦν καί ἀνέρχονται στό ὕψος αὐτό τῆς καθαρότητος, μέ ἐπίπονη καί ἀδιάκοπη πνευματική ἄσκησι, μέ συνεχῆ πνευματικόν ἀγῶνα. Διότι ἔχουμε νά παλαίψουμε μέ τρεῖς φοβερούς ἐχθρούς: Μέ τόν κακόν μας ἑαυτόν, πού εἶναι καί ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός μας, ἀλλά καί μέ τό Διάβολο καί μέ τόν κόσμο, πού «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται» (Α΄ Ἰωάν ε΄19). Ὀφείλω δέ νά σημειώσω ἐδῶ, ὅτι στόν ἀγῶνα μας χρειάζεται νῆψις καί ἐγρήγορσις, διότι ἀφ' ἑνός μέν  «ὁ ἀντίδικος ἡμῶν διάβολος ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α΄Πέτρ.ε΄ 8) καί ἀφ' ἑτέρου «ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρός αἷμα καί σάρκα, ἀλλά πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Έφεσ. στ΄ 12). Ὀφείλουμε μέ ἐπίπονη προσπάθεια, μέ προσοχή καί προσευχή, νῆψι καί ἐγρήγορσι νά ξεριζώσουμε μέσα ἀπό τήν καρδιά μας κάθε πονηρή καί ἀκάθαρτη ἡδονή, κάθε ἐφάμαρτο πάθος, κάθε κακία. Πολλές φορές χάνουμε τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, ἐμπεπηγμένοι εἰς ἰλύν βυθοῦ, λατρεύουμε τά εἴδωλα καί γίνεται ἡ ζωή μας κόλασις.


      ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, ὁ μέγας βαθυψυχολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας, μᾶς συμβουλεύει καί μᾶς λέγει πῶς μπορεῖ νά κατορθώσῃ ὁ ἄνθρωπος τήν πραγματική του τελείωσι. Καί τονίζει τήν ἀνάγκην νά εἰσέλθῃ ὁ ἄνθρωπος εἰς τά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς του καί νά φονεύσῃ τόν Ὄφι, πού φωλιάζει μέσα του καί  θανατώνει τήν ψυχή του: «Οὐ γάρ ἡ ἀποχή τῶν κακῶν αὔτη ἐστίν ἡ τελείωσις, ἀλλ'  εἰ  εἰσῆλθες εἰς τόν νοῦν τόν ἠφανισμένον καί ἀπέκτεινας τόν ὄφιν τόν κατώτερον τοῦ νοῦ καί βαθύτερον τῶν λογισμῶν, εἰς τά λεγόμενα ταμιεῖα  καί ἀποθήκας τῆς ψυχῆς καί φωλεύοντα καί φονεύοντά σε (ἄβυσσος γάρ ἐστι ἡ καρδία)· εἰ τοίνυν ἐκεῖνον ἐφόνευσας, καί πᾶσαν τήν ἐν σοί ἀκαθαρσίαν ἐξέβαλες » ( Ὁμιλ.ΙΖ΄ ΒΕΠΕΣ 41,248, 7-12).
         Κύριος στρέφει τήν προσοχή μας εἰς τόν ἔσω ἄνθρωπον καί μᾶς προτρέπει εἰς ἐνσυνείδητον αὐτοέλεγχον, ὥστε νά καταλάβουμε καλά, ποῦ φωλιάζει τό Κακόν, πού μολύνει τήν καρδιά μας καί δηλητηριάζει τή ζωή μας. Λέγει ὅτι «τά ἐκπορευόμενα ἐκ τοῦ στόματος ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχεται, κἀκεῖνα κοινοῖ (κάνουν ἀκάθαρτον) τόν ἄνθρωπον» (Ματθ. ιε΄18). «Ἔσωθεν γάρ ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοί οἱ κακοί ἐκπορεύονται, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, φόνοι, κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμός πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη· πάντα ταῦτα τά πονηρά ἔσωθεν ἐκπορεύεται καί κοινοῖ τόν ἄνθρωπον» (Μάρκ. ζ΄ 21-23). Ἐάν δέν φονεύσουμε τόν Ὄφι καί ἄν κάνουμε τρόπο ζωῆς τή διαστροφή, βαίνουμε ὁλοταχῶς πρός τήν αὐτοκαταστροφή καί τήν ἔσχατη ἐξαθλίωσι.


    Ἡ ἀκάθαρτη ψυχή , κάνει τή ζωή τἀνθρώπου             καί γενικά  τή ζωή τῆς ἀνθρωπότητος  
                        Σόδομα καί Γόμορα.
      καθαρότητα τῆς καρδίας βοηθεῖ τόν ἄνθρωπον, ἄν θέλῃ καί μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ νά μετουσιώσῃ αὐτήν ἐδῶ τήν κόλασι σέ Παράδεισο.
         Γιά νά πετύχῃ ὅμως αὐτή τή μετουσίωσι εἶναι ἀνάγκη νά νεκρώσῃ  τό φρόνημα τῆς σαρκός, πού εἶναι ἔχθρα εἰς Θεόν καί φέρει στήν ψυχή καί τή ζωή μας τό Θάνατο (Ρωμ. η΄ 6).
        Παῦλος  συμβουλεύει τούς πιστούς καί λέγει: «Νεκρώσατε οὖν τά μέλη ὑμῶν τά ἐπί τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, ἐπιθυμία κακήν καί τήν πλεονεξίαν, ἥτις  ἐστίν εἰδωλολατρία» (Κολοσ. γ΄ 5). Καί πάλιν λέγει: «Καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β΄Κορινθ. ζ΄ 1). Δέν ἀρκεῖ, δηλαδή, ὁ πιστός νά καθαρίσῃ τήν καρδιά του ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος, ἀλλά χρειάζεται νά παραμένῃ στερεωμένος στό ὕψος τῆς καθαρότητος καί νά ἐπιτελῇ ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ. Ὁ Ἰεζεκιήλ λέγει: «Ὁ φόβος τοῦ Κυρίου ἁγνός» ( Ἰεζεκ. 21, 9). φόβος τοῦ Κυρίου, ὅπως λέγει ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας, εἶναι ἁγνοποιός. «Καί σημεῖον τοῦ φοβεῖσθαι τόν Κύριον τοῦτ' ἄν γένοιτο, τό καθαρεύειν μέν πάσης ῥυπαρίας καί αἰσχρᾶς πράξεως, φυλάττειν δέ αὐτούς ἁγίους καί σώματι καί πνεύματι» (Ἑρμην. εἰς ψαλμ. λγ΄ ΒΕΠΕΣ  21, 138,5-7).
    


Δ
Ἡ καθαρότης τῆς καρδίας ἀποκτᾶται καί διατηρεῖται μέ τήν προσωπική προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου καί μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ.


    Χριστός, ὡς ἀγαθός Θεός καί μεταδοτικός τοῦ ἀγαθοῦ, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, ὅπως ἔχουμε πῆ, μᾶς καθαρίζει μέ τό πανάγιον αἷμα Του ἀπό τίς ἁμαρτίες μας (Ἀποκ. α΄ 5-6). Γιά νά μᾶς προσφέρῃ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, ζητεῖ τή θέλησί μας, τή συγκατάθεσί μας. Ἡ Χάρις Του εἶναι δεδομένη. Δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. «Οὐ βιάζεται δέ τινα διά τό αὐτεξούσιον».
     Χρειάζεται νά πιστέψουμε καί νά δεχθοῦμε  «τό λουτρόν τοῦ ὕδατος», γιά νά λάβουμε τό «χρῖσμα», τό χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Καί γιά νά διαφυλάξουμε τήν καθαρότητα, ἐκτός ἀπό τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι δεδομένη, χρειάζεται καί ἡ δική μας ἐπίπονη, προσωπική προσπάθεια.
      Ρυθμίζουμε ὅμως τή ζωή μας σύμφωνα μέ τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ; Πιστεύουμε καί λατρεύουμε τό Θεό τόσον, ὥστε νά διαφυλάττουμε τόν Θεῖον Χάρισμα, τήν καθαρότητα τῆς καρδίας;
      λύς, λάσπη, βοῦρκος κατακλύζει τήν ψυχή μας. Δυστυχῶς, δέν προσέχουμε. Ξεχνᾶμε τό Θεό καί τίς εὐεργεσίες Του καί μολύνουμε τήν ψυχή μας, διά τῆς παρακοῆς.
    Σπέρνουμε  καταστροφές καί συντρίμμια στό κάθε μας βῆμα. Παραβαίνουμε τίς Ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί χάνουμε τήν καθαρότητα τῆς καρδίας.
    Τήν ἀπώλεια τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας μποροῦμε νά τήν ἐπανακτήσουμε, μέ ἐπίπονη, προσωπική προσπάθεια καί μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι δεδομένη. Πεῖνα καί δίψα Του εἶναι ἡ σωτηρία μας. Γι' αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο «ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανε» (Ρωμ. η΄ 8). Δέν πρέπει ὅμως νά ξεχνᾶμε ὅτι  μόνον ἡ ἀκριβής τήρησις τῶν Ἐντολῶν καθιστᾶ τόν πιστό δεκτικόν τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Διά τῆς τηρήσεως τῶν Ἐντολῶν, σιγά-σιγά ἐπανακτᾶ ὁ πιστός τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Τηρεῖ δέ τάς Ἐντολάς ἀπό τέλεια ἀγάπη στό Θεό καί ὄχι ἀπό τό φόβο κάποιας τιμωρίας ἤ ἀπό ἄλλα ἰδιοτελῆ ἐλατήρια.



      Δαβίδ  λέγει: «Ἀθῷος  χερσί καί καθαρός τῇ καρδίᾳ, ὅς οὐκ ἔλαβεν ἐπί ματαίῳ τήν ψυχήν αὐτοῦ καί οὐκ ὤμοσεν ἐπί δόλῳ τῷ πλησίον αὐτοῦ. Οὗτος λήψεται εὐλογίαν παρά Κυρίου καί ἐλεημοσύνην παρά Θεοῦ Σωτῆρος αὐτοῦ» (Ψαλμ. 23, 4-5). Ὁ Δαβίδ δεικνύει ὅτι πρωταρχικοί ὅροι προσεγγίσεως τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἐξωτερική τῶν χειρῶν καί ἡ ἐσωτερική τῆς καρδίας καθαρότης. Τά χέρια εἶναι τά ἐκτελεστικά ὄργανα τῶν βουλημάτων τῆς καρδίας. Ὁ ἀθῷος χερσί ἀποφεύγει κάθε κακή πρᾶξι. Ὁ καθαρός τῇ καρδίᾳ δέν ἀγαπᾷ καί δέν ἐπιθυμεῖ τίποτε τό κακό. Εἶναι ἐσωτερικά ἅγιος καί ἐξωτερικά δίκαιος.
     Στή Χάρι τοῦ Θεοῦ, βέβαια,  καί στήν ἐπίπονη, προσωπική προσπάθεια τοῦ πιστοῦ ὀφείλεται, ὅπως ἔχουμε πῆ, ἡ ἐπανάκτησις καί ἡ διαφύλαξις τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας.
     Στούς Γαλάτες ὁ Παῦλος γράφει ὅτι ὅσοι πράγματι ἀνήκουν στό Χριστό, ὅσοι εἶναι γνήσιοι καί πιστοί Μαθητές Του «τήν σάρκα ἐσταύρωσαν σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» (Γαλάτ. ε΄ 24). Οἱ πιστοί νεκρώνουν τόν σαρκικόν ἄνθρωπον μέ τά πάθη καί τίς κοσμικές ἐπιθυμίες του. Ζοῦν σύμφωνα μέ τίς ἀπαιτήσεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀποφεύγουν κάθε ρύπο, κάθε ἀκαθαρσία. Διώχνουν μέσα ἀπό τήν ψυχή τους τά βρωμερά τους πάθη, τήν κενοδοξία, τό φθόνο καί κάθε τί πού μολύνει τήν ψυχή.  Προσπαθοῦν νά διαφυλάττουν τήν καθαρότητα τῆς καρδίας (πρβλ. καί Γαλάτ. ε΄ -25-26).
      φέλεια εἶναι ἡ συμμόρφωσις ὅλων μας μέ τίς ἐπιταγές τοῦ Πνεύματος πρός διατήρησιν τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας, ἡ ὁποία καταξιώνει τόν ἄνθρωπον νά δῆ τόν Θεόν. Καλόν εἶναι νά ἐκλέξουμε  τήν ἀγαθήν μερίδα, νά ἐκλέξουμε τό Ἕνα, τό ὑπέρτατο ἀγαθό καί, ὡς ἡ Μαρία, νά καθήσουμε στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ καί νά ἀκοῦμε τόν λόγον Αὐτοῦ (Λουκ. ι΄ 39, 42).


          Ζωηρή εἶναι ἡ παραγγελία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός τούς Φιλιππισίους, ἀλλά καί πρός ὅλους τούς πιστούς ὅλων τῶν ἐποχῶν, μέ τήν ὁποίαν  μᾶς προτρέπει  σέ  ἕναν προσωπικό, ἐπίπονο ἀγῶνα, νά διαφυλάξουμε τήν καθαρότητα τῆς καρδίας καί νά ἐπιτύχουμε τόν τελικό σκοπό τῆς ζωῆς μας στή γῆ, πού εἶναι ἡ πνευματική μας τελείωσις, ἡ ὁμοίωσίς μας μέ τόν Θεόν, ἡ Θέωσις, πού θά μᾶς ἀξιώσῃ νά ἐπανεισαχθοῦμε εἰς τόν Παράδεισον, ὅπου θά βρεθοῦμε μπροστά στό Θεό καί θά ἀπολαμβάνουμε τό ἄπειρον Κάλλος τοῦ Προσώπου Του εἰς μακρότητα ἡμερῶν. «Τό λοιπόν, ἀδελφοί», λέγει ὁ Παῦλος, «ὅσα ἐστίν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετή καί εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε·  ἅ καί ἐμάθετε καί παρελάβετε καί ἠκούσατε καί εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καί ὁ Θεός τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ' ὑμῶν» (Φιλιπ. δ΄ 8-9).
      ρχεται δέ ὁ Χριστός, στήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία Του, καί παραδίδει σέ ὅλους μας τό ἄριστον διάγραμμα  τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί  τοποθετεῖ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, ὅπως ἔχουμε πῆ, μιά βαθμίδα ψηλότερα ἀπό τή Βασίλισσα τῶν ἀρετῶν, ἀπό τήν Ἐλεημοσύνη, γιά νά δείξῃ ὅτι ἡ ἀπόκτησι τῶν ἀρετῶν δέν νοεῖται χωρίς τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Ὁ Κύριος εἶναι ἡ πηγή τοῦ ὕδατος τῆς Ζωῆς καί  προσφέρει «ὕδωρ ζωῆς δωρεάν» στόν καθένα πού διψᾶ τήν καθαρότητα καί τήν ἁγιότητα.


       Ἴσως ἀναρωτηθεῖ κανείς· ἡ Ἐλεημοσύνη δέν ἀξιώνει τόν ἄνθρωπον νά γίνῃ εἰρηνοποιός καί υἱός τοῦ Ὑψίστου; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ὄχι, ἄν δέν συνοδεύεται ἀπό τήν καθαρότητα τῆς καρδίας.
        ἱερός Χρυσόστομος λέγει ὅτι «ἐπειδή πολλοί ἐλεοῦσι μέν, καί οὐχ ἁρπάζουσιν οὐδέ πλεονεκτοῦσι, πορνεύουσι δέ καί ἀσελγαίνουσι· δεκνύς ὅτι οὐκ ἀρκεῖ τό πρότερον, καί τοῦτο προσέθηκεν». Δηλαδή: Ἐπειδή ὑπάρχουν πολλοί πού ἐλεοῦν καί δέν πλεονεκτοῦν, δέν ἀποφεύγουν ὅμως τήν πορνείαν καί τήν ἀσέλγειαν, ἐπρόσθεσε τόν μακαρισμόν αὐτόν τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας, γιά νά δείξῃ ὅτι δέν εἶναι ἀρκετή ἡ ἐλεημοσύνη.Τοποθέτησε πάνω ἀπό τήν ἐλεημοσύνη τήν καθαρότητα τῆς καρδίας (Ὁμιλ. ΙΕ΄ , 4  εἰς Ματθ. ἐν Migne P.G. 57,228). «Οὐδενός γάρ ἡμῖν οὕτω δεῖ πρός τό τόν Θεόν ἰδεῖν, ὡς τῆς ἀρετῆς ταύτης» (αὐτόθι).
       Θέλει ὁ Θεός καί ζητεῖ νά διαφυλάττουμε τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Καί ὅλοι οἱ Πατέρες τονίζουν τήν ὑψίστη ἀξία τῆς καθαρότητος, διά τῆς ὁποίας ἀξιώνεται ὁ ἄνθρωπος νά δῇ τό Θεό.
       ρμηνεύων ὁ Ζιγαβηνός τόν Μακαρισμόν (Ὑπόμν. Εἰς Ματθ. κεφ.Ε΄) λέγει: «Καθαρούς τῇ καρδίᾳ νόει, τούς μηδέν τι πονηρόν ἑαυτοῖς συνειδότας, ἤ τούς φυλάσσοντας τήν καρδίαν, ἀμόλυντον ἀπό τῶν ἡδυπαθειῶν, ὅπερ ὁ Παῦλος ἁγιασμόν ἐκάλεσεν, εἰπών· εἰρήνην διώκετε μετά πάντων, καί τόν ἁγιασμόν, οὗ χωρίς οὐδείς ὄψεται τόν Κύριον (Ἑβρ. ιβ΄14). Ὄψονται δέ τόν Θεόν, ὡς δυνατόν ἀνθρωπίνῃ φύσει. Τέθεικε τόν μακαρισμόν τοῦτον μετά τόν τῆς ἐλεημοσύνης, διότι πολλοί δικαιοσύνην καί ἐλεημοσύνην κατορθοῦντες, ἡττῶνται τῆς ἡδυπαθείας, καί δείκνυσιν, ὅτι οὐκ ἀρκοῦσιν ἐκεῖναι μόναι αἱ ἀρεταί» (Migne P.G. 129,194,196).


        Κύριος, μέ τό λόγο καί τό παράδειγμά Του μᾶς τονίζει ὅτι  ἡ καθαρότης τῆς καρδίας, ἡ ἀπελευθέρωσις δηλαδή τῆς ψυχῆς ἀπό τήν ὕλη καί τήν κατώτερη ζωή καί ἡ ἐπιστροφή στήν ἀρχέγονη λάμψιν της, στήν προπτωτική της κατάστασιν, ἐπιτυγχάνεται μέ τήν τέλεια ὑπακοή στόν πανάγιον Νόμο τοῦ Θεοῦ καί μέ τή Χάρι τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
        Στόν πνευματικό μας ἀγῶνα εἶναι ἀναγκαία ἡ συνύπαρξις δύο στοιχείων, γιά τήν κάθαρσι τῆς ψυχῆς. Τό ἕνα στοιχεῖο εἶναι ἡ προσωπική, ἐπίπονη, πνευματική ἄσκησις στήν τήρησι τῶν Ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἀπό ὁλοκληρωτική ἀγάπη, καί τό ἄλλο εἶναι ἡ Χάρις, ἡ δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ἐλευθέρα Θέλησις τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ.
      νας ἀρχαῖος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας λέγει ὅτι «οὕτως ἀδύνατον καθαρίσαι τήν ἡμῶν καρδίαν ἐξ ἐμπαθῶν νοημάτων καί ἀποδιῶξαι νοητούς ἐχθρούς ἐξ αὐτῆς, ἄνευ συχνῆς ἐπικλήσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Ἡσυχίου πρεσβ. πρός Θεόδουλον, ἐν Φιλοκλ. Α΄145,κη΄).

        ὅσιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος λέγει:


  «Καθαράν δέ καρδίαν, οὐχί μία ἀρετή, οὐδέ δύο, οὐδέ δέκα πεφύκασιν ἐκτελεῖν, ἀλλά πᾶσαι ὁμοῦ, ὡς εἰπεῖν, οἱονεί μία τις οὖσα καί εἰς ἄκρον κατορθωθεῖσα. Καί οὐδέ οὕτω καθαράν τήν καρδίαν μόναι ποιεῖσαι δύνανται, δίχα τῆς ἐνεργείας καί παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.  Καθάπερ γάρ ὁ χαλκεύς, τήν μέν τέχνην διά τῶν ἐργαλείων αὐτοῦ ἐπιδείκνυται, δίχα δέ τῆς τοῦ πυρός ἐνεργείας, οὐδέν ὅλως  κατασκευάσαι εἰς  ἔργον δύναται· οὕτω δή καί ὁ ἄνθρωπος, πάντα μέν ποιεῖ καί ὡς ἐργαλεῖα χρῆται ταῖς ἀρεταῖς· ἄνευ δέ τῆς τοῦ πνευματικοῦ πυρός παρουσίας, ἀνενέργητα μένει καί ἀνωφελῆ, τόν ῥύπον καί τόν ἰχῶρα μή καθαίροντα τῆς ψυχῆς (Κεφάλ.πρακτ. θεολογ. ογ΄ ἐν Φιλοκαλ. Γ΄ 250).
       Οἱ πνευματικές ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων ἔδειξαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ μόνος του νά κατορθώσῃ τίποτε καλόν. Πολύ δέ περισσότερο εἶναι ἀδύνατο νά ἐπιτύχῃ μόνος του τήν πνευματική του τελείωσι, τήν ὁμοίωσί του μέ τόν Θεόν, τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, πού θά τόν ἀξιώσῃ νά δῇ τό Θεό.
    Αὐτό ὀφείλεται στό χωρισμό, στήν ἀπομάκρυνσι τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν Πηγή τῆς Ζωῆς, τόν Θεόν. Ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτή εἶχε ὡς  τραγική συνέπεια τήν ἀχρείωσι τῶν  πνευματικῶν του δυνάμεων. Τήν ἀμαύρωσι τοῦ «κατ' εἰκόνα», τήν ἐξασθένησι τῆς ἐλευθέρας θελήσεως, τήν κλίσι, τή ῥοπή πρός τό Κακόν (concupiscentia).
       Γι'  αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο, γίνεται ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, διότι γνωρίζει «τό εὐόλισθον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως» καί ὅτι χωρίς τή Χάρι Του καί τή Δύναμί Του, δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά σωθῇ.
       Κύριος μᾶς ἀποκαλύπτει αὐτή τήν ἀλήθεια καί λέγει: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα... Μείνατε ἐν ἐμοί... Ὁ μένων ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν αὐτῷ,  οὗτος φέρει καρπόν πολύν,   ὅτι


              χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν
              οὐδέν» (Ἰωάν. ιε΄ 5).

     Προφήτης Δαβίδ, ἔχοντας βαθειά συνείδησι τῆς πραγματικότητος, παρακαλεῖ τό Θεό καί λέγει:
      «Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου» (Ψαλμ.50,12). Ἐπειδή ἡ ἁμαρτία συντρίβει τόν ἄνθρωπον, τόν φέρει σέ κατάστασι χειρότερη τοῦ μηδενός, ὁ Προφήτης χρησιμοποιεῖ  ἀντί τοῦ «κτίσον» τό ἑβραϊκό «μπαρά», πού δηλώνει τή δημιουργική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐκ τοῦ μηδενός  (Γενέσ. α΄ 1).
       ἁμαρτία φθείρει τόσο πολύ τήν ψυχή, ὥστε  εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ, γιά τή σωτηρία καί τήν ἐπαναφορά της στήν προπτωτική κατάστασι, ἀπό τήν ὁποία θά ξεκινήσῃ τόν ἀγῶνα γιά τήν πνευματική της τελείωσι, τήν ὁμοίωσί της δηλαδή μέ τό Θεό.
         Ὠριγένης σχετικά λέγει: «Ὥσπερ ἐάν μή Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοποίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες αὐτόν (Ψαλμ. 126,1)· οὕτως ἐάν μή Κύριος κτίσῃ καρδίαν καθαράν ἔν τινι, οὐκ αὐτάρκης πρός τοῦτο προαίρεσις καί δύναμις ἀνθρωπίνη. Πρῶτον δέ καρδία κτίζεται καθαρά, εἶτα ἐπί ταύτῃ εὐθές πνεῦμα ἐγκαινίζεται τοῖς ἐγκάτοις, καί ταῦτα, (καί ὅλα αὐτά συμβαίνουν),  μή ἀνταναιρεθέντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Δηλαδή τό ἅγιον Πνεῦμα δέν ἐξαλείφει τήν δι' Υἱοῦ δημιουργικήν ἐνέργειαν τοῦ Πατρός, ἀλλά συνεργεῖ (Εἰς Ψαλμ. ΒΕΠΕΣ 16, 30,9-16).
        Προφήτης Ἰεζεκιήλ( 36, 26) λέγει ὅτι ὁ Θεός θά δώσῃ «καρδίαν καινήν» καί «πνεῦμα καινόν» καί ὁ Ἱερεμίας (38, 31) λέγει ὅτι ὁ Θεός θά δώσῃ  «Διαθήκην καινήν». Τά προφητικά αὐτά χωρία πραγματοποιοῦνται μέ τήν ἔλευσι τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος μέ τή Χάρι καί τή δύναμί Του ἀνακαινίζει τόν ἄνθρωπο καί φέρει τήν ψυχή του εἰς τό ἀρχαῖον κάλλος. Προϋποτίθεται βέβαια ὅτι ὁ ἄνθρωπος καταθέτει τή θέλησί του. Θέλει, ἀποδέχεται τή Χάρι, διά τῆς πίστεως γίνεται  δεκτικός τῆς θείας χάριτος, ἐπικαλούμενος πάντοτε τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.


     Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει συμπερασματικά:
«Ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ καινή κρίσις· τά ἀρχαῖα παρῆλθον, ἰδού γέγονε καινά τά πάντα» (Β΄Κορινθ. ε΄ 17). «Ἐν γάρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλά καινή κτίσις» (Γαλάτ. στ΄ 15). Καί προτρέπει ὅλους νά καταβάλουμε τή δική μας προσωπική, ἐπίπονη προσπάθεια, ὥστε μέ τή χάρι του Θεοῦ, νά ἐνδυθοῦμε τόν καινόν ἄνθρωπον: «Ἀποθέσθαι ὑμᾶς  κατά τήν προτέραν ἀναστροφήν τόν παλαιόν ἄνθρωπον τόν φθειρόμενον κατά τάς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης, ἀνανεοῦσθαι δέ τῷ πνεύματι τοῦ νοός ὑμῶν καί ἐνδύσασθαι τόν καινόν ἄνθρωπον τόν κατά Θεόν κτισθέντα ἐν δικαιοσύνῃ καί ὁσιότητι τῆς ἀληθείας» (Ἐφεσ. δ΄ 22-24).
     Προηγεῖται λοιπόν ἡ πρόσκλησις τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο, ἀκολουθεῖ ἡ ἀπόφασι τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἐλεύθερη καί ἀβίαστη ἀποδοχή τῆς προσκλήσεως καί ὁ πνευματικός ἀγῶνας τοῦ ἀνθρώπου νά ἀποκτήσῃ καί νά διαφυλάξῃ τήν ἀπωλεσθεῖσα καθαρότητα τῆς καρδίας καί συνοδεύει ἡ Χάρις τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πού συντελεῖ βασικά στήν ἐπιτυχία τῆς πνευματικῆς προσπαθείας τοῦ ἀνθρώπου «εἰς το καθ' ὁμοίωσιν».
      Ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος (Φιλοκλ.Γ΄220-221,ρκα΄) λέγει ὅτι  ὀφείλει νά καθαρίζῃ τήν καρδιά του ἀπό κάθε γήινη ἀκαθαρσία, γιά νά βλαστήσῃ ὁ σπόρος.
      Λέγει ὅτι:   «Καθαίρειν πρότερον χρή τῆς ἑαυτοῦ καρδίας γῆν, ἵν' ὁ σπόρος πεσών τοῦ Πνεύματος, ἐντελεῖς καί πολλαπλασίους ἀποδῷ τούς καρπούς. Ὡς εἰμή τοῦτο γένηται πρότερον καί καθάρῃ τις ἑαυτόν ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, σάρξ ἐστιν ἔτι καί αἷμα καί μακράν ἐφέστηκε τῆς ζωῆς».
     Εἶναι ἀπαραίτητη ἡ προσωπική προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου, γιά τήν ἀπόκτησι τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας. Ἡ προσοχή, ἡ νῆψις καί ἡ ἐγρήγορσις,  ἡ  ἀδιάλειπτη Προσευχή καί εὐάρεστος στό Θεό νηστεία, «ἥτις ἐκτέμνει ἀπό καρδίας πᾶσαν κακίαν», εἶναι τά ἀναγκαῖα ὅπλα στόν πνευματικό μας ἀγῶνα.
    Εἶναι δέ αὐτονόητον ὅτι «ἀδύνατον χωρίς φυλακῆς νοός καί  καθαρότητος καρδίας, ὅ ἐστι καί λέγεται νῆψις, εἰς τι πνευματικόν καί ἀρέσκον Θεῷ φθάσαι τήν ψυχήν, ἤ ἐλευθερωθῆναι τῆς κατά διάνοιαν ἁμαρτίας, εἰ καί βιάζεταί τις ἑαυτόν διά τόν φόβον τῶν κολάσεων μή ἁμαρτάνειν» (Ἡσυχίου πρός Θεόδουλον, ἐν Φιλοκλ. Α΄ 157, ρθ΄).
      ἴδιος Πατέρας μιλῶντας γιά τήν καθαρότητα, πού ἐκριζώνει ἀπό τήν ψυχή μας τήν κακίαν καί ἀντεισάγει ἀγαθά, λέγει:
       «Ἡ δέ καθαρότης τῆς καρδίας, ἤγουν ἡ τοῦ νοῦ τήρησις καί φυλακή, ἧς τύπος ἡ Καινή Διαθήκη, εἴπερ ὡς δεῖ παρ' ἡμῶν φυλάττεσθαι, πάντα τά πάθη καί πάντα τά κακά  ἀπό τῆς καρδίας ἐκριζοῦσα, ἀποκόπτει· καί ἀντεισάγει χαράν, εὐελπιστίαν, κατάνυξιν, πένθος, δάκρυον, ἐπίγνωσιν ἑαυτῶν καί τῶν ἁμαρτημάτων ἡμῶν, μνήμην θανάτου, ταπείνωσιν ἀληθῆ, ἀγάπην τε  ἄπειρον  πρός τε Θεόν καί ἀνθρώπους καί ἔρωτα θεῖον ἐγκάρδιον» (Φιλοκλ.Α΄158, ριγ΄).
      κάθαρσις τῆς ψυχῆς δέν εἶναι  εὔκολον πρᾶγμα. Ἀπαιτεῖ  θυσίες καί συνεχῆ ἐπίπονο ἀγῶνα, δεδομένης τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
      Μεγάλος ὁ ἀγῶνας, ἀλλά καί τό ἔπαθλο πολύ μεγάλο. Μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας ἀξιώνεται ὁ ἄνθρωπος νά δῇ τό Θεό ἤ καλλίτερα νά φανερωθῇ σ' αὐτόν ὁ Θεός. Ὁ Κύριος λέγει ὅτι  «οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ εἶναι μακάριοι, διότι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Φθάνει ὁ πιστός, ὡς καθαρός τῇ καρδίᾳ, στό ὕψος τῆς Θεότητος.
      «Καθαρότης γάρ, ἀπάθεια, καί κακοῦ παντός ἀλλοτρίωσις ἡ Θεότης ἐστίν. Εἰ οὖν ταῦτα ἐν σοί ἐστι, Θεός πάντως ἐν σοί ἐστίν. Ὅταν οὖν ἀμιγής πάσης κακίας καί πάθους ἐλεύθερος, καί παντός κεχωρισμένος μολύσματος, ὁ ἐν σοί λογισμός ἦ, μακάριος εἰ τῆς ὀξυωπίας (τῆς μεγάλης ὀξύτητος τῆς ὁράσεως), ὅτι τό τοῖς μή καθαρθεῖσιν ἀθέατον, ἐκκαθαρθείς κατενόησας, καί τῆς ὑλικῆς ἀχλύος τῶν τῆς ψυχῆς ὀμμάτων ἀφαιρεθείσης ἐν καθαρᾷ τῇ τῆς καρδίας αἰθρίᾳ τηλαυγῶς βλέπεις τό μακάριον θέαμα. Τοῦτο δέ ἐστι τί; Καθαρότης, ὁ ἁγιασμός, ἡ ἁπλότης, πάντα τά τοιαῦτα τά φωτοειδῆ τῆς θείας φύσεως ἀπαυγάσματα, δι' ὧν Θεός ὁρᾶται» (Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τούς Μακαρισμούς, λόγ. 6ος ἐν : Migne P.G. 44,1272 καί ΒΕΠΕΣ  66, 410,28-36).
    




Ε
 
Οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ εἶναι μακάριοι, διότι ἀξιώνονται νά δοῦν τό Θεό.
  

      Ἡ ἀδιατάρακτος διά θέας ἀπόλαυσις τοῦ ἀπείρου κάλλους τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου εἶναι τό ὕψιστο τῶν ἀγαθῶν, πού προσφέρεται  ἀπό τόν Θεόν εἰς τόν καθαρόν τῇ καρδίᾳ.
       Ὁ οὐρανοβάμων Παῦλος, ὁ ὁποῖος «ἡρπάγη εἰς τόν παράδεισον (ἐσηκώθη ἕως τόν τρίτον οὐρανόν) καί ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα, ἅ οὐκ ἐξόν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι», ἔχει δική του προσωπική ἐμπειρία τῶν ἀγαθῶν, «ἅ ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α΄Κορινθ. β΄ 9). Γνωρίζει καλά ὁ Παῦλος τό ὕψιστον ἀγαθόν, νά δῇ ὡς ἄνθρωπος τό Θεό, διότι ὁ Χριστός φανερώθηκε σ' αὐτόν. Ὁ ἴδιος,  πορευόμενος εἰς τήν Δαμασκόν, διηγεῖται εἰς τόν Ἀγρίππαν καί λέγει: «ἡμέρας μέσης κατά τήν ὁδόν εἶδον, βασιλεῦ, οὐρανόθεν ὑπέρ τήν λαμπρότητα τοῦ ἡλίου περιλάμψαν με φῶς καί τούς σύν ἐμοί πορευομένους· ...ἤκουσα φωνήν λαλοῦσαν πρός με  καί λέγουσαν τῇ Ἑβραῒδι διαλέκτῳ· Σαούλ Σαούλ, τί με διώκεις; σκληρόν σοι πρός κέντρα λακτίζειν. Ἐγώ δέ εἶπον· Τίς εἶ, Κύριε; Ὁ δέ εἶπεν· Ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς ὅν σύ διώκεις. Ἀλλά σήκω καί στάσου στά πόδια σου· διότι γι' αὐτό φανερώθηκα σέ σένα, γιά νά σέ καταστήσω ὑπηρέτην καί μάρτυρα καί αὐτῶν πού εἶδες τώρα, καί ἐκείνων πού θά ἴδῃς ὅσες φορές εἰς τό μέλλον θά σοῦ ἐμφανισθῶ» (Πραξ. κστ΄ 12-16).
    Ποιός μπορεῖ νά περιγράψῃ τήν χαρά, τήν εὐφροσύνη καί τήν ἀγαλλίασι τῆς ψυχῆς, στήν ὁποίαν φανερώνεται ὁ Χριστός;



     Ὁ  Παῦλος ἔχει προσωπική ἐμπειρία τῆς Χαρᾶς καί εἶναι ὁ πιό κατάλληλος ἀπό κάθε ἄλλον νά μᾶς ἀποκαλύψῃ τό μεγαλεῖον τῆς φανερώσεως τοῦ Θεοῦ στόν καθαρό τῇ καρδίᾳ. Ὁ Παῦλος εἶχε ἀγαθήν συνείδησιν καί καθαρή καρδιά καί ἀξιώθηκε νά δῇ τό Χριστό καί νά διαπιστώσῃ προσωπικά ὁ ἴδιος  καί νά διακηρύξῃ:
«ὅτι οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς» (Ρωμ. η΄  18).
       ποιος νοιώσει τή γλυκύτητα τῶν ἐπουρανίων ἀγαθῶν, θεωρεῖ σκύβαλα καί ἄξια περιφρονήσεως ὅλα τά κοσμικά πράγματα καί θέτει σκοπό τῆς ζωῆς του νά κερδίσῃ τό ὑπέρτατο ἀγαθό, τόν Χριστόν (πρβλ. Φιλιπ. γ΄ 8).
       Ποιός συνετός καί καθαρός τῇ καρδίᾳ, ἀφοῦ γευθῆ «τόν μόσχον τόν σιτευτόν», θά ἐπιστρέψῃ στά «ξυλοκέρατα» τῆς ἀποστασίας;
       Ποιός συνετός καί καθαρός τῇ καρδίᾳ ὅταν πιῇ τό ὕδωρ τό ζῶν, εἶναι δυνατόν νά ἐπιστρέψῃ «στά λασπονέρια τῆς ἀπιστίας»;
        Ἀπόστολος Παῦλος, στόν ὁποῖον φανερώθηκε ὁ Χριστός, ὁμολογεῖ καί λέγει ὅτι ὁ κόσμος εἶναι νεκρός γι' αὐτόν καί αὐτός εἶναι νεκρός γιά τόν κόσμο. «Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός» (Γαλ. β΄ 20). Καί πραγματικά ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, καί γιά τίποτε στόν κόσμο δέν πρέπει νά Τόν χάσουμε . Ἐπειδή ὅμως, γιά νά κρατηθοῦμε ἑνωμένοι μαζί Του, ἀναγκαία προϋπόθεσις εἶναι ἡ καθαρότης τῆς καρδίας, ὀφείλουμε διαρκῶς νά προσέχουμε καί νά ἀπέχουμε ἀπό τίς ἀκαθαρσίες τοῦ κόσμου. Νά κρατᾶμε καθαρή τήν καρδιά μας. Νά ζοῦμε μέ τή λαχτάρα νά φανερωθοῦμε μπροστά στό Θεό καί νά  δοῦμε  τό ἅγιον Πρόσωπόν Του.
      Ὁ Προφήτης Δαβίδ, ὁ Παῦλος καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες καί Ὁμολογητές τῆς Πίστεως ἔζησαν καί ζοῦν μέ τή λαχτάρα νά δοῦν τό Πρόσωπον τοῦ Θεοῦ. Ὅλοι ἐμεῖς ζοῦμε μέ τόν πόθο, μέ τή λαχτάρα νά δοῦμε τό Θεό. Ὁ Δαβίδ, πού ἐνσαρκώνει τή λαχτάρα ὅλων μας, λέγει: «Ὅν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπί τάς πηγάς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου πρός σέ ὁ Θεός. Ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρός τόν Θεόν τόν ἰσχυρόν τόν ζῶντα·  Πότε ἥξω καί ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ;» (Ψαλμ. 41, 2-3).




        Μποροῦμε νά δοῦμε τό Πρόσωπον τοῦ Θεοῦ;
Ὁ Κύριος μᾶς ὑπόσχεται ὅτι θά δοῦμε τό Θεό, μόνον οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ. Ὑπῆρξαν ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι «μετά γυναικῶν οὐκ ἐμολύνθησαν· Παρθένοι γάρ εἰσιν. Οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκολουθοῦντες τῷ Ἀρνίῳ ὅπου ἄν ὑπάγῃ. Οὗτοι ἠγοράσθησαν ἀπό τῶν ἀνθρώπων ἀπαρχή τῷ Θεῶ καί τῷ Ἀρνίῳ· καί οὐχ εὑρέθη ψεῦδος ἐν τῷ στόματι αὐτῶν· ἄμωμοι γάρ εἰσιν» (Ἀποκ. ιδ΄4-5). Εἶναι αὐτοί πού ἔμειναν πιστοί στό Χριστό μέχρι θανάτου. Αὐτοί πού δέν ὑπέπεσαν εἰς τήν εἰδωλολατρία καί φύλαξαν τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, δέν ἐμολύνθησαν μέ τίς γήινες ἀκαθαρσίες, ἔμειναν ἄμωμοι καί εἶδαν τόν Θεόν, κατά τήν ἀναλογίαν τῆς καθάρσεώς του ἕκαστος. Ἀλλά καί σήμερα ὑπάρχουν ἀνάμεσά μας Ἅγιοι καί καθαροί τῇ καρδίᾳ, πού ἀκολουθούν τό Ἀρνίον ὅπου ἄν ὑπάγῃ καί βλέπουν τό Θεό.




     Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι τώρα ἐδῶ στή γῆ, στήν ἀνθρώπινη διάστασι,  βλέπουμε θαμπά, σκιωδῶς, ὅταν ὅμως διαβοῦμε στή θεία διάστασι, τότε θά Τόν δοῦμε φανερά καί καθαρά, κατ' εὐθεῖαν  πρόσωπον μέ πρόσωπον. «Βλέπομεν γάρ ἄρτι δι' ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δέ πρόσωπον πρός πρόσωπον» (Α΄ Κορινθ. ιγ΄ 12).
   Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης  Ἰωάννης λέγει ὅτι «τώρα εἴμαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ καί ἀκόμη δέν φανερώθηκε σέ μᾶς τί θά εἴμαστε εἰς τό μέλλον. Γνωρίζουμε ὅμως, ὅτι ἐάν φανερωθῇ ὁ Χριστός, θά γίνουμε ὅμοιοί Του κατά τήν δόξαν καί θά Τόν δοῦμε ὅπως εἶναι. Ὀψόμεθα αὐτόν καθώς ἐστι» (Α΄ Ἰωάν. γ΄ 2). Εἶναι βέβαια αὐτονόητον ὅτι θά Τόν δοῦμε «ἐάν εἴμαστε καθαροί τῇ καρδίᾳ» ( Ματθ. ε΄ 8). 
    Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ πρώην διώκτης, καί κατόπιν «σκεῦος τῆς ἐκλογῆς τοῦ Χριστοῦ», γνωρίζει καλά «τό εὐόλισθον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως» καί φλέγεται ἀπό τήν ἀγωνία του γιά μᾶς. Καί μέ πόνον ψυχῆς, συνεχῶς, μᾶς παροτρύνει νά ἀκολουθοῦμε τό Ἀρνίον ὅπου ἄν ὑπάγῃ, ὥστε  νά μή μολύνουμε τήν ψυχή μας μέ τίς ἀκαθαρσίες τοῦ κόσμου, νά καθαρίζουμε τήν ψυχή μας ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος καί νά ἐπιτελοῦμε ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ (πρβλ.Β΄Κορινθ. ζ΄ 1). Συνεχῶς μᾶς παρακαλεῖ νά προσέχουμε στόν ἑαυτό μας, καί νά ἐπιδιώκουμε συνεχῶς τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Διότι γνωρίζει ὁ Ἅγιος πόσο δύσκολη εἶναι ἡ ἐσωτερική πάλη τοῦ ἁμαρτωλοῦ κατά τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος ὁμολογεῖ καί λέγει: «Εἶμαι σκλάβος τῆς ἁμαρτίας, διότι ἐκεῖνο πού ἐκτελῶ, τό ἐκτελῶ τυφλά, σάν μεθυσμένος ἀπό τό πάθος, πού μέ κυριεύει, χωρίς νά ξέρω τί κάνω. Οὐ γάρ ὅ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ' ὅ μισῶ τοῦτο ποιῶ... Οὐ γάρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ' ὅ μισῶ κακόν τοῦτο πράσσω... Ταλαίπωρος ἐγώ ἄνθρωπος! Τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;» (πρβλ. Ρωμ. ζ΄ 14-25).
     ν στόν ἀγῶνα μας, γιά νά κρατήσουμε τήν καρδιά μας καθαρή, δέν ἦταν ὁ Κύριος μαζί μας, θά εἴχαμε καταποντισθῆ. Χείμαρρον διῆλθεν κάι διέρχεται ἡ ψυχή μας. Θηριώδεις ἐχθροί, ἄνθρωποι καί δαίμονες καί πάθη χαμηλά, σάν ἄλλοι λύκοι θέλουν νά μᾶς κατασπαράξουν. Στήνονται παγίδες καί ἐπιβουλές μέ πολλή πανουργία καί δόλο. Ἄν ὁ Κύριος δέν εἶναι μαζί μας... Ἄν  ὁ Κύριος δέν συντρίψει τίς παγίδες καί δέν μᾶς συμπαρασταθῆ, εἴμαστε χαμένοι (πρβλ. καί Ψαλμ. 123,1-8).



      Εἶναι παρήγορον ὅτι ὁ Κύριος μᾶς ὑποσχέθηκε ὅτι θά εἶναι καί εἶναι μαζί μας. Δέν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτέ  «καί οἴδαμεν ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τόν Θεόν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (Ρωμ. η΄ 28). Θά πρέπει ὅμως νά καταλάβουμε ὅλοι καλά ὅτι δέν ἀρκεῖ ἡ θεία συμμαχία, ὅπως ἔχουμε πῆ, εἶναι ἀναγκαία καί ἡ δική μας προσωπική προσπάθεια, γιά τήν κατάκτησι τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας, ὥστε νά ἀξιωθοῦμε τοῦ μακαρισμοῦ τοῦ Κυρίου, νά δοῦμε τόν Θεόν, ὡς καθαροί τῇ καρδίᾳ.
    Ὁ  Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι δεδομένη:
      «Ἡ νύξ προέκοψεν, ἡ δέ ἡμέρα ἤγγικεν. Ἀποθώμεθα οὖν τά ἔργα τοῦ σκότους, καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός· ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μή κώμοις καί μέθαις, μή κοίταις καί ἀσελγείαις, μή ἔριδι καί ζήλῳ, ἀλλ'  ἐνδύσαθαι τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καί τῆς σαρκός πρόνοιαν μή ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας» (Ρωμ.  ιγ΄ 12-14). Μᾶς προτρέπει νά  ἐνδυθοῦμε, νά ἐγκολπωθοῦμε  τόν Χριστόν καί νά ἀποφύγουμε κάθε σαρκική ἁμαρτία. Νά κρατήσουμε καθαρή τήν καρδιά μας  ἀπό τίς σαρκικές ἐπιθυμίες, ὥστε νά ἀξιωθοῦμε νά δοῦμε τό Θεό. Κι' αὐτό θά τό κατορθώσουμε ἄν πραγματικά παλαίψουμε μέ τόν κακό μας ἑαυτό, ἐάν «ἀποθέσουμε «πᾶσαν  ῥυπαρίαν καί περισσείαν κακίας» καί  δεχθοῦμε μέ πραότητα τόν εὐαγγελικό λόγο, πού φυτεύθηκε μέσα μας διά τῆς ἐν Χριστῷ ἀναγεννήσεως καί πού ἔχει τή δύναμι νά σώσῃ τάς ψυχάς ἡμῶν» (Ἰάκ. α΄ 21). Ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του εἰλικρινά μετανοιωμένοι καί  ὄχι ἁπλῶς μᾶς δέχεται μέ χαρά, ἀλλά θύει  καί  τόν «μόσχον τόν σιτευτόν», γιά χάρι μας.




      Χριστός ἦλθε καί μᾶς καλεῖ κοντά Του. Μᾶς καθαρίζει μέ τό αἷμα Του καί μᾶς ἐφοδιάζει μέ  τήν ἐξουσίαν «τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ...» (Λουκ. ι΄ 19). Στό χέρι μας εἶναι νά κατακτήσουμε τήν κορυφή τῆς τελειότητος, νά «ἐξέλθουμε ἀπό τή Βαβυλῶνα». (Ἀποκ. ιη΄ 4) καί  νά διαφυλάξουμε τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, πού εἶναι ὁ ἀναγκαῖος ὅρος, γιά νά δοῦμε τό Θεό.
    Ἔχουμε πῆ  ὅτι τήν ἀρχική κάθαρσι δέχεται ὁ πιστός διά τοῦ Βαπτίσματος διά τοῦ λουτροῦ τῶν δακρύων (δηλ. διά τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως), διά τοῦ ὁποίου ὡς διά θύρας εἰσέρχεται στήν Ἐκκλησία. Τήν τελική κάθαρσι δέχεται ὁ πιστός διά τῆς συνειδητῆς συμμετοχῆς του εἰς τό Μυστήριον τῆς Θ. Εὐχαριστίας, διά τῆς Θείας Κοινωνίας τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου. Εἶναι δέ δεδομένον ὅτι «τό αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπό πάσης ἁμαρτίας» (Α΄Ἰωάν. α΄ 7. Ἀποκ.α΄ 5). 
    Καλούμαστε οἱ πιστοί, μέ τήν ἀποχή ἀπό κάθε κακό, μέ τή σωστή νηστεία, νά διαφυλάξουμε καθαρή τήν καρδιά μας. Ὁ πνευματικός ἀγῶνας εἶναι ἀκατάπαυστος. Καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μᾶς συμβουλεύει νά προσέχουμε τόν ἑαυτό μας. «Πρόσεχε σεαυτῷ μήποτε γένηται ῥῆμα κρυπτόν ἐν τῇ καρδίᾳ σου ἀνόμημα» (Δευτ. ιε΄ 9). Ὀφείλουμε νά προσέχουμε τόν ἑαυτό μας,  νά προσέχουμε μή τυχόν κάποτε σκέψις κρυφή γίνῃ στήν καρδιά μας ἁμαρτία, νά μή μολύνουμε τήν καρδιά μας. Μᾶς παραγγέλλει νά προσέχουμε καί νά παρατηροῦμε προσεκτικά τόν ἑαυτό μας, ὥστε  νά ἀποφεύγουμε τίς δόλιες παγίδες πού στήνει παντοῦ ὁ ἐχθρός. Ἡ ἁμαρτία  εἶναι ρύπος, ἀκαθαρσία, πού λερώνει τήν καρδιά μας.
   Μέγας Βασίλειος στήν ὁμιλία του εἰς τό «Πρόσεχε σεαυτῷ»,  ἐπειδή δέν προσέχουμε καί χάνουμε τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, λέγει:

 
        «Πρόσεχε λοιπόν τόν ἑαυτό σου, γιά νά λάβῃς ἀνάλογη πρός τό παράπτωμα καί τήν βοήθειαν ἀπό τήν θεραπείαν. Εἶναι μεγάλο καί βαρύ τό ἁμάρτημα; Σοῦ χρειάζεται πολλή ἐξομολόγησις, πικρά δάκρυα, συνεχής ἀγρυπνία καί διαρκής νηστεία. Εἶναι ἐλαφρόν τό ἁμάρτημα καί ὑποφερτόν; Νά ἐξισωθῇ καί ἡ μετάνοια. Μόνον νά προσέχῃς τόν ἑαυτόν σου,  γιά νά γνωρίζῃς τήν ὑγεία καί τήν ἀρρώστια τῆς ψυχῆς» (ΒΕΠΕΣ 54, 31, 21 ἑξ.).
     ἱερός Χρυσόστομος, γνωρίζει ὅτι ἡ γνήσια ἀγάπη στό Θεό καί στόν πλησίον γιά τό Θεό, βοηθεῖ τόν πιστό νά ἀποφεύγῃ τήν ἁμαρτία, νά  ἐπιτελῇ ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ καί νά διαφυλάττῃ ἔτσι τήν καθαρότητα τῆς καρδίας του.
    Διά τοῦτο συνιστῶν  σέ ὅλους νά ἐγκολπωθοῦν τόν Χριστόν, τήν γνήσια ἀγάπη,  συνοψίζει τή διδασκαλία του περί ἀγάπης καί λέγει ὅτι «τῆς γνησίας ἀγάπης ἴσον οὐδέν». Κι' αὐτό γιατί «ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ίωάν. δ΄16). Ὁ Κύριος τοποθετεῖ πάνω ἀπό τή Βασίλισσα τῶν ἀρετῶν τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, γιά νά κατανοήσουν οἱ Μαθητές Του ὅτι τότε μόνον εἶναι γνήσια ἡ ἀγάπη τους, ὅταν ἔχουν καθαρή καρδιά. Καί μόνον τότε ἡ ἀγάπη, πού πηγάζει ἀπό καθαρή καρδιά, Θεόν ποιεῖ τόν ἄνθρωπον, κατά τόν Γρηγόριον τόν Θεολόγον.
    Οἱ Πατέρες ὑποδεικνύουν μιά ἀρίστη  μέθοδο πνευματική. Συνιστοῦν:  ΠροσοχήΠροσευχή, Νῆψι καί Ἐγρήγορσι.
        ἅγιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος (Φιλοκλ. Ε΄86,20) λέγει ὅτι «ὅποιος δέν προσέχει νά φυλάττῃ τόν νοῦν του, ἐκεῖνος δέν εἶναι δυνατόν νά γένῃ καθαρός εἰς τήν καρδίαν, διά νά ἀξιωθῇ νά δῇ τόν Θεόν». Ὁ δέ  πρεσβύτερος Ἡσύχιος γράφει πρός τόν Θεόδουλον (Φιλοκλ. Α΄ 171, ρηγ΄) ὅτι «ὅλως δέ οὐκ ἄλλο τί ἐστι καθαρισμός καρδίας, δι' οὗ καί ταπείνωσις καί ἀγαθόν ἅπαν ἐν ἡμῖν εὑρίσκεται καταβαῖνον ἄνωθεν, εἰ μή τό μηδόλως παραχωρεῖν τούς λογισμούς προκύπτοντας εἰσελθεῖν ἐν τῇ ψυχῇ».
     ὅσιος Ἡσύχιος ὁ Ἱεροσολυμίτης ὑποδεικνύει μιά πνευματική μέθοδο, μέ τήν ὁποίαν μπορεῖ ὁ πιστός νά κατορθώσῃ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας καί γενικά τήν τελείωσί του. Ἡ μέθοδος αὐτή ὀνομάζεται νῆψις  καί εἶναι δυναμική κατάστασις τῆς ψυχῆς τοῦ προοδευμένου πνευματικά ἀνθρώπου στήν ἐσωτερική ἐν Χριστῷ ζωή, ὥστε μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ καί μέ τή δική του προσωπική προσπάθεια, νά ἔχῃ ὁλοκληρωτικό, τέλειο ἔλεγχον στά πάθη καί τίς κακίες του καί ἕτοιμο τό θεληματικό του στό νά ἐφαρμοζῃ πάντοτε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
      Αὐτή τή μέθοδο ἀκολούθησαν οἱ πιστοί Μαθητές τοῦ Χριστοῦ ἀκολουθοῦντες τό Ἀρνίον  καί  τήν ἴδια μέθοδο ἀκολουθοῦν καί σήμερα οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι.


   Ὁ ὅσιος Ἡσύχιος λέγει ὅτι «Νῆψίς ἐστι  μέθοδος πνευματική, ἐμπαθῶν νοημάτων καί λόγων καί πονηρῶν ἔργων, πάμπαν τόν ἄνθρωπον, σύν Θεῷ, ἀπαλλάττουσα, χρονίζουσα, καί προθύμως ὁδευομένη· γνῶσιν τε ἀσφαλῆ Θεοῦ τοῦ ἀκαταλήπτου ὁδευομένη χαρίζεται, καθ' ὅσον ἐφικτόν, καί μυστηρίων θείων  καί ἀποκρύφων λύσιν·  ὑπάρχει τε πάσης ἐντολῆς Θεοῦ Παλαιᾶς τε καί  νέας  Διαθήκης  ποιητική καί παντός ἀγαθοῦ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος παρεκτική. Αὕτη δέ κυρίως ἐστίν ἡ τῆς καρδίας καθαρότης· ἥτις διά τό μέγεθος καί τήν καλλονήν αὐτῆς ἤ κυριώτερον εἰπεῖν, διά τήν ἀμέλειαν ἡμῶν, σπανίζει σήμερον... ἥν ὁ Χριστός μακαρίζει λέγων· μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται. Τοιαύτη δέ οὖσα, πολλοῦ ἀγοράζεται. Νῆψις (νηφαλιότης, ἄγρυπνος προσοχή) ἐν ἀνθρώπῳ χρονίζουσα, ὀρθοῦ καί θεαρέστου βίου ὁδηγός γίνεται· τοῦτο καί ἐπίβασις θεωρίας, καί τό τριμερές τῆς ψυχῆς (δηλ. τό νοητικόν, τό συναισθηματικόν καί τό βουλητικόν) δικαίως κινεῖν ἡμᾶς ἐκδιδάσκει, τάς αἰσθήσεις τε ἀσφαλῶς τηρεῖν· καί τάς γενικάς ἀρετάς ἐν τῷ μετόχῳ αὐτῆς καθ' ἡμέραν αὔξει» (Φιλοκαλία Α΄ 141, α΄ πρβλ. καί γ΄- ζ΄).
        νοερά Προσοχή καί Προσευχή εἶναι τό μέσον μέ τό ὁποῖον θά κατορθώσῃ ὁ πιστός νά ἀνέλθῃ ὅλες τίς βαθμίδες τῆς πνευματικῆς Κλίμακος, ἀρχίζοντας ἀπό τή μακαριστή πτωχεία τοῦ πνεύματος καί φθάνοντας στήν καθαρότητα τῆς καρδίας, γιά νά ἀξιωθῇ νά σταθῇ μπροστά στό Θεό καί νά ἀπολαύσῃ τό ἄπειρον κάλλος τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου, νά δῇ τόν Θεόν αὐτόν καθώς ἐστί.



        Ὁ  πιστός γιά νά φθάσῃ στήν κορφή  ὀφείλει νά ἀγωνίζεται ἀκολουθῶν τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ. Νά προσπαθῇ  μέ Προσοχή, Προσευχή, νῆψι καί ἐγρήγορσι καί μέ νηστεία δεκτή, νά κυριεύῃ τό Ἐγώ του, νά συναισθάνεται τήν οὐτιδανότητά του,  νά στέκεται μακρυά ἀπό κάθε ψευτιά καί ὑποκρισία, πρᾶος καί ταπεινός τῇ καρδία, νά ἀγαπᾷ τή δικαιοσύνη, νά νικᾷ τό Κακόν καί τήν ἁμαρτία, νά ἔχῃ στήν καρδιά του τή βασίλισσα τῶν ἀρετῶν, νά εἶναι νεκρός, γιά τόν κόσμον καί τά κοσμικά, νά ἔχῃ τήν πνευματική ὡριμότητα, ὥστε  νά ἐλέγχῃ κάθε του σκέψι, κάθε του λόγο καί κάθε του πρᾶξι καί νά διαφυλάττῃ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Μέ μιά λέξι νἆναι ἡ  ζωή του  ὕμνος δοξολογίας στό Λυτρωτή.
      Εἶναι γλυκειά καί ὡραία ἡ πνευματική ζωή. Ἐκεῖνος, πού ἔχει μέσα στήν καρδιά του τό Χριστό, ὁ καθαρός τῇ καρδίᾳ,  βλέπει στό κάθε του βῆμα τό Θεό, κάνει τήν ψυχή καί τή ζωή του Παράδεισο. Ζῆ ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς.
 Γιά τή διατήρησι τῆς παραδεισιακῆς αὐτῆς ζωῆς  ὀφείλει  νά βλέπῃ, νά ἀγρυπνῇ, νά προσέχῃ καί νά προσεύχεται ἀδιαλείπτως, ὥστε νά «μή γένηται ῥῆμα κρυπτόν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἀνόμημα» (Πρβλ. Δευτερ. ιε΄ 9),   νά μήν ἐμφιλοχωρῇ ἀκάθαρτη σκέψι μέσα στήν καρδιά του, νά μή χάνῃ  τήν καθαρότητά του.
    σο  βρίσκεται στήν ἀνθρώπινη διάστασι  ὁ ἄνθρωπος κινδυνεύει. Ὁ ἐχθρός ἐλλοχεύει. Εἶναι σκληρός ὁ ἀγῶνας καί τό ἔπαθλο μεγάλο. Χρειάζεται διαρκής ἐπαγρύπνησις (νῆψις).
      Πολλές φορές, ὁ κακός μας ἑαυτός  ἤ ὁ Διάβολος, μᾶς πειράζει καί στόν ὕπνο. Δέν ἔχουμε ἥσυχον, «ὕπνον ἐλαφρόν», ἀλλά πολύ ταραγμένον. Συστρατεύονται σατανικές, ἀπρεπεῖς φαντασίες, αἰσχρές, βλαβερές, σαρκικές ἐπιθυμίες, καί ἔρχονται στόν ὕπνο μας νά μολύνουν τήν ψυχή μας. Καί ξυπνᾶμε τό πρωῒ, μέ εἰκόνες ντροπῆς, καί λέμε: «Εὐτυχῶς ἦταν ὄνειρο». Ὅμως, δυστυχῶς, ἀφήνουν στήν ψυχή μας μιά μικρή, ἀλλά δυνατή ὀσμή δυσωδίας.
      Στά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς μας, ὁ ἀπωθημένος ρύπος προβάλλεται καί χρειάζεται περισσότερη ἄσκησι, προσοχή καί προσευχή, νά καθαρίσουμε τή λάσπη, τό ρύπο, πού σωρεύεται ἐκεῖ στό ἀσυνείδητο, προβάλλεται δέ  καί μᾶς ταράζει σέ ἀνύποπτο χρόνο.



«Καθάρισον, Κύριε,  τόν ρύπον τῆς ψυχῆς
   μου.  Λυπήσου με καί σῶσον με,  Ἀγαθέ,
   ὡς Φιλάνθρωπος».


       Ἡσύχιος ὁ Πρεσβύτερος γράφει στό Θεόδουλο καί τονίζει ὅτι «ταπείνωσις καί κακοπάθεια, πάσης ἁμαρτίας ἐλευθεροῦσι τόν ἄνθρωπον· ἡ μέν τά τῆς ψυχῆς, ἡ δέ τά τοῦ σώματος περικόπτουσα πάθη. Διά τοῦτο λέγει ὁ Κύριος· Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται· αὐτόν καί τούς ἐν αὐτῷ  θησαυρούς, ὅταν δι' ἀγάπης καί ἐγκρατείας ἑαυτούς καθάρωσι· καί τοσούτῳ πλέον, ὅσῳ τήν κάθαρσιν ἐπιτείνωσι» (Φιλοκαλ. Α΄ 152, οε΄ Ἴδε καί  Ἁγ. Μαξίμου, περί ἀγάπης, 100άς δ΄ οβ΄ Φιλοκλ.Β  48).
     Ἀπόστολος Παῦλος, ὅπως ἔχουμε πῆ, ἔχει ὁ ἴδιος προσωπική ἐμπειρία, καί διακηρύττει ὅτι ἡ καθαρότητα τῆς καρδίας εἶναι ἀναγκαία προϋπόθεσις, γιά νά ἀξιωθοῦμε νά δοῦμε τόν Κύριο. Γι'  αὐτό συμβουλεύει λέγοντας: «Εἰρήνην διώκετε μετά πάντων καί τόν ἁγιασμόν, οὗ χωρίς οὐδείς ὄψεται τόν Κύριον» (Ἑβρ. ιβ΄14).
     Ἁγιασμός εἶναι ἡ ἀπελευθέρωσι τοῦ ἀνθρώπου ἀπό κάθε ἄγος, ἀπό κάθε μίασμα, ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος καί ἡ διαφύλαξι ὁλοκληρωτικῆς καί ἄχραντης καθαρότητος, πού κατορθώνεται μέ τη λατρεία τοῦ Θεοῦ «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ»  καί τήν πιστή τήρησι τῶν Ἐντολῶν Του.
       Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ εἶναι συνέπεια τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας, ἀλλά εἶναι καί τό ἔπαθλον, πού χαρίζει ὁ Θεός σέ ὅλους ἐκείνους, πού ἀγωνίζονται τόν καλόν ἀγῶνα καί κατορθώνουν νά διαφυλάξουν ἤ νά ἀποκτήσουν τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ εἶναι Χάρις, δωρεά εἰς τόν καθαρόν ἄνθρωπον. Ὁ  Θεός, δηλαδή, ἀποκαλύπτεται, φανερώνεται στόν πιστόν «κατά τήν ἀναλογίαν τῆς καθάρσεως αὐτοῦ», ἀνάλογα μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας του.
      Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ  στήν παροῦσα ζωή, ἀλλά καί στή μέλλουσα, συνιστᾶ τήν μακαριότητα τῶν δικαίων. Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη χαρά, εὐφροσύνη καί ἀγαλλίασι, γιά τόν δίκαιον ἄνθρωπον, ἀπό τό νά ἀξιωθῇ νά βλέπῃ τόν Θεόν «αὐτόν καθώς ἐστί».
     Πιστεύουμε βέβαια ὅτι ὁ Θεός εἶναι «ἀσώματος καί ἀόρατος καί ἄψαυστος τῇ φύσει» καί δέν εἶναι δυνατόν νά Τόν δοῦμε μέ φυσικό τρόπο. Γνωρίζουμε  ὅτι ὁ Θεός δέν ἔχει καμμιά μορφή οὔτε σῶμα. Δέν μποροῦμε νά Τόν ψαύσουμε μέ τά χέρια ἤ νά Τόν δοῦμε μέ τά σωματικά μας μάτια. Εἶναι Πνεῦμα. Καί σάν Πνεῦμα  ὁ Θεός εἶναι «ἄπειρος, ἀόριστος καί ἀσχημάτιστος, ἀναφής καί ἀόρατος», ὅπως λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.
      ἱερός Χρυσόστομος λέγει ὅτι, ἄν κάποιος ἄνθρωπος ἰσχυρισθῇ ὅτι εἶδε τό Θεό μέ σωματικό τρόπο, αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός πραγματικά ἀγνοεῖ τό Θεό καί λέγει ὅτι ὁ ἀόρατος Θεός εἶναι ὁρατός.
      ταν ὁ Μωϋσῆς παρεκάλεσε τό Θεό νά τοῦ φανερωθῇ («ἐμφάνισόν μοι σεαυτόν»), ὁ Κύριος τοῦ εἶπε: «Οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τό πρόσωπόν μου· οὐ γάρ μή ἴδῃ ἄνθρωπος τό πρόσωπόν μου καί ζήσεται» (Ἔξοδ. 33, 20).
      Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης Ἰωάννης λέγει ὅτι «Θεόν οὐδείς ἐώρακε πώποτε» (Ἰωάν. α΄ 18). Καί στήν πρώτη του καθολική ἐπιστολή λέγει: «Θεόν οὐδείς πώποτε τεθέαται» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 12). Καί ὁ Παῦλος σχετικά λέγει ὅτι ὁ Θεός: ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν, φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον, ὅν εἶδεν οὐδείς ἀνθρώπων οὐδέ ἰδεῖν δύναται» (Α΄Τιμ. στ΄ 16).
   ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης λέγει ὅτι «ἡ θεία φύσις αὐτή καθ' ἑαυτήν ὅ,τι ποτέ κατ' οὐσίαν ἐστί πάσης ὑπέρκειται καταληπτικῆς ἐπινοίας, ἀπρόσιτός τε καί ἀπροσπέλαστος  οὖσα ταῖς  στοχαστικαῖς ἐπινοίαις, καί οὔπω τις ἀνθρώποις πρός τήν  κατανόησιν τῶν ἐκλήπτων (αὐτῶν πού δέν μποροῦν νά κατανοηθοῦν) ἐξεύρηται δύναμις, οὐδέ τις ἔφοδος καταληπτική τῶν ἀμηχάνων ἐπενοήθη. Διό καί ἀνεξιχνιάστους τάς ὁδούς αὐτοῦ  ὁ μέγας ὀνομάζει Ἀπόστολος, σημαίνων διά τοῦ λόγου τό ἀνεπίβατον εἶναι λογισμοῖς τήν ὁδόν ἐκείνην, ἤ πρός τήν γνῶσιν τῆς θείας οὐσίας ἄγει... Τοιοῦτος δέ ὤν κατά τήν φύσιν ὁ ὑπέρ πᾶσαν φύσιν, ἄλλῳ λόγῳ καί ὁρᾶται καί καταλαμβάνεται ὁ ἀόρατός τε και ἀπερίγραπτος». Δηλαδή: «Ἡ θεία φύσις ὅ,τι εἶναι στήν οὐσία της αὐτή καθ' ἑαυτή, εἶναι πάνω ἀπό κάθε καταληπτική ἐνέργεια τοῦ νοῦ, ἐπειδή εἶναι ἀπρόσιτη καί ἀπροσπέλαστη μέ ὑποθέσεις καί δέν ἔχει βρεθεῖ καμμιά δύναμις ἀπό τούς ἀνθρώπους γιά τήν κατανόησιν αὐτῶν, πού δέν μποροῦν νά κατανοηθοῦν οὔτε ἐπινοήθηκε καμμιά μέθοδος, γιά τήν κατανόησι τῶν ἀκατανοήτων. Γι' αὐτό καί ὁ μεγάλος Ἀπόστολος ὀνομάζει «ἀνεξιχνίαστους» τούς δρόμους Του (Ρωμ.ια΄ 33), σημαίνοντας μέ τό λόγο του αὐτό ὅτι οἱ λογισμοί μας δέν μποροῦν νά βαδίσουν τό δρόμο αὐτό, πού ὁδηγεῖ στή γνῶσι τῆς θείας οὐσίας... Ἐπειδή εἶναι τέτοιος στή φύσι αὐτός πού εἶναι πάνω ἀπό κάθε φύσι, μέ ἄλλο τρόπο καί βλέπουμε καί καταλαβαίνουμε Αὐτόν πού εἶναι  ἀόρατος καί ἀπερίγραπτος» ( Εἰς Μακαρισμούς, λόγος Στ΄ Migne P.G. 44, 1268. καί ΒΕΠΕΣ 66, 408, 21-32).
     φοῦ, λοιπόν, ὁ Θεός εἶναι ἀόρατος καί κανείς ἀπό τούς ἀνθρώπους οὔτε Τόν εἶδε οὔτε μπορεῖ νά Τόν δῇ, πῶς ὁ Κύριος λέγει ὅτι θά Τόν δοῦν «οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ»; Μέ ποιό τρόπο θά μπορέσουν νά δοῦν τό Θεό;
      Εἶναι αὐτονόητον ὅτι ἄν βλέπαμε τό Θεό μέ φυσικό τρόπο, τότε ὁ Θεός θά ἦταν περιορισμένος σέ ἕνα φυσικό περίγραμμα καί δέν θά ἦταν  Θεός. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά δῇ τόν Θεόν. Ὁ Θεός ὅμως μπορεῖ νά ἀποκαλυφθῆ, νά φανερωθῆ στόν ἄνθρωπο. Καί θά φανερωθῇ στόν καθένα, ἀνάλογα μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Καί θά φανερωθῇ τόσον, ὅσον μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά δεχθῇ αὐτή τήν θείαν φανέρωσιν. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. ε΄ 8). Ὁ Χρυσόστομος λέγει ὅτι «Ὄψιν ἐνταῦθα φησίν, ἥν ἀνθρώπῳ δυνατόν ἰδεῖν» (Migne P.G. 57, 228 παρβλ. καί ἀρχ. Σχόλια ἐν Migne P/G. 106, 1088). «Ὄψιν ἐνταῦθα καλῶν τήν ὡς  ἐστίν ἀνθρώπῳ δυνατόν ἰδεῖν τήν ἀόρατον ἁπάντων ἀρχήν».
          «Τόν Θεόν ὄψονται» σημαίνει ὅτι ὁ Θεός θά ἀποκαλυφθῇ στούς καθαρούς τῇ καρδίᾳ καί θά τούς φανερώσῃ τή δόξα Του. Σημαίνει ὅτι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ θά ἀποκτήσουν τέλεια γνῶσι τοῦ Θεοῦ, ὅσον βέβαια εἶναι δυνατόν στόν ἄνθρωπο. Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖον θά δοῦν τόν Θεόν, ὅσοι κατόρθωσαν νά ἀποκτήσουν τήν καθαρότητα τῆς καρδίας καί νά τή φυλάξουν ἕως τέλους, εἶναι πνευματικός. Μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὅμοιος μέ τόν Θεόν, Θεός κατά χάριν. Γίνεται δεκτικός τῆς Χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πού θά τόν ὁδηγῇ «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (Ἰωάν. ιστ΄ 13). «Ἡ γάρ καθαρά καρδία, τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου γενομένη ὅλη χωρητική, ὅλον αὐτόν καθαρῶς ἐνοπτρίζεσθαι τόν Θεόν» (Ἀββᾶ Φιλήμονος, λόγος ἐν Φιλοκαλ. Β΄ 249, 35).
     ἅγιος Μάξιμος λέγει ὅτι «ὁ τήν καρδίαν καθαράν ἐργασάμενος, οὐ μόνον τῶν ἐπιβεβηκότων καί μετά Θεόν  γνώσεται τούς λόγους, ἀλλά καί αὐτόν ποσῶς μετά τήν τῶν ὅλων διάβασιν ἐνορᾷ τόν Θεόν, ὅπερ ἐστιν ἀκρότατον τέλος τῶν ἀγαθῶν» (Περί Θεολογ. ἐν Φιλοκαλ. Β΄ 85, π΄).
      Κύριος ὑπόσχεται στούς καθαρούς τῇ καρδίᾳ, ὅτι θά δοῦν τό Θεό. Καί γνωρίζουμε ὅτι τηρεῖ τίς ὑποσχέσεις Του. Συνεπῶς, ὁπωσδήποτε, οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ θά δοῦν τό Θεό. «Σαρκός μέν ὀφθαλμοῖς θεωρῆσαι τόν Θεόν, ἀδύνατον· τό γάρ ἀσώματον σαρκός ὄμμασιν ὑποπίπτειν οὐ δύναται» (Κυρίλλου Ἱεροσολ. Κατηχ. Θ΄ ΒΕΠΕΣ 39, 110, 18), ἀλλά ὁ ἀπρόσιτος Θεός, γίνεται προσιτός ἄνθρωπος καί ἀποκαλύπτει στούς ἀνθρώπους τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ.


       Γι' αὐτό καί ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγει ὅτι «Θεόν οὐδείς ἐώρακε πώποτε· ὁ μονογενής Υἱός ὁ ὤν εἰς τόν κόλπον τοῦ πατρός ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (Ἰωάν. α΄ 18). Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ δηλαδή, τέλειος Θεός, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη  ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος, καί  μᾶς ἐξήγησε τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ καί  μᾶς ἐφανέρωσε ὅτι κανείς μέν  δέν εἶδε ποτέ τόν Θεόν, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Υἱός, τέλειος Θεός, ἐφανερώθη ἐν σαρκί καί ἐγνώρισε σέ μᾶς τόν Πατέρα. Ὅταν «ὁ Φίλιππος τοῦ εἶπε· Κύριε , δεῖξον ἡμῖν τόν Πατέρα καί ἀρκεῖ ἡμῖν», ὁ Κύριος ἀπήντησε: «Τοσοῦτον χρόνον μεθ' ὑμῶν εἰμι, καί οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε;  Ὁ ἑωρακώς ἐμέ ἑώρακε τόν Πατέρα· καί πῶς σύ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τόν Πατέρα; Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγώ ἐν τῶ Πατρί καί ὁ Πατήρ ἐν ἐμοί ἐστι;» (Ἰωάν. ιδ΄ 8-10).
         

       Ὁ Κύριος ἐμφανίζοντας τόν ἑαυτόν Του, ἀποκαλύπτει σέ μᾶς τόν Πατέρα. Ἡ φανέρωσι τοῦ Ἰησοῦ προϋποθέτει πάλι τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. «Θεόν οὐδείς οὐδέποτε ὄψεται ἀκάθαρτος ὤν καί μεμολυσμένος τοῖς πάθεσιν», λέγει  ὁ Ὠριγένης. «Ὁ γάρ ὀφθαλμός τῆς ἡμετέρας ψυχῆς τοῖς τοῦ βίου ὀχληροῖς συγκαλυπτόμενος διά τῆς πρακτικῆς ἀρετῆς ἀνεγείρεται καί ὁρᾷ τό φῶς, καί δι' αὐτοῦ τόν Θεόν» (Ὠριγ. Ἀπόσπ. ἐκ τῶν Σειρῶν, 86, ΒΕΠΕΣ 14,19 ἑξ.).
     Ὠριγένης ἐπίσης λέγει ὅτι «Θεόν οὐδείς ὁρᾷ προσβαλών νοήσει τῇ ἑαυτοῦ, ὥσπερ κατ' ἐπιβολήν ὄψεως ὁρᾶν λεγόμεθα τά ὁρατά. Ὁρᾶται δέ καί Θεός οἷς ἐάν κρίνῃ ὁραθῆναι ἀποκαλύπτων ἑαυτόν. Εἰ γάρ ἑώρα τις τόν Θεόν, οὕτως ἐθεώρει αὐτόν, ἵν' οὕτως εἴπω, οἷος καί ὅσος ἐστίν. Ἐπεί δέ μή αὐτός ὁρᾷ, ἀλλά Θεός ἑαυτόν δείκνυσιν, ὡς οἷόν τέ  ἐστιν τοῖς γενητοῖς  παρέχει ἑαυτόν εἰς κατανόησιν· καθώς καί ὁ Σωτήρ φησι· Καί ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν. Οὐ γάρ εἶπεν· ἐκεῖνός με ἴδῃ, ἀλλ' ἐγώ ἐμαυτόν ἐκείνῳ ἐμφανίσω» (Ἀπόσπ. ΧΙV ἐκ τῶν Σειρῶν, ΒΕΠΕΣ 12, 345, 16--23). Προϋπόθεσις ἡ καθαρότης τῆς καρδίας, ἡ ὁποία ἀποκτᾶται μέ τήν πιστή καί ἀκριβῆ τήρησι τῶν Ἐντολῶν, μέ τή γνήσια ἀγάπην, μέ τήν  ἐν Χριστῶ ζωήν.

      Κύριος λέγει: «Ὁ ἔχων τάς Ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δέ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπό τοῦ πατρός μου, καί ἐγώ ἀγαπήσω αὐτόν καί ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν» (Ἰωάν. ιδ΄ 21).
     Μέ τήν τέλεια ἀγάπη ὁ ἄνθρωπος «τά αἰσθητά καί πάντα τά ἀνθρώπινα διαβάς, ἄνω μετάρσιος γίνεται, καί τόν Λόγον ἰδών, ὁρᾷ ἐν αὐτῷ τόν Πατέρα, ἡδόμενος ἐπί τῇ τούτου θεωρίᾳ, καί ἀνακαινούμενος ἐπί τῷ πρός τοῦτον πόθῳ» (Μεγ. Ἀθανασίου, λόγος κατά Ἑλλήνων, 2  ΒΕΠΕΣ 30, 32, 40 ἑξ.).
     Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λέγει ὅτι «ὁ πάσης ἐμπαθοῦς διαθέσεως τήν ἑαυτοῦ καρδίαν ἀποκαθάρας ἐν τῷ ἰδίῳ κάλλει τῆς θείας φύσεως καθορᾷ τήν εἰκόνα. Ἱκανή γάρ ἡ τῆς ψυχῆς καθαρότης ἐστί τόν Θεόν δι' ἑαυτῆς κατοπτρίζεσθαι» (Ἑρμην. εἰς Ματθ. ΒΕΠΕΣ 35, 21, 15-17. Παρβλ. καί τοῦ ἰδίου λογ. κατά Ἑλλήνων 2, ἐν ΒΕΠΕΣ 30, 33,6 καί Γρηγορίου Νύσσης εἰς Μακαρισμούς, λόγ.6 ἐν Migne P.G.44, 1269).
      Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ρίχνοντας φῶς στό δρόμο  τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς,  λέγει ὅτι
«τό τέλος καί ὁ σκοπός τῆς παραγγελίας μου εἶναι ἀγάπη ἀπό καθαρή καί ἀνιδιοτελῆ καρδιά καί ἀπό συνείδησιν ἀγαθήν, πού δέν τήν ταράσσουν τύψεις καί ἀπό ἀνυπόκριτη,  ἀπό  εἰλικρινῆ καί ὀρθή πίστι» (παρβλ. Α΄Τιμόθ. α΄ 5).
      Ἡ γνήσια ἀγάπη καί ἡ καθαρότης τῆς καρδίας ἔχουν τή δύναμι νά ἑλκύουν τόν ἀόρατον καί ἀνώτερον πάσης κατανοήσεως Θεόν, ὥστε νά  κατασκηνώνῃ στίς καρδιές, πού ἔχουν ἀγάπη μεταξύ τους. Ὁ  Ἰωάννης λέγει ὅτι «Θεόν οὐδείς πώποτε τεθέαται». Κανείς δέν μπόρεσε νά δῇ τό Θεό, κανείς δέν μπόρεσε νά γνωρίσῃ τήν φύσιν καί τήν οὐσίαν Του. Ἀλλά προσθέτει ὁ Ἰωάννης ὅτι «Ἐάν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὁ Θεός ἐν ἡμῖν μένει καί ἡ ἀγάπη αὐτοῦ τετελειωμένη (πλήρης καί τελεία) ἐστίν ἐν ἡμῖν» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 12).
     Θά πρέπει νά σημειωθῇ ἐδῶ ὅτι κάθε ἔργο πίστεως, κάθε ἀρετή τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι κατά πρῶτον λόγον καρπός τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, τῆς  Χάριτος τοῦ  Ἁγίου Πνεύματος, πού ἐνεργεῖ, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, μέσα στήν ψυχή μας.
      Ὁ  ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σχετικά λέγει:
«Πᾶν γάρ εἶδος ἀρετῆς ἐν ἡμῖν ἐνεργοῦντος τοῦ Θεοῦ ἡμῖν προσγίνεται» (Ὁμιλ.33 ἐν Migne P.G. 151,416D).
      καθαρότητα τῆς καρδίας ἐφελκύει τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, δέχεται «ἔλαμψιν». Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέγει ὅτι «ἔλαμψίς ἐστιν ἄρρητος ἐνέργεια, ὁρωμένη ἀοράτως καί νοουμένη ἀγνώστως» (Φιλοκλ. Δ΄ 272, οστ΄).
     «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. ε΄ 8). Ὁ Θεοφύλακτος λέγει ὅτι «καθώς ὁ καθρέπτης, ὅταν εἶναι καθαρός, τότε δέχεται τάς ὄψεις τῶν ἀνθρώπων, ἔτσι καί ἡ καθαρά ψυχή, δέχεται τήν ὄψιν τοῦ Θεοῦ καί τήν νόησιν τῶν Γραφῶν».
        καθαρότητα τῆς καρδίας εἶναι, ὅσο  εἶναι δυνατόν στόν ἄνθρωπο, τέλεια καί πλήρης γνῶσι τοῦ Θεοῦ.  Τελικός σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τῆς γῆς εἶναι ἡ ὁμοίωσίς του μέ τό Θεό, νά γίνῃ κατά χάριν Θεός. Πραγματοποιεῖ δέ αὐτόν τόν σκοπόν, ὅπως ἔχουμε πῇ, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ καί τή δική Του ἐπίπονη προσωπική προσπάθεια. Μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας πραγματοποιεῖ τήν ὅμοίωσί του μέ τόν Θεόν καί γίνεται ἄξιος νά δῇ τό Θεό ἤ καλλίτερα ἀξιώνεται τῆς χαρᾶς νά ἐμφανίζῃ ὁ  Θεός τόν ἑαυτόν Του εἰς αὐτόν.
       Ὅσο ὁ πιστός προκόπτει στίς ἀρετές καί τελειοποιεῖται, ὅσο καθαρίζει τήν καρδιά του ἀπό κάθε ρύπο καί γίνεται ἅγιος καί ἄμωμος, τόσον δέχεται καί τή Χάρι τῶν θείων ἀποκαλύψεων. Εἶναι βέβαια αὐτονόητο ὅτι σ' αὐτόν τόν κόσμο φανέρωσις τοῦ Θεοῦ εἶναι σκιώδης (Α΄ Κορινθ. ιγ΄ 12). Τήν πλήρη γνῶσι καί φανέρωσι θά δεχθοῦν οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, στή θεία διάστασι, στήν  αἰώνιον ζωήν. Καί σ' αὐτό συνίσταται ἡ αἰώνιος ζωή: «Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦ Χριστόν» (Ἰωάν. ιζ΄ 3).
     « ὑψίστη δέ ἐκδήλωσις ἅμα καί πηγή τῆς μακαριότητος τῶν δικαίων ἐν τῇ μελλούσῃ ζωῇ θά εἶναι ἡ διαρκής καί ἀδιατάρακτος διά θέας ἀπόλαυσις τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ καί ἡ λατρεία αὐτοῦ» (Π.Μπρατσιώτου, Ἀποκάλυψις, Ἀθήνα 1950, σελ.317).
      Παράβαλε καί τή λαχτάρα  τοῦ Δαβίδ:
«Χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναί μοι τήν δόξαν σου». «Πληρώσεις με εὐφροσύνης μετά τοῦ προσώπου  σου, τερπνότητος ἐν τῇ δεξιᾷ σου εἰς τέλος» (Ψαλμ.16,15 καί 15,11), κλπ.
      Ὁ Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης Ἰωάννης εἶναι ἀπόλυτα βέβαιος, γιά τήν πραγματοποίησι τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ πρός τούς καθαρούς τῇ καρδίᾳ, ὅτι δηλαδή θά βλέπουν τόν Θεόν «αὐτόν καθώς ἐστιν» αἰωνίως (Α΄ Ἰωάν. γ΄ 2-3).
      Τήν  αἴσθησι τῆς ζωντανῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἔχει ὁ πιστός, ὅταν συνειδητά γίνεται μέτοχος τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὅταν, δηλαδή, μέ βαθειά συναίσθησι τῆς οὐτιδανότητός του μπροστά στόν πανάγιον Θεόν, καί μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέρχεται καί κοινωνῇ τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τότε γίνεται «σύσσωμος καί σύναιμος, μέ τόν Χριστόν, θεοφόρος, χριστοφόρος καί πνευματοφόρος» καί ἀξιώνεται καί λαμβάνει τήν τελειωτική καθαρότητα τῆς ψυχῆς καί βλέπει τόν Θεόν «ὅσον ἐφικτόν ἐστιν ἡμῖν ἰδεῖν καί γνῶναι», ὅπως λέγει ὁ ἱερός Δαμασκηνός.



    Μέ τή θεία Κοινωνία ὁ πιστός λυτρώνεται ἀπό τά πάθη του καί ἐπιτυγχάνει τήν ἕνωσί του μέ τό Θεό. Ἀρχίζει δηλαδή ἀπό ἐδῶ, νά ζῆ τήν αἰώνιον ζωήν καί νά εὐφραίνεται μέ τή θέα τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ὅρασιν τοῦ ἀπείρου κάλλους τοῦ Προσώπου Του
        Ὁ ἅγιος Μακάριος καί μαζί του κάθε πιστός ἐρωτᾷ:
       «Τίς δέ Χριστιανῶν ἀληθινή  κατάπαυσις ἑτέρα ἤ τῶν τῆς ἁμαρτίας παθῶν ἀπολύτρωσις καί ἡ πληρεστάτη καί ἐνεργής τοῦ ἀγαθοῦ Πνεύματος ἐν τῇ καθαρᾷ καρδία ἐνοίκησις;» (Φιλοκαλία Γ΄ 182)
         Πανευτυχεῖς, πράγματι «μακάριοι (εἶναι) οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, διότι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. ε΄ 8).
  Ἀνέκφραστη εἶναι ἡ θεϊκή συγκατάβασι. Καιρός νά ἐναποθέσουμε τήν Ψυχή μας στό Θεό. Νά κάνουμε «πρᾶξι» τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του. Νά ξεπλύνουμε τήν καρδιά μας ἀπό τή λάσπη καί ἀπό κάθε ρύπο, ὥστε νά γίνῃ Θρόνος καί Κατοικητήριον Θεοῦ. Καιρός  νά γίνῃ ἡ ζωή μας στή γῆ ἀκατάπαυστος ὕμνος Εὐχαριστίας στό Λυτρωτή. Αὐτός μᾶς ἔλουσε καί μᾶς ἐκαθάρισε μέ τό πανάγιον αἷμα Του, ὥστε νά ἀπολαμβάνουμε τή θεία Δόξα, νά βλέπουμε τόν Θεόν αὐτόν καθώς ἐστι. Αὐτός ἐποίησεν ἡμᾶς βασιλεῖς καί ἱερεῖς τῷ Θεῷ καί πατρί αὐτοῦ, αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν» ( παρβλ.Ἀποκ. α΄ 5-6).

       
    


π.Στέφανος Πουλής

.