ὁδ.Τσόχα 39 - Ἀμπελόκηποι Μετόχιον τῆς Ἱ.Μονῆς Πετράκη

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

Μη θησαυρίζετε

ΜΗ ΘΗΣΑΥΡΊΖΕΤΕ ΥΜΙΝ ΘΗΣΑΥΡΟΥΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ.


ΘΗΣΑΥΡΙΖΕΤΕ ΔΕ ΥΜΙΝ ΘΗΣΥΡΟΥΣ ΕΝ ΟΥΡΑΝῼ
                                                                                                        ( Ματθ. στ΄ 20).

Ἐκ τῶν πραγμάτων (de facto) γνωρίζομεν πάντες ὅτι σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν παροικία εἴμαστε προσωρινοί, διαβάτες, «πάροικοι καί παρεπίδημοι». «Οὐ γάρ  ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ΄ 14). Κατοικοῦμε στή γῆ μέ ἡμερομηνία λήξεως. Ὁ Πανάγαθος Θεός μᾶς χαρίζει καιρόν μετανοίας. «Ἡμῶν γάρ τό πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ΄ 20). Πολλοί ὅμως, δυστυχῶς, συνανθρωποί μας ,δέν καταλαβαίνουν, δέν ἔχουν ἐπαφή μέ τήν πραγματικότητα καί παραφέρονται. Πολεμοῦν δέ ἀκόμη καί τόν Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ, καί τῶν ὁποίων τό τέλος θά εἶναι ἡ ἀπώλεια διότι θά καταλήξουν εἰς τήν αἰώνιον κόλασιν. Αὐτοί ὡς Θεόν λατρεύουν τήν κοιλίαν καί θεωροῦν δόξαν τους πράξεις ντροπῆς.Αὐτοί φρονοῦν τά ἐπίγεια! (πρβλ. Φιλιπ. γ΄ 18-19).


Αὐτοί δέν θέλουν νά κατανοήσουν «τό βραχύ τῆς ζωῆς» καί τήν ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων. Κυριεύονται ἀπό τήν ἀγχώδη βιοτικήν μέριμναν, γιά τήν ἀπόκτησι περισσοτέρων ὑλικῶν ἀγαθῶν, γιά τόν ἑαυτό τους στή γῆ καί ἔτσι καταστρέφουν, ὄχι μόνον τή δική τους ζωή, ἀλλά καί τῶν συνανθρώπων τους. Διότι τό ἄγχος εἶναι πάθος καταλυτικό τῆς προσωπικότητός τους.

Εἶναι πασίδηλον ὅτι «πάντα ματαιότης τά ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετά θάνατον·» λέγει ὁ ἱερός Δαμασκηνός. «Οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα· ἐπελθών γάρ ὁ θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται...».

 «Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά».

Εἶναι ἐπίσης πασίδηλον ὅτι ὁ ἄνθρωπος γυμνός ἐξέρχεται ἐκ κοιλίας μητρός του καί γυμνός ἐπιστρέφει ἐκεῖ» (Ἰώβ α΄21), εἰς τήν γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθη (Γενέσ.  γ΄19). Φεύγοντας ἀπ’ αὐτή τήν παροικία ὅλα τά γήϊνα μένουν ἐδῶ. Δέν παίρνουμε τίποτε μαζί μας. Αὐτή εἶναι ἠ πραγματικότητα τῆς ζωῆς. Συνεπῶς ἡ ἀγχώδης βιοτική μέριμνα, γιά τήν ἀπόκτησι περισσoτέρων ὑλικῶν  ἀγαθῶν γιά τόν ἑαυτό μας στή γῆ εἶναι ἀφροσύνη. Στήν παραβολή τοῦ ἄφρονος πλουσίου (Λουκ. ιβ΄ 15-21) ὁ Κύριος ψέγει τήν ἀγχώδη βιοτική μέριμνα, καυτηριάζει τήν πλεονεξία, κεραυνώνει τήν ἀφροσύνη καί λέγει σέ κάθε ἄπιστο, ἄμυαλο ἄνθρωπο:
« ἄφρων, ταύτῃ τῇ νυκτί τήν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ· ἅ δέ ἡτοίμασας τίνι ἔσται; Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καί μή εἰς Θεόν πλουτῶν» (Λουκ. ιβ΄  20-21).

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, γιά νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τό καταλυτικό τῆς προσωπικότητός μας ἄγχος  καί ἀπό τήν ἀφροσύνη τῆς πλεονεξίας, πού εἶναι εἰδωλολατρία, μᾶς ὁδηγεῖ στό δρόμο τῆς ζωῆς, μέ τίς πάνσοφες, θεϊκές Του Ὁδηγίες. Μᾶς συνιστά  να ἀποφύγουμε νά θησαυρίζουμε θησαυρούς στή γῆ, γιά τόν ἑαυτό μας, ἀλλά νά θησαυρίζουμε θησαυρούς γιά τόν ἑαυτό μας στόν οὑρανόν, νά πλουτίζουμε, δηλαδή, εἰς Θεόν, καί λέγει:




«Μή θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυρούς ἐπί τῆς γῆς, ὅπου σής καί βρῶσις ἀφανίζει, καί ὅπου κλέπται διορύσσουσι καί κλέπτουσι· θησαυρίζετε δέ ὑμῖν θησαυρούς ἐν οὐρανῷ,ὅπου οὔτε σής οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καί ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδέ κλέπτουσιν. Ὅπου γάρ ὁ Θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καί ἡ καρδία ὑμῶν» (Ματθ. στ΄ 19-21).

 Ἕρχεται ὁ Κύριος μέ τίς ὀδηγίες του νά μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό τά δεσμά τῆς γῆς, νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν ἰλύν βυθοῦ, ἀπό τό βόρβορο μέσα στόν ὁποῖον βυθιζόμαστε καί νά μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τόπον ἀναψυχῆς. Θέλει νά μᾶς ἐπανεισάγῃ εἰς τόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς καί μᾶς προτρέπει νά πλουτίζουμε εἰς Θεόν, νά θησαυρίζουμε, γιά τόν ἑαυτόν μας θησαυρούς ἐν οὐρανῷ. Μᾶς συνιστᾶ, δηλαδή, νά χρησιμοποῦμε τόν πλοῦτο, πού μᾶς χαρίζει, τόν ὑλικό καί τόν πνευματικόν, πρός ἀνακούφισιν τῶν συνανθρώπων μας, ὥστε μέ τή γνήσια ἀγάπη μας στήν πρᾶξι νά εἴμαστε καλοί οἰκονόμοι, καλοί διαχειριστές. Νά θυσιάζουμε τά πάντα στό βωμό τῆς Ἀγάπης γιά τό Θεό καί τούς συνανθρώπους μας. Νά κατανοήσουμε ὅτι τό μόνο πού μένει σ’αὐτόν τόν κόσμο εἶναι ἡ Ἀγάπη, ἡ Καλωσύνη. Εἷναι ὁ Χριστός, πού εἶναι ὁ Θησαυρός τῶν Θησαυρῶν, Καί ἐκεῖ στόν Οὐρανόν πρέπει νἆναι καί ἠ καρδιά μας. Αὐτός εἶναι ὁ Λυτρωτής καί Θεός.

Αὐτός εἶναι ὀ δοτήρ τῶν ἀγαθῶν, Αὐτόν ὀφείλουμε νά λατρεύουμε ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ καί νά ἀποδεικνύουμε τή λατρεία μας στό Χριστό, μέ τήν γνήσια καί θυσιαστική ἀγάπη μας στούς ελαχίστους ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ. Καί νά γνωρίζουμε ὄτι αὐτή ἡ ἀγάπη μένει καί μᾶς συνοδεύει εἰς τήν πέραν τοῦ τάφου Ζωήν.
Καί ὅπως λέει ὁ ποιητής:

                                   «Μονάχα ἡ Καλωσύνη
ὅλα στόν κόσμο χάνονται
                                     μόνη ἀπομένει ἐκείνη».

Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μᾶς βεβαιώνει ὅτι εἶναι
«μακάριοι οἱ  νεκροί
οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνήσκοντες ἀπ’ ἄρτι. Ναι, λέγει τό Πνεῦμα, ἵνα     ἀναπαύσωνται ἐκ τῶν κόπων αὐτῶν·  τά δέ ἔργα αὐτῶν ἀκολουθεῖ
μετ' αὐτῶν» (Ἀποκ. ιδ΄ 13).
π.Στέφανος Πουλῆς newanapalmoi.blogspot.gr

Νηστεία

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΝΗΣΤΕΙΑ

«Αὕτη ἐκτέμνει ἀπό καρδίας πᾶσαν κακίαν»

Ἡ ἀληθινή  νηστεία εἶναι ἀναγκαῖος ὅρος τῆς πνευματικῆς ζωῆς, εἶναι ὅρος sine qua non ἐπανεισαγωγῆς εἰς τήν Πατρικήν Ἑστίαν. Καί ἀληθινή, εὐπρόσδεκτη ἀπό τό Θεό νηστεία δέν εἶναι ἡ ἀλλαγή τῶν φαγητῶν, ἀλλά ἡ ἀποχή, ἡ ἀπομάκρυνσις

ἀπό τό κακό καί τήν ἁμαρτία.

Ὀρθόδοξος ἀληθινή νηστεία εἶναι ἡ μίμησις τοῦ Χριστοῦ, ἡ τῶν ἀγγέλων ὁμοίωσις, ἡ τῶν δικαίων ὁμόσκηνος, ἡ τροφός τῶν ἀρετῶν, ἡ πρός Θεόν παρρησία.

Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει ὅτι εὐπρόσδεκτος ἀπό τόν Θεόν, ἀληθινή νηστεία δέν εἶναι ἡ τυπική, ἡ φαρισαϊκή, ἡ ψεύτικη καί πρός τό «θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις», νηστεία, ἀλλά «ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις, ἀποχή γλώσσης, θυμοῦ, καταλαλιᾶς, πορνείας, μοιχείας. Καί γενικά ἡ ἀποχή ἀπό πάσης κακίας. Ἡ τούτων ἔνδεια αὕτη ἐστίν εὐάρεστη στό Θεό νηστεία.


Ὁ Κύριος ἐνήστευσε τεσσαράκοντα ἡμέρας καί τεσσαράκοντα νύκτας. Ἀπεῖχε ἀπό κάθε εἴδους τροφῆς προσευχόμενος. Τροφή Του ἦτο ἡ συνομιλία μέ τόν Θεόν-Πατέρα καί διεκήρυξεν ὅτι  «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐπί παντί ῥήματι ἐκπορευομένῳ διά στόματος Θεοῦ» (Ματθ. δ΄ 4). Καί ὅταν οἱ Φαρισαῖοι κατηγόρησαν τούς Μαθητάς Του ὅτι δέν νηστεύουν εἶπε: «Μή  δύνανται οἱ υἱοί τοῦ νυμφῶνος πενθεῖν ἐφ’ ὅσον χρόνον μετ’ αὐτῶν ἐστιν ὁ νυμφίος; ἐλεύσονται δέ ἡμέραι ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ’ αὐτῶν ὁ νυμφίος, καί τότε νηστεύσουσιν» (Ματθ. θ΄ 15). Καθιερώνει ὁ Κύριος τόν θεσμόν τῆς νηστείας ἡ ὁποία πράγματι ὁπλίζει τόν πιστόν εἰς τόν πόλεμον κατά τῶν παντός εἴδους δαιμόνων καί τοῦ χαρίζει τήν νίκην. Συνιστᾶ ὅμως ὁ Κύριος σέ κάθε πιστόν Μαθητήν Του νά ἀποφεύγῃ τήν ψεύτικη, τήν τυπικήν, τήν ὑποκριτικήν νηστείαν. Νά ἀποφεύγει τήν πρός τό «θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις» νηστείαν.

Συνιστᾶ τήν θεάρεστον νηστείαν  εἰς τούς Μαθητάς Του  καί λέγει:

«Ὅταν νηστεύητε μή γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταί σκυθρωποί·

ἀφανίζουσι γάρ τά πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες·  ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τόν μισθόν αὐτῶν» (Ματθ. στ΄ 16). Ἀλήθεια σᾶς λέγω ἤδη ἔχουν λάβει ἐξ ὁλοκλήρου τόν μισθόν τους, ἔλαβαν δηλαδή ὡς ἀμοιβή τούς ἐπαίνους τῶν ἀνθρώπων.

Ἀπεχθάνεται ὁ Θεός τήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισία.  Τί σημαίνει τό· ἀφανίζουσι τά πρόσωπα αὐτῶν; Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ Φαρισαῖοι κρύβουν τό ἀληθινό τους πρόσωπο, προσπαθοῦν νά δείξουν στούς ἀνθρώπους ὅτι εἶναι δίκαιοι καί θεοσεβεῖς, ἐνῶ εἶναι γεμᾶτοι ἀπό κάθε ὑποκρισία καί παράβασιν τοῦ Νόμου (παρβλ Ματθ. κγ΄ 28), ἀλλοιώνουν τά πρόσωπά τους, προσπιοῦνται  ὅτι καταβάλονται ἀπό τίς στερήσεις, γιά νά φανοῦν στούς ἀνθρώπους ὅτι νηστεύουν , ἐνῶ συγχρόνως καταδυναστεύουν, ληστεύουν καί κατατυραννοῦν τούς ἀνήμπορους συνανθρώπους τους.




«Σύ δέ νηστεύων ἄλειψαί σου τήν κεφαλήν καί τό πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μή φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλά τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καί ὁ πατήρ σου ὀ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. στ΄ 17-18).

Καθάρισε τό πρόσωπόν σου, φανέρωσε στό Θεό τό ἀληθινό σου πρόσωπο, τόν καλόν σου ἑαυτόν. Πρόσφερε τά ἀγαθά, πού σοῦ χάρισε ὁ Κύριος, πού εἶναι ἠ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, σέ ὅλους ἐκείνους πού ἔχουν ἀνάγκη, Στήριξε τούς πτωχούς, θρέψε τούς πεινασμένους  καί ντύσε τούς γυμνούς. Ἄλειψαί σου τήν κεφαλήν , εὐαρέστησε τόν Κύριον μέ ἐλεημοσύνες, διότι ὁ Θεός δέν θεραπεύεται κατ’ ἄλλον τρόπον, παρά μονάχα μέ ἔργα ἀγάπης καί καλωσύνης καί ζητεῖ νά τοῦ προσφέρουμε καθαρή τήν καρδιά μας. Ζητεῖ νά νηστεύουμε. Δηλαδή, νά καθαρίσουμε τό πρόσωπό μας εἰς τό λουτρόν τῶν δακρύων, τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας, καί μέ χαρά καί μέ καθαρό πρόσωπο νά προσφέρουμε τήν ἀγάπη μας στόν συνάνθρωπόν μας.





Νά εἴμαστε καλοί οἰκονόμοι τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ. Νά κάνουμε καλή διαχείρησι. Καί, ἄν χρειασθῇ, νά στερηθοῦμε ἐμεῖς προκειμένου νά ἀνακουφίσουμε τούς συνανθρώπους μας ,πού ἔχουν ἀνάγκην. Αὐτό τό σκοπό ἔχει ἡ νηστεία. Τό ἔλεος, τήν ἐλεημοσύνην ἤ καλλίτερα τήν δικαίαν διαχείρησιν τῶν ἀγαθῶν, πού μᾶς ἀνέθεσεν ὁ Θεός νά διαχειρισθοῦμε. Καί ὅ, τι κάνουμε, νά γίνεται ἐν τῷ κρυπτῷ. ὅχι πρός τό θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις, ἀλλά πρός δόξαν Θεοῦ. Καί ὁ Θεός ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ βλέπει τά πάντα καί μᾶς βεβαιώνει λέγων:

«Ἰδού ἔρχομαι ταχύ, καί ὁ μισθός μου μετ’ ἐμοῦ, ἀποδοῦναι ἑκάστῳ ὡς τό ἔργον ἔσται αὐτοῦ. Ἐγώ τό Α καί τό Ω, ὁ πρῶτος καί ὀ ἔσχατος, ἀρχή καί τέλος.

Μακάριοι οἱ ποιοῦντες τάς ἐντολάς αὐτοῦ» (Ἀποκ. κβ΄ 12-14).


π.Στέφανος Πουλής  newanapalmoi.blogspot.gr

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Η γνήσια Αγάπη

Η ΓΝΗΣΙΑ ΑΓΑΠΗ


ΒΑΣΙΚΟΣ ΟΡΟΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ


Ὁ πανάγαθος Θεός, ὡς ἄπειρη Ἀγάπη, ἐδημιούργησε τόν ἄνθρωπον «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν αὐτοῦ»( Γενέσ. α΄26-27). Δηλαδή τόν ἔπλασε «δυνάμει» θεόν καί τόν τοποθέτησε εἰς τόν παράδεισον τῆς τρυφῆς «ἐργάζεσθαι αὐτόν καί φυλάσσειν» (Γενέσ. β΄ 15), μέ σκοπόν δηλ. νά γίνῃ καί «ἐνεργείᾳ» θεός ἤτοι, μέ τή θέλησί του, νά γίνῃ θεός κατά χάριν, νά φθάσῃ μέ τή θέλησι, μέ τήν προσωπική ἐργασία ἀπό τό κατ’ εἰκόνα εἰς τό καθ’ ὁμοίωσιν. Ὁ Πανάγαθος κατέστησε τόν ἄνθρωπον κύριον πάσης τῆς Δημιουργίας, «ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς» καί εὐλόγησεν αὐτούς. Ὡς ἄπειρη ἀγάπη ἔδωσε στά πλάσματά Του «Ὕλην εἰς τό αὐτεξούσιον», τήν Ἐντολήν. Ἡ ἐργασία τους εἰς τόν παράδεισον ἦτο ἡ καλή χρῆσι τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας των, ἡ ὑπακοή εἰς τήν Ἐντολήν, ὡς ἀπόδειξιν τῆς ἀγάπης των πρός τόν  Θεόν,  τόν Εὐεργέτην τους. Θέλει ὁ οὐράνιος Πατέρας νά μείνουν τά παιδιά Του ἑνωμένα μαζί Του, μέ τή γνήσια ἀγάπη. Ὅμως δέν τά ἐξαναγκάζει. Τά ἀφήνει ἐλεύθερα νά ἀποφασίσουν, ἄν θέλουν νά μείνουν ἐν τῇ ἀγάπῃ.




Οἱ Πρωτόπλατοι, κατά τάς Γραφάς, ἔκαμαν κακή χρῆσι τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας τους. Δέν ὑπήκουσαν εἰς τήν Ἐντολήν τῆς ἀγάπης. Καί διά τῆς παρακοῆς, ἀπεμακρύνθησαν ἀπό τήν Πηγή τῆς Ζωῆς, ἀπό τόν Θεόν. Μέ τή θέλησί τους, ξεντύθηκαν τό ἔνδυμα τῆς ἁγιότητος, τῆς ἀθωότητος, τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας καί ντύθηκαν τό ἔνδυμα τῆς φθορᾶς καί τοῦ Θανάτου. Ἔγκατέλειψαν τόν παράδεισο τῆς τρυφῆς, ἔχασαν τήν ἀδιατάρακτον διά θέας ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου κάλλους τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου, ἀπώλεσαν τήν μακαριότητα καί κατῴκισαν εἰς τήν ἀπέναντι τοῦ παραδείσου γῆν, μέ ἡμερομηνίαν λήξεως («Ἕως τοῦ ἀποστρέψαι αὐτόν εἰς τήν γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθη» Γενεσ. γ΄ 19).  Καί αὐτό  συνέβη χάρις εἰς τήν τοῦ

Θεοῦ Φιλανθρωπίαν. Διότι ὁ Θεός «ἔκτισε τόν ἄνθρωπον ἐπ’ ἀφθαρσίᾳ...» (Σοφ. Σολομ. β΄ 23) καί «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄Τιμόθ. β΄4).

Ἐπειδή ὅμως  ὁ ἄνθρωπος μακράν τοῦ Θεοῦ « ἔρχεται εἰς τήν θέσιν τῶν ἀνοήτων κτηνῶν καί γένεται ὅμοιος μέ αὐτά κατά τήν σκέψιν καί τήν ἀνοησίαν» (παρβλ. Ψαλμ. 48,21), ὁ Θεός μακροθυμεῖ, εὐσπλαγχνίζεται τόν ἄνθρωπον καί τοῦ δίδει καιρόν μετανοίας.



Ὁ Θεός δηλαδή συγκαταβαίνει καί  ἀποστέλλει τόν Μονογενῆ Του Υἱόν στόν κόσμον, ὁ ὁποῖος γίνεται ὑπήκοος στόν Πατέρα μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ, εἰς ἀπόδειξιν τῆς τελείας, τῆς γνησίας ἀγάπης πρός τόν Θεόν. Γϊνεται ὑπόδειγμα ὐπακοῆς, ὑπογραμμός, ὑπόδειγμα ἀγάπης σέ ὅλους μας, «ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ» ( Α΄ Πέτρ, β΄ 21)




Μέ τό αἷμα Του ὁ Χριστός μᾶς ἑνώνει καί μᾶς συμφιλιώνει μεταξύ μας καί μέ τόν Θεόν-Πατέρα. Ἀρκεῖ νά πιστέψουμε Σ’ Αὐτόν καί νά ὑπακούσωμεν εἰς τάς Ἐντολάς τῆς Ἀγάπης Του.

Ανοίγει ὁ Φιλάνθρωπος τήν Πύλην τῆς μετανοίας. «Τόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμο, ὥστε τόν Υἱόν  Αὐτοῦ τόν Μονογενῆ ἔδωκεν,  ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ΄ 15-16). Διά τῆς παρακοῆς χάσαμε τόν Παράδεισο, διά τῆς ὑπακοῆς θά εἰσέλθωμεν καί πάλιν εἰς τόν Παράδεισον. Διότι ἡ ὑπακοή εἶναι ἡ μόνη ἀπόδειξις τῆς γνησίας ἀγάπης μας στό Θεό, ἡ ὀποία ἀγάπη, μᾶς κρατάει ἑνωμένους μέ τόν Θεόν.

Πῶς εἶναι δυνατόν νά λέμε ὅτι ἀγαπᾶμε τόν Θεόν, ὅταν δέν ἀγαπᾶμε τούς ἐλαχίστους ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ, τούς συνανθρώπους μας;

Πῶς τολμᾶμε νά ζητοῦμε νά συγχωρήσῃ ὁ Θεός τίς ἁμαρτίες μας

Νά μᾶς ἐλεήσῃ καί νά μᾶς ἐπιτρέψῃ νά εἰσέλθουμε καί πάλιν εἰς τόν Παράδεισον. ὅταν ἐμεῖς δέν ἔχουμε ἔλεος πρός τούς ἄλλους;

Πῶς εἶναι δυνατόν νά ἰσχυριζώμαστε ὅτι  ἀγαπᾶμε τό Θεό,
ὅταν τρέφουμε μῖσος, γιά τούς ἀδελφούς μας,
ὅταν ἡ ψυχή μας κυριεύεται ἀπό τή μνησικακία,
ὅταν δέν συγχωροῦμε τούς συνανθρώπους μας γιά τά κακά,
πού μᾶς ἔχουν κάνει.





Ἀπόδειξις τῆς γνησίας ἀγάπης μας στό Θεό εἶναι ἡ ἀγάπη μας πρός τούς  ὁμοιοπαθεῖς ἀδελφούς μας. Κανείς δέν εἶναι ἀναμάρτητος. Ὅλοι εἴμαστε ὑπόδικοι μπροστά στό Θεό. Ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό τό ἔλεός Του. Ἔάν λοιπόν θέλουμε νά μᾶς ἐλεήσῃ ὁ Θεός, ὀφείλουμε νά ἀποβάλουμε τήν ὠμότητα, τή σκληρότητα. Ὀφείλουμε νά εἴμαστε ἐπιεικεῖς πρός τούς ἄλλους. Νά ἔχωμε ἔλεος. Διότι «ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνέλεος τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος» (Ἰακ. β΄ 13 ). Γιά νά ἔχουμε ὅμως ἔλεος πρός τούς ἄλλους, πρέπει ὁπωσδήποτε νά  ἔχουμε τέλεια, γνήσια ἀγάπη στό Θεό καί πρός τόν πλησίον διά τόν Θεόν. Τότε θά μπορέσουμε νά συγχωρήσουμε ἀκόμη καί τούς Σταυρωτές μας, κατά τό ὑπόδειγμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τότε καί μόνον τότε θά συγχωρήσῃ ὁ Θεός τίς ἁμαρτίες μας καί μᾶς ἐπιτρέψῃ νά εἰσέλθουμε καί πάλιν εἰς τό Παράδεισον.

Καθημερινά, στήν Προσευχή μας, παρακαλοῦμε τό Θεό νά συγχωρήσῃ τίς ἁμαρτίες μας λέγοντες «... Καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν...» (Ματθ. στ΄ 12).

 Καί ὁ Κύριος ἀποκρίνεται στό αἴτημά μας αὐτό καί,  μέ ἁπλᾶ  καί κατανοητά λόγια, μᾶς καθορίζει πῶς θά συγχωρηθοῦμε, ὥστε νά εἴμαστε ἀναπολόγητοι, καί λέγει:

«Ἐάν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καί ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· Ἐάν γάρ μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν,  οὐδέ ὀ πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν» ( Ματθ. στ΄ 14-15).
π.Στέφανος Πουλής, newanapalmoi.blogspot.gr

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

ο Κριτής

ΟΤΑΝ ΕΛΘῌ Ο ΚΡΙΤΗΣ


Ὁ Παγκόσμιος Κριτής θά ἔλθῃ
«μετά δυνάμεως καί δόξης πολλῆς»
(Ματθ. κδ΄ 30).

Ἐπαγρύπνησις.

Τό βέβαιον εἶναι ὅτι ὁ Κύριος θά ἔλθῃ «μετά δυνάμεως
καί δόξης πολλῆς», νά κρίνῃ ζῶντας καί νεκρούς καί
νά ἀποδώσῃ στόν καθένα ἀνάλογα μέ τά ἔργα του.  

Τό Πότε θά ἔλθῃ δέν ἀποκαλύπτεται. Εἷναι γνωστόν μόνον στόν Πατέρα.  Ὁ χρόνος τῆς ἐλεύσεώς Του εἶναι ἄγνωστος σέ μᾶς, γιά τόν ἴδιο λόγο, πού εἶναι ἄγνωστος καί ἡμέρα τοῦ σωματικοῦ μας θανάτου.« Περί τῆς ἡμέρας ἐκείνης καί  ὥρας οὐδείς οἶδεν, οὐδέ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, εἰ μή ὁ Πατήρ μου μόνος» (Ματθ. κδ΄ 36). «Οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἤ καιρούς οὕς ὁ πατήρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσία» (Πραξ. α΄  7).
 Τό ὅτι δέν γνωρίζουμε τήν ἡμέραν καί τήν ὥραν τοῦ τέλους, μᾶς κρατᾶ σέ ἐπαγρύπνησι, σέ νῆψι καί ἐγρήγορσι. Ὁ Κύριος ἐφιστᾶ τήν προσοχήν μας καί λέγει:
 «Προσέχετε δέ ἑαυτοῖς μήποτε βαρηθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι ἐν κρεπάλῃ καί μέθῃ καί μερίμναις βιωτικαῖς, καί αἰφνίδιος ἐφ’ ὑμᾶς ἐπιστῇ ἡ ἡμέρα ἐκείνη· ὡς παγίς γάρ ἐπελεύσεται ἐπί πάντας τούς καθημένους ἐπί πρόσωπον πάσης τῆς γῆς.
Ἀγρυπνεῖτε οὖν ἐν παντί καιρῷ δεόμενοι ἵνα καταξιωθῆτε ἐκφυγεῖν πάντα τά μέλλοντα γίνεσθαι καί σταθῆναι ἐμπροσθεν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου» (Λουκ. κα΄34-36). «Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τήν ἡμέραν οὐδέ τήν ὥραν ἐν ᾗ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται» (Ματθ. κδ΄ 42. κε΄ 13). « Γίνου γρηγορῶν,... Ἐάν οὖν μή γρηγορήσῃς, ἥξω ἐπί σέ ὡς κλέπτης, καί οὐ μή γνώσῃ ποίαν ὥραν ἥξω ἐπί σέ» (Ἀποκ. γ΄  2-3).
«Ὥσπερ γάρ ἀστραπή ἐξέρχεται ἀπό ἀνατολῶν καί φαίνεται ἕως δυσμῶν, οὕτως ἔσται καί ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου» (Ματθ. κδ΄ 27). Εἶναι δέ πλέον ἤ βέβαιον ὅτι «ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετά δέ τοῦτο κρισις» (Ἑβρ. θ΄ 27). Εἷναι δέ πολύ παρήγορον ὅτι δίκαιος Κριτής θά εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος θά εἶναι συγχρόνως Κριτής, ἀλλά καί ὁ πρῶτος παράκλητος, ὁ πρῶτος παρηγορητής καί συνήγορός μας, γιατί σταυρώθηκε,γιά μᾶς.
Θά ἔλθῃ ἐν δόξῃ.
« Καί  ὅταν ἔλθῃ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ» (Ματθ. κε΄ 31),«τότε φανήσεται τό σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ, καί κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς καί ὄψονται τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπί τῶν νεφελῶν του οὐρανοῦ μετά δυνάμεως καί δόξης πολλῆς» (Ματθ. κδ΄ 30. Πράξ. α΄11).
Ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Βασιλεύς τῆς δόξης «Ἰδού ἔρχεται μετά τῶν νεφελῶν, καί ὄψεται αὐτόν πᾶς ὀφθαλμός καί οἵτινες αὐτόν ἐξεκέντησαν, καί κόψονται ἐπ’ αὐτόν πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς. Ναί, ἀμήν» (Ἀποκ. α΄ 7). Καί «τότε καθίσει ἐπί θρόνου δόξης αὐτοῦ», θά εἶναι δέ  μαζί Του καί ὅλοι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι. Καί τότε θά συναχθοῦν ἐμπρός Του πάντα τά ἔθνη, ὅλοι, δηλαδή, οἱ ἄνθρωποι καί θά τούς ξεχωρίσῃ ὅπωςὁ ποιμένας ξεχωρίζῃ τά πρόβατα  ἀπό τά ἐρίφια.
Καί θά τοποθετήσῃ τά μέν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τά δέ κατσίκια θά τά τοποθετήσῃ στά ἀριστερά του. Καί τότε ὁ Δικαιοκρίτης θά πῇ εἰς ἐκείνους, πού θά εἶναι εἰς τά δεξιά του:
«Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. κε΄ 34). Καί θά αἰτιολογήσῃ τή δίκαιη ἀπόφασί του λέγων: Εἰσέλθετε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου  σας, εἰς τήν αἰώνιον βασιλείαν, διότι τηρήσατε τίς Ἐντολές τοῦ Θεοῦ στήν καθημερινή σας ζωή. Διότι
«ἐπείνασα, καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν,
ἐδίψησα, καί ἐποτίσατέ με,
ξένος ἤμην, καί συνηγάγετέ με,
γυμνός, καί περιεβάλετέ με,
ἠσθένησα, καί ἐπεσκέψασθέ με,
ἐν φυλακῇ ἤμην, καί ἤλθετε πρός με» 
                                 (Ματθ. κε΄ 35-36).


Οἱ δίκαιοι, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, ὅπως σέ ὁλόκληρη τή ζωή τους ἦταν ταπεινοί, μέ συντριβή ἀποκρίνονται στήν Εὐσπλαγχνία Του:
« Φιλάνθρωπε Κύριε, πότε σέ εἴδομεν πεινῶντα καί ἐθρέψαμεν, ἤ  διψῶντα καί ἐποτίσαμεν, κλπ.» (Ματθ. κε΄ 37-39). Καί τότε ὁ Κύριος θά ἀποκριθῇ σ’ αὐτούς καί θά τούς πῇ, ἔτσι ἁπλᾶ:
«Ἀμήν λέγω ὑμῖν (ἀλήθεια σᾶς λέγω),
Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν
ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. κε΄ 40).
Ὕστερα στραφῇ σ’ αὐτούς, πού ἔχει τοποθετήσῃ στά ἀριστερά του καί θά τούς πῇ:
«Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ  οἱ κατηραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον τό ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ
καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ (Ματθ. κε΄ 41).


Καταδικάζονται διότι δέν τήρησαν στήν καθημερινή τους ζωή τίς πανάγιες Ἐντολές τῆς γνήσιας ἀγάπης στό Θεό καί τόν πλησίον. ’Επικυρώνει ὁ Δικαιοκρίτης τήν ἐκλογή τους καί τούς καταδικάζει  μέ  αὐτό, πού διάλεξαν.  Δηλαδή διάλεξαν α) τόν αἰώνιον χωρισμόν ἀπό τόν Θεόν, β) συγκατοίκησι μέ τούς δαίμονας καί γ) πῦρ αἰώνιον. Μόνοι τους  ἀρνήθηκαν τόν Θεόν καί τήν Ἀγάπην καί γεύονται τήν Ὀδύνην τῆς δικῆς τους ἐκλογῆς, τήν πικρία τῆς ἀρνήσεως. Διάλεξαν μόνοι τους τόν τόπον τῆς βασάνου καί θά ὀδυνῶνται ἐν τῇ φλογί ταύτῃ, βεβλημένοι ἐν τῇ λίμνῃ τοῦ πυρός τήν καιομένην ἐν θείῳ.


«Ἡ κρίσις ἀνέλεος τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος»                                                     (Ἰακ. β΄13).
Καί αἰτιολογεῖ ὁ Κύριος τήν καταδίκη τῶν ἀμετανοήτων ἁμαρτωλῶν καί λέγει : Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ, διότι
«ἐπείνασα καί οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν,
ἐδίψησα, και οὐκ ἐποτίσατέ με...» (Ματθ. κε΄ 42-43).
Θά ἀρνηθοῦν μέ θρασύτητα τό κατηγορητήριον.
Ὁ Κύριος ὅμως καί σ’ αὐτούς, τούς ἀμετανοήτους,
θά ἀποκριθῇ ἁπλᾶ καί τούς πῇ: «Ἐφ’ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε
ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων,
οὐδέ ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. κε΄ 45).
«Καί ἀπελεύσονται οὗτοι( οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί) εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δέ δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ματθ. κε΄ 46).
 Εἶναι καιρός νά κατανοήσουμε, πού μᾶς ὁδηγεῖ ἡ ἄρνησις τοῦ Θεοῦ καί ἡ παρακοή στόν Νόμο τῆς γνήσιας Ἀγάπης. Εἷναι καιρός νά μετανοήσουμε καί νά ἀκολουθήσουμε τόν δρόμον τῶν Ἐντολῶν. Εἶναι καιρός, πρίν νά εἶναι ἀργά, νά ζητήσουμε ἔλεος,  τό ἔλεός Του ὥστε εἰλικρινά μετανοιωμένοι, τόν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς μας, νά κάνουμε πρᾶξι τήν ἀγάπη  καί νά ἀποφύγουμε τήν αἰώνια καταδίκη.

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

η Μέλλουσα Κρίσις

«ΩΣ ΦΟΒΕΡΑ Η ΚΡΙΣΙΣ ΣΟΥ, ΚΥΡΙΕ...»   

    «Ἡ Κρίσις ἀνέλεος τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος»   
                                                         (Ἰακ. β΄ 13).
Ὁ Θεός δέν εἶναι μόνον ἄπειρη Ἀγάπη, ἀλλά καί 
ἄπειρη Δικαιοσύνη.


Πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός  ἀπό ἄπειρη Ἀγάπη ἐδημιούργησε τόν ἄνθρωπον «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν αὐτοῦ» καί πρίν ἀκόμη τόν δημιουργήσει, «ἡτοίμασεν δι’ αὐτόν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. κε΄34). Καί πραγματικά, ὅπως ἀναφέρει ἡ Γραφή, «ἔλαβε Κύριος ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, ὅν ἔπλασε, καί ἔθετο αὐτόν ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς, ἐργάζεσθαι αὐτόν καί φυλάσσειν» (Γενέσ. β΄ 15).
Ὡς ἄπειρη ἀγάπη «ὁ Θεός ἔκτισε τόν ἄνθρωπον  ἐπ’ ἀφθαρσίᾳ» (Σοφία Σολομ. β΄ 23), τόν δημιούργησε, δηλαδή, μέ σκοπόν νά μή ἀποθάνῃ. Καί τοῦ ἔδωσε μίαν Ἐντολήν, ἡ τήρησις τῆς ὁποίας θά διεφύλαττε τή σχέσι, τήν κοινωνίαν καί τήν ἕνωσιν, μέ τόν Δημιουργόν καί Εὐεργέτην του, ἀδιατάρακτη. Ἡ ὑπακοή στήν Ἐντολήν ἦταν ἡ μόνη ἐργασία τῶν πρωτοπλάστων, γιά νά ἀποδείξουν τήν ἀγάπη τους στόν Δημιουργόν καί νά διαφυλάξουν τόν παράδεισον,  δηλαδή νά μείνουν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἐνωμένοι μέ τόν Θεόν. Ὅτι « ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί, καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ  Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 16).

Ἀπ’ ἀρχῆς μαθαίνουμε ὅτι ὁ σωστός, ὁ ὀρθός τρόπος ζωῆς εἶναι ἡ Ἀγάπη πρός τόν Θεόν καί ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον.

Οἱ Ἐντολές τοῦ Θεοῦ εἶναι «δόσις ἀγαθή καί δώρημα τέλειον ἄνωθεν καταβαῖνον ἀπό τοῦ Πατρός τῶν φώτων» (Ἰακ. α΄ 17). Εἶναι ἔκφρασις τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, γιά τά πλάσματά Του καί βοηθοῦν τούς ἀνθρώπους νά κάνουν  χρῆσι τοῦ Νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας των, χωρίς κανέναν ἀπολύτως ἐξαναγκασμό, ὥστε νά εἶναι καί ὑπέυθυνοι τῆς ἐκλογῆς των. Ἡ τήρησις τῶν Ἐντολῶν, ἡ καλή χρῆσις τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας ὁδηγεῖ στήν πνευματική τελείωσι, στήν θέωσι τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ὑπακοή στίς Ἐντολές τοῦ Θεοῦ ἑνώνει τούς ἀνθρώπους μεταξύ τους καί μέ τόν Θεόν, μέ τήν Πηγή τῆς Ζωῆς. Ἡ ἀθέτησις τῶν Ἐντολῶν, ἡ κακή χρῆσι τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας, ἡ παρακοή, χωρίζει τούς ἀνθρώπους μεταξύ τους  τούς χωρίζει δέ καί ἀπό τόν Θεόν, ὁδηγεῖ στό Θάνατο.

Ὅλες οἱ Ἐντολές τοῦ Θεοῦ ἑρμηνεύουν τήν γνήσια ἀγάπην πρός τόν Θεόν καί πρός τόν πλησίον. Ἑρμηνεύουν στήν πρᾶξι τόν Νόμον τοῦ Θεοῦ. «Ἐν ταύταις  ταῖς δυσίν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος καί οἱ προφῆται κρέμανται» (Ματθ. κβ΄ 40).

Ἐπειδή ὁ Θεός δέν εἶναι μόνον ἄπειρη Ἀγάπη, ἀλλά καί ἄπειρη Δικαιοσύνη, θά κρίνῃ τόν κόσμο σύμφωνα μέ τήν τήρησι μή τῶν Ἐντολῶν τῆς Ἀγάπης. Ὁ Νόμος τῆς Ἀγάπης περιέχει τήν ἀρχήν τῆς ἀνταποδώσεως.

Ἡ ὑπακοή, ἡ τήρησις κάθε Ἐντολῆς, φέρει, ὡς αὐτοφυές προϊόν, χαράν, ἀγαλλίασιν εὐφροσύνην καί ζωήν. παρακοή, ἡ παράβασις ἀνταποδίδει, ὡς αὐτοφυές προϊόν, ὡς ποινήν, τήν ὀδύνην, τόν πόνον, τήν θλῖψιν, τήν ἀρρώστια, τόν θάνατον.

Ἡ Τήρησις τῶν Ἐντολῶν εἶναι ἡ ἀσφαλής ὁδός
πού φέρει «ἐκ δεξιῶν τοῦ Κριτοῦ, εἰς ζωήν αἰώνιον».
Ἀντίθετα  ἡ ἀθέτησις τῶν Ἐντολῶν εἶναι ἡ ὁδός, πού
φέρει «ἐξ εὐωνύμων Αὐτοῦ» καί ὁδηγεῖ εἰς κόλασιν
αἰώνιον.
Ὁ Φιλεύσπλαγχνος Θεός, ἐπειδή « πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμόθ. β΄ 4), γιά νά μᾶς ἀποτρέψῃ ἀπό το Κακόν, μᾶς προειδοποιεῖ ὅτι σέ κάθε Ἐντολή τῆς Ἀγάπης Του ὑπάρχει ἡ ἀρχή τῆς ἀνταποδώσεως καί μᾶς προτρέπει εἰς τήν τήρησιν κάθε Ἐντολῆς, γιά νά μᾶς κρατήσῃ κοντά Του π.χ. εἰς τόν Παράδεισον λέγει:

« Ἀπό παντός ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπό δέ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλόν καί πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ’ αὐτοῦ· ᾗ δ’ ἄν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γενέσ. β΄ 16-17).

Ὁ Θεός χαρίζει ἐλευθερίαν στόν ἄνθρωπον καί εἶναι ἐλεύθερος νά διαλέξῃ τήν ζωήν ἤ τόν θάνατον.

Ὁ ἄνθρωπος ἑπομένως προγνωρίζει καί ἀποδέχεται ὅτι ἡ συνέπεια τῆς παρακοῆς εἶναι ὁ θάνατος καί συνέπεια τῆς ὑπακοῆς εἶναι ἡ ζωή.

Προγνωρίζει ὅτι, διά τῆς παραβάσεως τῶν Ἐντολῶν τῆς Ἀγάπης, σύμφωνα μέ τήν σκληρότητά του καί τήν ἀμετανόητον καρδίαν του, πού δέν συγκινεῖται ἀπό τήν ἄπειρη καλωσύνην τοῦ Θεοῦ, σωρεύει ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του θησαυρούς ὀργῆς ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς καί ἀποκαλύψεως καί δικαιοκρισίας τοῦ Θεοῦ, ὅς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατά τά ἔργα αὐτοῦ» (Ρωμ. β΄ 5-6).

 Μέ τή θέλησί του ὁ ἄνθρωπος ἐκλέγει, ἐλεύθερα καί ἀβίαστα, τή θέσι του  ἐκ δεξιῶν ἤ ἐξ εὐωνύμων τοῦ Κριτοῦ, κατά τήν Ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Πιστεύουμε δέ ὅτι μετά τήν καθολικήν ἀνάστασιν θά ἐπακολουθήσῃ ἡ καθολική Κρίσις. Θά ἔλθῃ, δηλαδή, ὁ Παγκόσμιος Κριτής, καί ὡς ἄπειρη Δικαιοσύνη θά κρίνῃ  ζῶντας καί νεκρούς καί θά ἀποδώσῃ στόν καθένα ἀνάλογα μέ τά ἔργα του. Πιστεύομεν ὅτι ὁ  Χριστός καί πάλιν Ἐρχόμενος θά μᾶς κρίνῃ ὅλους καί θά ἀποδώσῃ στόν καθένα κατά τά ἔργα του.





«Πιστεύομεν... καί πάλιν ἐρχόμενον μετά δόξης κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος».

Ποῖος θά εἶναι ὁ Παγκόσμιος Κριτής;







Κατά λόγον δικαιοσύνης, Κριτής  θά εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος, «εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός καί συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», «σάρξ ἐγένετο» (Ἰωάν. α΄ 14), ἔγινε ταπεινός ἄνθρωπος, «ἵνα τήν ἑαυτοῦ ἀναπλάσσῃ εἰκόνα φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι», ὅπως ψάλῃ ὁ ὑμνῳδός.

Καί εἶναι πράγματι «ὁμολογουμένως μέγα τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον». Ὅτι, δηλαδή, «Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ» (Α΄ Τιμόθ. γ΄16). Ὁ Χριστός θά μᾶς κρίνῃ, διότι Αὐτός «ἐσταυρώθη δι’ ἡμᾶς καί ἐκών ἐτάφη καί ἀνέστη ἐκ νεκρῶν τοῦ σῶσαι τά σύμπαντα». Μετά τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Χριστός «ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο (Α΄ Κορινθ. ιε΄ 20),  καί «ἡρπάσθη πρός τόν Θεόν καί πρός τόν θρόνον αὐτοῦ» (Ἀποκ. ιβ΄ 5). « Ἀνελήφθη», δηλ. «εἰς τόν οὐρανόν καί ἐκάθισεν καί ἐκάθισεν ἐκ

δεξιῶν τοῦ Θεοῦ» (Μάρκ. ιστ΄ 19). Ὅλοι δέ οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί «Προσδοκῶμεν ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» καί πιστεύουμε ὅτι, κατά τάς Γραφάς, ὁ Χριστός θά ἔλθῃ  καί πάλιν, ἀλλ’ ἐν δόξῃ κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς καί θά ἀποδώσῃ στόν καθένα ἀνάλογα μέ τά ἔργα του.
Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ἀποκαλύπτει καί λέγει:
«Πάντα μοι παρεδόθη παρά τοῦ Πατρός μου» (Ματθ. ια΄ 27). «Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς» (Ματθ. κη΄ 18). Ὁ Πατήρ «τήν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ υἱῷ» (Ἰωάν. ε΄ 22). «Καί ἐξουσίαν ἔδωκεν αὐτῷ καί κρίσιν ποιεῖν, ὅτι υἱός ἀνθρώπου ἐστί» (Ἰωάν. ε΄ 27). Καί ἡ κρίσις Του εἶναι δικαία καί ἀληθινή (Ἰωάν. ε΄ 30. η΄ 16). Ἔτσι «θά κριθοῦν καί θά κατακριθοῦν  ὅλοι, ὅσοι δέν ἐπίστευσαν εἰς τήν ἀλήθειαν, ἀλλά δέχθηκαν μέ μεγάλην εὐχαρίστησιν τήν ἀδικίαν» (παρβλ. Β΄ Θεσσαλ. β΄ 12). «Μέλλει γάρ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεσθαι ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Πατρός αὐτοῦ μετά τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ, καί τότε ἀποδώσει ἑκάστῳ κατά τήν πρᾶξιν αὐτοῦ» (Ματθ. ιστ΄ 27. Ρωμ. β΄ 6. ιδ΄ 10-12. Α΄ Κορινθ. γ΄ 8. Β΄Κορινθ.  ε΄ 10. Β΄ Τιμόθ. δ΄1, 14. Α΄ Πέτρ. δ΄ 5-6. Ἀποκ. κβ΄ 12).

Δέν εἶναι μόνον ἄπειρη ἀγάπη καί εὐσπλαγχνία ὁ Θεός, ἀλλά, ὅπως προαναφέραμε, εἶναι καί ἄπειρη δικαιοσύνη. Εἶναι δέ πλέον ἤ βέβαιον ὅτι «Οὐκ ἀπέστειλεν ὁ Θεός τόν υἱόν αὐτοῦ εἰς τόν κόσμον ἵνα κρίνῃ τόν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ» (Ἰωάν. γ΄ 17).

«Ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν (εἰς τόν Χριστόν) οὐ κρίνεται, ὁ δέ μή πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μή πεπίστευκεν εἰς τό ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ αὐτοῦ» (Ἰωάν. γ΄ 18).

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος διακηρύττει καί λέγει ὅτι «ἐάν τίς μου ἀκούσῃ τῶν ῥημάτων καί μή πιστεύσῃ, ἐγώ οὐ κρίνω αὐτόν· οὐ γάρ ἦλθον ἵνα κρίνω τόν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σώσω τόν κόσμον. λόγος ὅν ἐλάλησα, ἐκεῖνος κρινεῖ αὐτόν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ» (Ἰωάν. ιβ΄ 47-48). Παρβαλε καί :

«Ἐκ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ καί ἐκ τῶν λόγων σου κατακριθήση» (Ματθ. ιβ΄ 37).

Ὁ Παγκόσμιος Κριτής ἐν Πατρί καί ἁγίῳ Πνεύματι θά κρίνῃ σύμφωνα μέ τήν, ἐκ μέρους μας,  τήρησι ἤ μή τῶν Ἐντολῶν τῆς ἀγάπης. Θά μᾶς κρίνῃ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ μή πιστεύων ἤδη κέκριται.

«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τό φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, καί ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τό σκότος ἤ τό φῶς, ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα. Πᾶς γάρ ὀ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ» (Ἰωάν. γ΄19-20).
Θά ἔλθῃ ὅμως ὁ Δίκαιος Κριτής καί θά βάλῃ Τέλος
στή φαυλότητα καί τήν ἀδικία.








Εἰς τήν Πόλιν τοῦ Θεοῦ θά κατοικῇ ἡ ἐν δικαιοσύνῃ Ἀγάπη. «Καί οὐ μή εισέλθῃ εἰς αὐτήν πᾶν κοινόν καί ὁ ποιῶν βδέλυγμα καί ψεῦδος, εἰ μή οἱ γεγραμμένοι ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ζωῆς τοῦ Ἀρνίου» (Ἀποκ. κα΄  27). Θά εἰσέλθουν μόνον οἱ δίκαιοι, ὅσοι τήρησαν στή ζωή τους τίς Ἐντολές τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Θά μείνουν ἔξω οἱ ἀμετανόητοι ἀμαρτωλοί, θά μείνουν «ἔξω οἱ κύνες καί οἱ φαρμακοί καί οἱ πόρνοι καί οἰ φονεῖς καί οἱ εἰδωλολάτραι καί πᾶς ὁ φιλῶν καί ποιῶν ψεῦδος» (Ἀποκ. κβ΄15).

Καί ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος, « ἡ κρίσις ἀνέλεος τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος» (β΄ 13).  Θἆναι  ἀνελέητη ἡ κρίσις σ’ αὐτόν, πού δέν ἔχει ἔλεος γιά τούς ἄλλους. Θά εἶναι ἄσπλαγχνη ἡ κρίσις πρός ἐκεῖνον, πού δέν ἔδειξε εὐσπλαγχνίαν.
«Ὁ Βασιλικός σου Θρόνος, Θεέ μου, Κύριε Ἰησου Χριστέ, θά παραμένῃ ἀκλόνητος, θά εἶναι αἰώνιος καί ἡ βασιλική σου ράβδος θά εἶναι ἐξουσία εὐθύτητος, ράβδος δικαιοσύνης, εἶναι ἀνώτερη δικαστική ἐξουσία. Ἐπειδή ἀγάπησες τήν δικαιοσύνην καί ἐμίσησες τήν παρανομίαν, διά τοῦτο σέ ἀνέδειξεν ὁ Θεός-Πατήρ ἀνώτερον ὅλων καί σοῦ δόθηκε πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς» (παρβλ. Ψαλμ. 44, 7-8. Ματθ. κη΄ 18).

Δέν θά ἐπιτρέψῃ νά εἰσέλθουν οἱ ἄνομοι  εἰς τήν Βασιλείαν Του. Ὅλοι οἱ ἀμετανόητοι ἄθεοι, ὅλοι, ὅσοι μέ κάθε τρόπο, προσπαθοῦν νά διαστρεψουν τήν Ἀλήθεια, ὅσοι κάνουν προπαγάνδα ὑπέρ τῆς ἀθεῒας, οἱ ἀρνητές, ὅσοι προσπαθοῦν, μέ κάθε δόλιο τρόπο, νά ξεριζώσουν, μέσ’ ἀπό τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων καί μάλιστα τῶν Νέων, τό ἱερόν, τό θρησκευτικόν συναίσθημα, τό θεῖον ἐμφύσημα, τήν πνοήν ζωῆς τοῦ Δημιουργοῦ, θά ἐξαφανισθοῦν, «ὡσεί χνοῦς, ὅν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος ἀπό προσώπου τῆς γῆς».  Ὅσοι προσπαθοῦν νά ξεριζώσουν τόν Χριστόν, τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν, τήν ἀγάπη στήν Οἰκογένεια καί τήν Πατρίδα, μέσα ἀπό τήν ψυχή μας θά κονιορτοποιηθοῦν. « Τό Θηρίον καί ὁ μετ’ αὐτοῦ Ψευδοπροφήτης, καί ὁ Διάβολος καί οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ , καί ὅλοι ὅσοι συντάσσονται μέ αὐτούς βληθήσονται είς τήν λίμνην τοῦ πυρός τήν καιομένην ἐν θείῳ» (Ἀποκ. ιθ΄ 20. κ΄ 14-15. κα΄ 8).
«Ὅτι γινώσκει Κύριος ὁδόν δικαίων καί ὁδός
ἀσεβῶν ἀπολεῖται» (Ψαλμ. α΄ 6).
































π.Στέφανος Πουλής