ὁδ.Τσόχα 39 - Ἀμπελόκηποι Μετόχιον τῆς Ἱ.Μονῆς Πετράκη

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

η Παραβολή του Ασώτου

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ


            «Τό Εὐαγγέλιον τῶν Εὐαγγελίων»
Ἄν χάναμε...
Ἄν χάναμε τό κείμενον τῆς Ἀγίας Γραφῆς καί μᾶς ἀπέμενε μόνον ἡ Παραβολή τοῦ Ἀσώτου, θά ἦταν ἀρκετή, γιά τή σωτηρία μας.
Δίκαια χαρακτηρίζεται ὡς «τό Εὐαγγέλιον τῶν Εὐαγγελίων», διότι περιέχει ὁλόκληρο «τό τῆς εὐσεβείας Μυστήριον», τό Μυστήριον τῆς Οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Μᾶς ἀποκαλύπτει τήν ἄπειρη Εὐσπλαγχίαν, τό ἄπειρον Ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί τήν ἔσχατη ἀθλιότητα τοῦ ἀνθρώπου.
«Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς...» (Λουκ. ιε΄ 11-32).
Παραβολικός εἶναι ὁ λόγος. Πατέρας εἶναι ὀ πανάγαθος Θεός, ὁ πάνσοφος  καί παντοδύναμος Δημιουργός τοῦ Σύμπαντος κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ δύο υἱοί εἰκονίζουν ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο Γένος. Ἡ πατρική Ἑστία εἶναι ὁ Παράδεισος τῆς τρυφῆς. Σ’ αὐτόν τόν Παράδεισο ἐγκαθιστᾶ τά παιδιά του ὁ στοργικός πατέρας, μέ τήν εὐλογία «ἐργάζεσθαι αὐτόν καί φυλάσσειν».
Τίποτε στόν κόσμο δέν ὑπάρχει πιο γλυκό ἀπό «τήν πατρική Ἑστία». Τίποτε πιό πολύτιμο, τίποτε πιο τερπνό δέν ὑπάρχει στόν κόσμο ἀπό τή ζεστασιά «τοῦ σπιτικοῦ». Τίποτε δέν μπορεῖ νά ὑποκαταστήσῃ τά  ἀγαθά τοῦ «σπιτικοῦ», πού εἶναι ἡ Οἰκογενειακή θαλπωρή, σιγουριά, ἀσφάλεια, ἡ προστασία, πολύτιμα ἀγαθά, τά ὁποῖα ἐξασφαλίζει μόνον ἡ Αὐθεντία, ἡ πατρική Ἐξουσία, ἡ πατρική παντοδύναμη προστασία.


Ὅλοι ἐργάζονται στόν Παράδεισο. Αἱ οὐράνιαι Δυνάμεις ἀκαταπαύστως ὑμνοῦν τόν Δημιουργόν, τόν Τριαδικόν Θεόν (πρβλ. Ἀποκ. δ΄ 8-11). Ἡ ἐργασία τῶν πρωτοπλάστων συνίσταται εἰς τό νά τηροῦν τίς Ἐντολές, τίς σοφές, τίς στοργικές  Ὁδηγίες τοῦ Πατρός, πού ἀποβλέπουν στήν πνευματική τους τελείωσι, γιά νά γίνουν, δηλαδή, θεοί κατά χάριν.
Ἡ ἐργασία τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ στόν παράδεισο, στήν «πατρική Ἑστία» εἶναι νά φθάσουν ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν». Θέλει, δηλαδή, ὁ στοργικός Πατέρας, νά γίνουν τά παιδιά Του, συνδημιουργοί. Γιά νά φυλάξουν τόν παράδεισον ὀφείλουν  νά μείνουν ἐν τῇ ἀγάπῃ. Διότι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί, καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 16). Ὀφείλουν τά παιδιά νά σέβωνται καί νά ἀγαποῦν τόν πατέρα μέ γνήσια ἀγάπη, νά λατρεύουν τόν Δημιουργόν, τόν Εὐεργέτην καί δοτῆρα τῶν ἀγαθῶν. Καί ἡ ἀγάπη τους ἀποδεικνύεται μέ τήν ὑπακοή στίς πανάγιες Ἐντολές Του. Νά Τόν λατρεύουν ὄχι τυπικά, ὄχι μέ τά χείλη, ὄχι ψεύτικα καί ὑποκριτικά, ἀλλά μέ τήν καρδιά τους, εἰλικρινά, «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» (Ἰωάν. δ΄ 23-24).
Ὁ νεώτερος υἱός
Δέν θέλει νά ἐννοήσῃ ὅτι «ἀεργίη τὄνειδος, ἐργασίη μηδέν ὄνειδος» καί ὅτι « εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδέ ἐσθιέτω» (Β΄ Θεσσαλ. γ΄ 10). Δίκαιον εἶναι ὁ ἐργαζόμενος νά ἀπολαμβάνῃ τῶν ἀγαθῶν τῆς τίμιας ἐργασίας του. Ὁ νεώτερος υἱός ὅμως δέν θέλει καί δέν συνειδητοποιεῖ ὅτι «τά ἀγαθά κόποις κτῶνται» καί ὄτι, ὅπως πολύ σωστά λέγεται, «τῆς ἀρετῆς προπάροιθεν ἱδρῶτα θεοί ἔθηκαν ἀθάνατοι».
Εἶπε τῷ Πατρί· «Δός μοι τό ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας».
Ὁ νεώτερος υἱός ἐγείρει ἀστόχαστες, γιγαντιαῖες
ἀπαιτήσεις (Riesigen Ansprueche) ἤ καλλίτερα
νευρωσικές ἀπαιτήσεις. Χάνει τήν ἐπαφή του μέ τήν
πραγματικότητα. Νομίζει πώς ἔχει μόνον δικαιώματα
στή ζωή καί ὄχι ὑποχρεώσεις.

Ἀπαιτεῖ τό ἐπιβάλλον μέρος τῆς πατρικῆς οὐσίας.
Πότε ἵδρωσε ὁ νεώτερος υἱός; Πότε ἀπέκτησε «κάτι», μέ τήν τίμια ἐργασία του, ὥστε νά ἀπαιτήσῃ αὐτό τό «κάτι»;
Ἡ ἀρρώστια του ἀρχίζει μέ τήν ἄρνησι τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι ψυχικά ὑγιής. Δέν ἀγαπᾶ τόν πατέρα. Δέν ἔχει εἰρήνη μέ τόν Θεόν καί μέ τόν ἑαυτό του. Καί «ἐκτός ἑαυτοῦ» ἀπαιτεῖ. Θεωρεῖ «σκλαβιά» τήν πατρική στοργή, καί μέ τή θέλησί του, ὑποδουλώνεται στά χαμηλά του πάθη. Νομίζει πώς οἱ σοφές Ὁδηγίες τοῦ πατρός περιορίζουν τήν ἐλευθερία του καί κηρύσσει «ἀνταρσία», γιά νά ἀποτινάξῃ τόν φανταστικό ζυγό τῆς πατρικῆς προστασίας.
Τά δεινά τῆς ἀποστασίας.
Ἡ ἔλλειψις ἀγάπης πρός τόν Θεόν, ὁδηγεῖ στήν παρακοή, στήν πτῶσι, στήν ἀποστασία, στήν ἔξωσι ἀπό τήν πατρική Ἑστία, στόν χωρισμό ἀπό τόν Θεόν, στήν ἀπομάκρυνσι, στήν ἐξαθλίωσι καί στό θάνατο.
Ὁ Θεός, ὡς ἄπειρη ἀγάπη, ἐφοδιάζει τά παιδιά Του μέ θεῖα χαρίσματα, μέ θεϊκά προσόντα, μέ νοῦν καί ἐλευθερίαν. «Καί διεῖλεν αὐτοῖς τόν βίον. Καί μετ’ οὐ πολλάς ἡμέρας συναγαγῶν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱός ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καί ἐκεῖ διεσκόρπισε τήν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». Στήν ὁδόν τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό τήν πατρική στοργή καί προστασία, ἀκολουθεῖ  ὁ ξεπεσμός. Περιπίπτει εἰς τούς λῃστάς-δαίμονας-πάθη. Παράβαλε Λουκ. ι΄ 30, τήν παραβολήν τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου:  Ὁ ἀποστάτης κατέβαινεν  ἀπό Ἱερουσαλήμ εἰς Ἱεριχώ καί λῃσταῖς περιέπεσεν· οἵ καί ἐκδύσαντες αὐτόν καί πληγάς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα.
Ὁ νεώτερος υἱός ἐμφανίζεται μέ τό ἀληθινό του πρόσωπο, δέν κρύβει τόν κακόν του ἑαυτόν. Μέ τή θέλησί του, ἐνσαρκώνει, φεῦ, «τό φρόνημα τῆς Σαρκός», πού εἶναι «ἔχθρα εἰς Θεόν» καί φέρει στήν ψυχή καί τή ζωή μας «τό Θάνατο». Ὁ ἀποστάτης ἀρνεῖται τόν Θεόν, δέν δέχεται «τό φρόνημα τοῦ Πνεύματος», πού εἶναι «ζωή καί εἰρήνη» (πρβλ. Ρωμ. η΄6). Φανερά εἶναι τά δεινά τῆς ἀποστασίας.
Ζῶν ἀσώτως ἀπογυμνώνεται ἀπό κάθε ἀρετή, ἀπεκδύεται τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας καί ἐνδύεται τό ἔνδυμα τῆς φθορᾶς, μέ τή θέλησί του.
Κυριεύει τήν ψυχή του τό σαρκικό φρόνημα, «πᾶν τό ἐν τῷ κόσμῳ, δηλαδή, ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκός καί ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καί ἡ ἀλαζονία τοῦ βίου» (Α΄ Ἰωάν. β΄16). Κυριεύεται ἡ ψυχή του ἀπό ὅλα αὐτά, πού δέν εἶναι ἐκ τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἀλλά εἶναι γνωρίσματα τοῦ κόσμου, πού βρίσκεται μακράν τοῦ Θεοῦ. Γίνεται «δέσμιος τῆς γῆς», περιέρχεται εἰς τήν ἔσχατην ἐξαθλίωσιν καί ἡμιθανής «ἤρξατο  ὑστερεῖσθαι. Καί πορευθείς ἐκολλήθη ἑνί τῶν πολιτῶν τῆς Χώρας ἐκείνης, καί ἔπεμψεν αὐτόν εἰς τούς ἀγρούς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους».
Τό βασιλόπουλο γίνεται χοιροβοσκός. Αὐτός, πού ζοῦσε στήν πατρική Ἑστία κατάντησε νά ζῆ στό χοιροστάσι μαζί μέ τούς χοίρους. Πεθαίνει τῆς πείνας καί «ἐπεθύμει γεμίσαι τήν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπό τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι καί οὐδείς ἐδίδου αὐτῷ».
Ὁ ἡμιθανής συνέρχεται. Ὁ ἐκτός  ἑαυτοῦ ἔρχεται «εἰς ἑαυτόν». Συναισθάνεται τήν ἁμαρτωλότητά του. Ἀναγνωρίζει ὅτι, ἀπό δικό του φταίξιμο, ἔφθασε στήν ἔσχατη αὐτή ἐξαθλίωσι. Δέν μεταβιβάζει σέ ἄλλους τό φταίξιμο, γιά τήν κατάντια του. Ἀποδέχεται τήν προσωπική του ἐνοχή, τήν οὐτιδανότητά του. Κάνει ἐνσυνείδητο αὐτοέλεγχον. Γνωρίζει καλά τόν  ἀληθινόν ἑαυτόν του καί μετανοεῖ εἰλικρινά καί παίρνει τήν ἀπόφασι τῆς ἐπιστροφῆς στήν πατρική Ἑστία, ὡς ἀνάξιος.
«Εἰς ἑαυτόν δέ ἐλθών εἶπε· Πόσοι μίσθιοι τοῦ Πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγώ δέ λιμῷ ἀπόλλυμαι! Ἀναστάς πορεύσομαι πρός τόν πατέρα μου καί ἐρῶ αὐτῷ· Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου· οὐκέτι εἰμί ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. Καί ἀναστάς ἦλθε πρός τόν πατέρα αὐτοῦ».
Ναι. Θά γυρίσω πίσω στήν πατρική Ἑστία. Νά ζήσω καί πάλιν κάτω ἀπό τήν πατρική στοργή καί τρυφερότητα. Νά νοιώσω καί πάλιν τήν Οἰκογενειακή θαλπωρή. Θά ζητήσω νά μέ συγχωρήσῃ. Θά τόν παρακαλέσω καί θά τοῦ πῶ:
Πατέρα μου, πανάγαθε, εἶμαι ἁμαρτωλός. Θεέ μου, συγχώρεσέ με! Ἔλεος σοῦ ζητῶ ἐγώ, ὁ ἀνάξιος! Δέν ἀξίζω νά λέγομαι υἱός σου! Ποίησόν με ὥς ἕνα τῶν μισθίων σου. Ἔλεος, πατέρα, Ἔλεος!... Ὄχι γιατί τό ἀξίζω, ἀλλ’ ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός Σου!
Εἶναι πλέον ἤ βέβαιον ὅτι ὁ οὐράνιος Πατέρας περιμένει τήν ἐπιστροφή μας κοντά Του. Εἶναι ἄπειρον τό Ἔλεός Του. Καί πρίν ἀκόμη τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά καί τοῦ ζητήσουμε τό ἔλεός Του, μᾶς βλέπει ὁ Καρδιογνώστης νά γυρίζουμε κοντά Του εἰλικρινά μετανοιωμένοι καί σπεύδει νά ὑποδεχθῆ καί μᾶς ἐναγκαλίζεται χαίρων, γιά τήν ἐπιστροφή μας. Καί στήν κραυγή ἀπελπισίας μας ἀποκρίνεται ἡ ἄπειρη Εὐσπλαγχνία Του καί προστάσσει:
«Ἐξενέγκατε τήν στολήν τήν πρώτην καί ἐνδύσατε αὐτόν, καί δότε δακτύλιον εἰς τήν χεῖρα αὐτοῦ καί ὑποδήματα εἰς τούς πόδας, καί  ἐνέγκατε τόν μόσχον τόν σιτευτόν θύσατε, καί φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρός ἦν καί ἀνέζησε, καί ἀπολωλώς ἦν καί εὑρέθη. Καί ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι».
Καί πραγματικά πολύ  μεγάλη χαρά γίνεται
ἐν τῷ Οὐρανῷ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοῦντι (Λουκ. ιε΄7).
Ἐδῶ ἀποκαλύπτεται ἡ ἄπειρη ἀγάπη, τό ἄπειρον ἔλεός τοῦ Θεοῦ, γιά τόν ἄνθρωπον. Θυσιάζει, γιά χάρι μας, «τόν μόσχον τόν σιτευτόν». «Τόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμο ὥστε τόν Υἱόν Αὐτοῦ τόν Μονογενῆ ἔδωκεν ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ΄ 15-16). « Συνίστησι δέ τήν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανε» (Ρωμ. ε΄ 8). Ὁ Χριστός

«Ἐσταυρώθη δι’ ἡμᾶς καί ἑκών ἐτάφη, καί ἀνέστη ἐκ νεκρῶν τοῦ σῶσαι τά σύμπαντα. Αὐτόν προσκυνήσωμεν», ψάλλει ὁ ἱερός Δαμασκηνός.
πανάγαθος Θεός δέν ἐδημιούργησε τόν ἄνθρωπον εἰς ἀπώλειαν, ἀλλ’ εἰς σωτηρίαν καί χαίρεται μέ τήν ἐπιστροφήν τῶν πεπλανημένων. «Πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμόθ. β΄ 4).
Ὁ μόσχος ὁ σιτευτός, ὁ Ἀμνός ὁ ἄμωμος, τό ἄκακον Ἀρνίον,  θύεται  καί μέ τό αἷμα Του μᾶς λούει καί μᾶς καθαρίζει ἀπό τίς ἁμαρτίες μας καί μᾶς ἐπανεισάγει εἰς τόν Παράδεισον, στήν πατρική Ἑστία καί μᾶς καθιστᾶ συγκληρονόμους τῆς Βασιλείας Του  καί ὁμοτράπεζους εἰς τό Μέγα, τό οὐράνιον Δεῖπνον  τῆς αἰωνίου εὐφροσύνης καί χαρᾶς.


Ὁ νεώτερος υἱός, ὁ ἄσωτος, ἐπιστρέφει εἰλικρινά μετανοιωμένος
καί σώζεται. Ὁ Πατέρας καί τά οὐράνια γιορτάζουν καί εὐφραίνονται.
Μόνον ὁ πρεσβύτερος υἱός δέν χαίρεται. Ἀντίθετα μάλιστα ὀργίζεται.
Ὅταν ἐπιστρέφοντας στό σπίτι ἀκούει «συμφωνίας καί χωρῶν» καί
πληροφορεῖται ὅτι ἐπέστρεψε ὁ ἀδελφός του καί πρός χάριν του ὁ
Πατήρ «ἔθυσε τόν μόσχον τόν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτόν ἀπέλαβεν. Ὠργίσθη δέ καί οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν». Δέν εἰσέρχεται στήν πατρική
Ἑστία. Ἡ ἄπειρη ὅμως Εὐσπλαγχνία, ὁ Πατήρ ἐξελθών παρεκάλει αὐτόν.

Ποιός μπορεῖ μέ λόγια νά ἐκφράσῃ τό ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ πρός τόν πρεσβύτερον υἱόν, τόν ψεύτη, τόν ὑποκριτήν, τόν Φαρισαῖον, τόν δῆθεν ὑποτακτικόν, αὐτόν πού κρύβει τό ἀληθινόν του πρόσωπον;  Ποιός μπορεῖ νά χαρακτηρίσῃ αὐτόν τόν τελειομανῆ, πού τηρεῖ μέ ἀκρίβεια ὅλες τίς τυπικές Διατάξεις τοῦ Νόμου, ἀλλά ἔχει χάσει τήν οὐσίαν, αὐτόν πού  πάντοτε θέλει νά φαίνεται ἅγιος καί κάνει τά πάντα πρός τό θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις; Ποιός μπορεῖ νά περιγράψῃ αὐτόν, πού τιμᾶ μόνον τοῖς χείλεσι τόν Πατέρα, ἐνῷ ἡ καρδιά του εἶναι γεμάτη φθόνο, μῖσος καί κακία;
Ὁ Φαρισαῖος, ὁ πρεσβύτερος υἱός δέν εἰσέρχεται εἰς τήν πατρικήν Ἑστίαν. Μένει ἐξω. Καί εἰς τήν παράκλησιν τοῦ Θεοῦ - Πατρός ἀποκρίνεται μέ θράσος καί ἀναίδεια, μέ κρίσι καί κατάκρισιν καί τολμᾶ νά κατακρίνῃ καί τόν ἴδιο τό Θεό. Δέν ἔχει ἔλεος. Δέν ἔχει ἀγάπη. Δέν ἔχει Καλωσύνη. Ἀνοίγει τήν καρδιά του καί ξεχύνεται φθόνος καί χολή, καί δηλητήριο, σάν ἀπό ὀχετό ἔξέρχεται κάθε εἴδους ἀκαθαρσία, σκωλήκων βρῶμα καί δυσωδία (Λουκ. ιε΄ 28-30). Στό κατηγορητήριον αὐτό ἡ ἀνέκφραστη πατρική ἀγάπη τόν παρακαλεῖ, δέν τόν ἐξαναγκάζει νά εἰσέλθῃ στή χαρά τοῦ οὐρανοῦ. Ἁπλῶς τοῦ τονίζει ὅτι ἔπρεπε νά χαρῇ κι’ αὐτός γιά τήν ἐπιστροφή καί τή σωτηρία τοῦ ἀδελφοῦ του. Τοῦ λέγει: Παιδί μου, ἄδικα μέ κατηγορεῖς. Σύ  εἶσαι πάντα μαζί μου καί ὅλα τά δικά μου, δικά σου εἶναι.

«Εὐφρανθῆναι δέ καί χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρός ἦν καί ἀνέζησε, καί ἀπολωλώς ἦν καί εὑρέθη».
Δέν δικαιώθηκε ὁ πρεσβύτερος υἱός. Δέν εἰσῆλθε  εἰς τήν  χαράν τοῦ Κυρίου του. ἔμεινεν ἔξω του νυμφῶνος Χριστοῦ. Καί εἶναι, δυστυχῶς, πολλοί οἱ Σταυρωτές τοῦ Χριστοῦ, οἱ ἐπηρμένοι Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι, οἱ ἄθλιοι ὑποκριτές, «τά γεννήματα ἐχιδνῶν», πού στάζει δηλητήριο τό στόμα τους, πού, ἐνῶ καμώνονται ὅτι εἶναι κοντά στό Θεό, δέν ἔχουν ἔλεος γιά κανέναν, ἡ καρδιά τους εἶναι μεμάτη μῖσος καί φθόνο. Ὅσοι ὁμοιάζουν μέ τόν πρεσβύτερο υἱό καί δέν ἔχουν ἀγάπη, δυστυχῶς δέν μετανοοῦν καί μένουν ἔξω τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὁ πρεσβύτερος υἱός εἶναι παράδειγμα πρός ἀποφυγεῖν.
Ὁ Πατήρ ἐξελθών παρεκάλει αὐτόν. Ὅσον ὁ Θεός συγκαταβαίνει καί μᾶς προσκαλεῖ καλόν εἶναι νά ἀκούσουμε τή φωνή Του καί νά Τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας, πρίν νά εἶναι ἀργά.
«Εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός καί συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ». Ἐξῆλθε καί ἵσταται ἐπί τήν θύραν καί κρούει καί παρακαλεῖ νά τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό καί εἰλικρινά μετανοιωμένοι νά εἰσέλθουμε καί πάλιν εἰς τόν Παράδεισον.