ὁδ.Τσόχα 39 - Ἀμπελόκηποι Μετόχιον τῆς Ἱ.Μονῆς Πετράκη

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

ΣΤΗΝ ΑΘΩΟΤΗΤΑ

ΣΤΗΝ ΑΘΩΟΤΗΤΑ, ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Ἀφιέρωμα
Στήν Ὄμορφη ,
πού βάπτισα στίς
ἀρχές τοῦ 58ου ἔτους
τῆς Ἱερωσύνης μου,
πρίν ἀπό λίγες μέρες.

Στή χαρά τῆς ζωῆς

Ὀμορφιά μου,
Στο ἀθῶο καί καθάριο βλέμμα σου
βλέπω τό Θεό.
Καί στο κρυστάλλινο, γλυκό χαμόγελο σου
ζῶ τόν Παράδεισο.
Καί ὅταν κλαυθμυρίζῃς,
στ' ἀλήθεια, μοῦ ραγίζεις
τήν καρδιά.
Σοῦ εὔχομαι  ὁλόψυχα πάντα νά γελᾶς
καί μαζί σου γλυκά νά λαλοῦν τ' ἀηδόνια
καί νά μοσχοβολοῦν τοῦ ἀγροῦ τά κρῖνα.
Ὀμορφιά μου, χαρά τῆς ζωῆς!


«Ἐάν μή στραφῆτε καί γένησθε ὡς τά παιδία,  οὐ μή εἰσέλθητε εἰς τήν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ιη΄3).
                     








Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΓΑΠΗ

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΓΑΠΗ





«Οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α΄Κορινθ. ιγ΄8)
 
«ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστι,
καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ
ἐν τῷ Θεῷ μένει καί
ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄Ἰωάν. δ΄ 16).


 «Πρόσεχε σεαυτῷ».

Φύλαξε

Τήν ἀγάπη σου ἁγνή.

Μή τή νοθεύσῃς.

Μή τή μολέψῃς

μ’ αἰσθησιακή ἀνοησία,

πού φέρει, ἀναπόφευκτα,

στήν παραλυσία.

Φύλαξε

τήν ἀγάπη σου ἁγνή,

γιά νἆναι πάντα σταθερή

καί νά κρατήσ’ αἰώνια.


Ἄν τώρα θέλῃς νά γνωρίσῃς

τί εἶναι, πραγματικά,

γνήσια ἀγάπη,

κοίταξε στό Λόφο, στό Λόφο...

στό Γολγοθᾶ!

Στρέψε τό βλέμμα στό Χριστό.

Δές τόν Ἐσταυρωμένον,

νά προσεύχεται, γιά μᾶς,

τούς σταυρωτές Του.

Τότε θά μάθῃς, σίγουρα,

τί εἶναι γνήσια, ἁγνή,

ἀληθινή ἀγάπη.


Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟΝ Ο ΕΝΑΣ

ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟΝ Ο ΕΝΑΣ



Ὁ Μοναδικός, ὁ ἀσύγκριτος.


« Ἀμήν, ὁ μάρτυς ὁ πιστός καί ἀληθινός,

ἡ ἀρχή τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ» (Ἀποκ. γ΄14).



Μέ ρώτησες, παιδί μου, καί ἐπειδή πιστεύω ὅτι, τό ἐρώτημά σου ἀπασχολεῖ πολλούς, ἔκρινα σκόπιμον

νά δημοσιεύσω τό ἐρώτημα καί τήν ἀπάντησί μου,

μέ τήν ἐλπίδα ὅτι θά ὠφεληθοῦν πολλοί.

ΕΡ. «Σεβαστέ μου Γέροντα,

μέ δυό λογάκια θά ἤθελα νά μοῦ ἐξηγήσετε, ποιά πρέπει

νἆναι ἡ σχέσις καί ἡ συπεριφορά τοῦ πιστοῦ Χριστιανοῦ πρός τούς συνανθρώπους του  σήμερα;»

Θά προσπαθήσω μέ προσοχή καί προσευχή νά ἀπαντήσω, μέ τήν ἐλπίδα νά βοηθήσω ὅλα τά παιδιά μου, στίς πονηρές μέρες, πού ζοῦμε, διότι σήμερα ἄνθρωπο βλέπεις καί δέν ξέρεις τί κρύβει μέσα του. Οἱ ἀρχαῖοι ἔλεγαν: «Ὡς χαρίεν ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος εἶ». Πότε ὅμως εἶναι ἄνθρωπος; Στίς μέρες μας, δυστυχῶς, περισσότερο ἀπό ἄλλες ἐποχές, δύσκολα μπορεῖς νά ξεχωρήσῃς τόν τίμιο καί εἰλικρινή, ἀπό τόν ἀνέντιμον καί ἀνειλικρινή, τόν ὕπουλο καί δόλιο. Παλιότερα ἀφήναμε τίς πόρτες τῶν σπιτιῶν καί τίς καρδιές μας ἀνοικτές.

Σήμερα βρισκόμαστε στήν ἀνάγκη νά κλειδαμπαρώνουμε τίς πόρτες τῶν σπιτιῶν καί τά παράθυρα, ἀλλά καί τίς καρδιές μας, νά βάζουμε δέ καί σιδεριές στά σπίτια μας. Ἀλλά καί πάλιν  σπάζουν τά σίδερα καί εἰσπηδοῦν στά σπίτια μας καί μᾶς λῃστεύουν καί, πολλές φορές, μᾶς θανατώνουν, γιά νά μᾶς  ἁρπάξουν ἀκόμη καί τήν πενιχρή μας σύνταξι. Σήμερα, δυστυχῶς, «πετρῶσαν οἱ καρδιές», «διά τό πληθυνθῆναι τήν  ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν» (Ματθ. κδ΄12).

Ἡ Ἐντολή τοῦ Χριστοῦ εἶναι νά ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ὅπως ἀκριβῶς μᾶς ἀγάπησε Ἑκεῖνος, μέχρι Σταυροῦ καί θανάτου.

Αὐτό ὅμως σημαίνει νά ἔχουμε ὑγιῆ τόν ὀφθαλμόν τῆς ψυχῆς, ἀθόλωτο, καθαρό, ὑγιῆ τόν νοῦν καί ἀνεπτυγμένο, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, τό χάρισμα τῆς διακρίσεως, ὥστε νά ἀποφεύγουμε τούς «βαρεῖς λύκους» καί τούς ψευτοδιδασκάλους, καί τούς ἀδιστάκτους, τούς «παρεισάκτους ψευδαδέλφους» (Γαλάτ. β΄4) καί ὅλους ἐκείνους, πού, μέ λυσσώδη μανία, μετασχηματίζονται σέ ἀγγέλους φωτός, γιά νά ἐξαπατοῦν τούς ἀθώους καί ἀφελεῖς.
Ὁ Κύριος μᾶς συμβουλεύει καί μᾶς λέγει:
Νά ἀποφεύγετε τούς δαίμονες καί τούς δαιμονανθρώπους. Νά εἴσασθε φρόνιμοι, νά μή ἐκτίθεσθε σέ κινδύνους. Νά εἶσθε ἄκακοι καί ἁπλοῖ, σάν τά περιστέρια.
Ὁ Κύριος, ἀποστέλλει τούς Μαθητάς Του, ὅλους τούς πιστούς, ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων καί λέγει «Γίνεσθε οὖν φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καί ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί» (Ματθ. ι΄16). Χρειάζεται Προσοχή καί ἀδιάλειπτη Προσευχή. 
Θά ἤθελα νά σᾶς ἐπισημάνω ἐδῶ ὅτι ξεφύγαμε ἀπό τό δρόμο τοῦ Θεοῦ. Καί συνεχῶς ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τήν Πηγή τοῦ ζῶντος ὕδατος, ἀφήσαμε τά κρυστάλλινα, τά καθαρά νερά τῆς ζωῆς καί προσπαθοῦμε νά ξεδιψάσουμε τή δίψα μας στά «λασπονέρια» τῆς Ἁποστασίας. Ἐγκαταλείπουμε τήν Πατρική Ἑστία καί «τόν μόσχον τόν σιτευτόν» καί, μετουσιώνοντας τόν Παράδεισο σέ Χοιροστάσι, προσπαθοῦμε νά χορτάσουμε τήν πεῖνα μας, μέ τά ξυλοκέρατα, τήν τροφήν τῶν χοίρων. Μέ τήν, πράγματι,

ἀρρωστημένη, τήν προβληματική συμπεριφορά μας  σωρεύουμε συμφορές.

«Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν ἐπί τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν εἰ ἔστι συνιών ἤ ἐκζητῶν τόν Θεόν» καί διεπίστωσεν ὅτι «Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός» (Ψαλμ. 13,2-3). «Ὁ λάρυγκας τους εἶναι σάν τάφος ἀνοικτός, πού ἀναδίδει βρωμερές, δυσώδεις ἀναθυμιάσεις. Μέ τίς πονηρές γλῶσσες τους ἐπινοοῦν καί ἐκφράζουν δόλια ψεύδη καί  συκοφαντίες. Δηλητήριο φαρμακερῶν ἀσπίδων ὑπάρχει κάτω ἀπό τά χείλη τους. Τό στόμα τους εἶναι γεμᾶτο ἀπό κατάρες καί βλασφημίες ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καί ἀπό δολιότητες καί πικρίες ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων. Τά πόδια τους τρέχουν μέ ταχύτητα, γιά νά χύσουν αἷμα. Στούς δρόμους τῆς ζωῆς τους καί στίς πράξεις τους σπείρουν συντρίμματα καί ταλαιπωρίες ἐναντίον ἀθώων. Δέν ἔχουν ψυχική γαλήνη. Δέν γνώρισαν εἰρηνική ζωή μέ τούς ἄλλους, ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτωλότητός τους. Δεν ἔχουν φόβο Θεοῦ».

«Δέν ὑπάρχει οὔτε ἕνας ἄνθρωπος καθαρός ἀπό ρύπου, ἔστω καί ἄν μία ἡμέρα εἶναι ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς του ἐπί τῆς γῆς» (Ἰώβ ιδ΄ 4-5).

Ὁ Προφήτης Ἡσαῒας περιγράφει λακωνικά τήν ἀρρωστημένη κατάστασι τῆς ἀνθρωπότητος καί λέγει ὅτι:

«Πᾶσα κεφαλή (πολιτική ἡγεσία) εἰς πόνον καί πᾶσα καρδία (πνευματική ἡγεσία) εἰς λύπην. Ἀπό ποδῶν ἕως κεφαλῆς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ (τῷ σώματι τῆς ἀνθρωπότητος) ὁλοκληρία» (Ἡσ. α΄ 5-6). Ὁλόκληρο τό σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι μιά πληγή, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν καί τῆς ἀμετανοησίας τῶν ἀνθρώπων.

Οἱ  περισσότερες διανθρώπινες σχέσεις, δέν εἶναι σχέσεις προσωπικές, ἀλλά προσωπειακές. Δηλαδή, οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, στίς σχέσεις  καί τίς συναλλαγές τους μέ τούς ἄλλους, κρύβουν το ἀληθινό τους πρόσωπο. Φοροῦν προσωπεῖον. Ἐμφανίζονται μέ ἕνα ψεύτικον, πλαστόν ἑαυτόν, καί στίς προσωπειακές αὐτές  σχέσεις καί συναλλαγές, συναγωνίζονται ποιός καί πῶς θά ἐξαπατήσῃ καλλίτερα  τόν ἄλλον, χωρίς ντροπή. Ἡ πιό ὀδυνηρή, βέβαια, σχέσις εἶναι ἡ τραγική τῆς συναντήσεως. Δηλαδή  ἕνας τίμιος, ἔντιμος, εἰλικρινής ἄνθρωπος, χωρίς νά κρύβῃ τό ἀληθινό του πρόσωπο, ἔρχεται σέ σχέσι καί συναλλαγή, μέ ἕναν ἀνέντιμον, ἀνειλικρινῆ, δόλιο ἄνθρωπον, πού κρύβει τό ἀληθινό του πρόσωπο, φωράει τό προσωπεῖο τοῦ Ἁγίου καί ἐξαπατᾶ τόν τίμιον καί εἰλικρινῆ συνάνθρωπό του, χωρίς ντροπή, χωρίς κανέναν ἀπολύτως δισταγμόν. Ὑπάρχει βέβαια καί ἡ λυρική τῆς συναντήσεως. Δηλαδή ἡ συνάντησις ἑνός προσώπου μέ ἕνα ἄλλο πρόσωπο, ὅπου στή σχέσι αὐτή πρυτανεύει ἡ ἀλήθεια, ἡ γνησιότητα, ἡ ἐντιμότητα, ἡ εἰλικρίνεια. Δυστυχῶς ὅμως τέτοια σχέσι ἀνθρώπου μέ ἄνθρωπο εἶναι σπάνια, ἤ δέν ὑπάρχει καθόλου. Συνεπῶς σήμερα ποιά πρέπει νἆναι ἡ συμπεριφορά τοῦ Χριστιανοῦ, πρός τούς ἀνθρώπους, πού συμπεριφέρονται ἔτσι;

Ἐπειδή, μακράν τοῦ Χριστοῦ, οἱ διανθρώπινες σχέσεις, εἶναι σχέσεις δολιότητος, Ψευτιᾶς ,Ὑποκρισίας καί ἀπάτης καί εἶναι διακινδύνευσις, ἐπιβάλλεται νά ἔχουμε ὁπωσδήποτε ποιάν τινα ἐπιφύλαξι (reservatio mentalis).

Ἡ ὑπερβολή καί μάλιστα ἡ ἀνεπιφύλακτη διαχυτικότης εἶναι λαθεμένη συμπεριφορά. Ὁ Λαός μας λέει ὅτι «τό περίσσιο χαλάει τό ἴσιο» καί «Ὅποιος καεῖ στό κουρκούτι, φυσάει καί τό γιαούρτι».

Ὁ Κύριος μᾶς συμβουλεύει καί λέγει «Προσέχετε ἀπό τῶν ἀνθρώπων» (Ματθ. ι΄ 17-23). «Προσέχετε δέ τόν ἑαυτό σας ἀπό τό κακό  καί μολυσματικό προζύμι τῶν Φαρισαίων, δηλαδή ἀπό τήν ὑποκρισία τους, ἡ ὁποία, κάτω ἀπό τό φαινόμενο τῆς ἀληθείας καί ἀρετῆς, ὑποκρύπτει τήν πλάνην καί τήν διαφθοράν» (Λουκ. ιβ΄ 1). Καί μᾶς καλεῖ νά ἐξέλθουμε ἀπό τή Βαβυλῶνα: «ἔξελθε ἐξ αὐτῆς ὀ λαός μου» (Ἀποκ. ιη΄4). Δέν ἐπιτρέπεται ὁ Χριστιανός νά ἔχῃ  στενές σχέσεις μέ τούς ἐμμένοντας εἰς τήν εἰδωλολατρίαν. Γι’ αὐτό λεγει: «ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀφορισθητε, λέγει Κύριος, καί ἀκαθάρτου μή ἅπτεσθε, κἀγώ εἰσδέξομαι ὑμᾶς. Καί ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καί ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱούς καί θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ» (Β΄Κορινθ. στ΄ 17-18).

Ὁ Προφήτης Δαβίδ μᾶς συμβουλεύει: «Μή πεποίθατε ἐπ’ ἄρχοντας, ἐπί υἱούς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία» (Ψαλμ. 145,3). Καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς συμβουλεύει νά μήν ἔχουμε ἐμπιστοσύνη οὔτε στόν ἑαυτό μας. Ἀπό ὅσα ἔχουμε ὑποφέρει στή ζωή μας καταλήγουμε στό συμπέρασμα αὐτό, «ἵνα μή πεποιθότες ὦμεν ἐφ’ ἑαυτοῖς, ἀλλ’ ἐπί τῷ Θεῷ τῷ ἐγείροντι τούς νεκρούς» (Β΄Κορινθ. α΄ 9).

Δύο χιλιάδες καί πλέον χρόνια ἔχουν περάσει ἀπό τότε, πού ὁ Θεός, διά φιλανθρωπείαν, «ἐπί τῆς γῆς ὤφθη καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη». Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ «σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του ἐκηρύχθη καί κηρύσσεται πάσει τῇ κτίσει, εἰς πάντα τά ἔθνη, εἰς τόν κόσμον ἅπαντα. Καί μακροθυμῶν «ἵσταται ἐπί τήν θύραν καί κρούει» Καί   μέ ἀνέκφραστη καί ἀνεκλάλητη ὑπομονή  περιμένει τήν ἐπιστροφή μας κοντά Του. «Πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄Τιμόθ. β΄ 4).

          Εἶναι ὁ Ἕνας, ὁ μοναδικός,ὁ ἀσύγκριτος.
Ὁ Ἐξουσιαστής.

Ὁ Ἄρχων τῆς εἰρήνης.

Εἶναι «ὁ Ἀμήν», ἡ αὐτοαλήθεια.

Εἶναι ὁ μόνος, πού μᾶς ἔχει ἀπομείνει.

Εἷναι «ὁ μάρτυς ὁ πιστός καί ἀληθινός,

ἡ ἀρχή τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ» (Ἀποκ. γ΄ 14)

Αὐτός εἶναι «ὁ δι’ οὗ τά πάντα ἐγένετο» (Ἰωάν. α΄ 3).

Εἶναι ὁ Μόνος πιστός, πού μᾶς ὑπόσχεται,

καί πάντοτε τηρεῖ  τίς ὑποσχέσεις Του.

Μᾶς ὑποσχέθηκε λύτρωσι ἀπό τά δεινά,

πού σωρεύει στήν ψυχή καί τή ζωή μας

ἡ ἁμαρτία. Ὁ πρᾷος καί γλυκύς Ἰησοῦς,

δέν μᾶς ἐξαναγκάζει νά Τόν ἀκολουθήσουμε.

Ὅποιος θέλει δέχεται τή λύτρωσι.

Ὅταν ἀκούσῃ, δηλαδή τή, γλυκύτερη

κι’ ἀπό τό μέλι, φωνή τοῦ Θεανθρώπου,

καί ἀνοίξῃ διάπλατα τή θύρα τῆς ψυχῆς του,

τότε εἰσέρχετ’ ὁ Χριστός καί βασιλεύει ἐντός μας.

Μέγα κι’ ἀνεξίχνίαστο εἶναι τό μυστήριο

τῆς θείας Οἰκονομίας!  

Ποιός ἄλλος μᾶς ἀγάπησε

μέχρι Σταυροῦ καί θανάτου;

Ποιός ἄλλος μᾶς λούζει μέ τό αἷμα Του

καί μᾶς καθαρίζει ἀπό κάθε ἁμαρτία;

Εἷναι ὁ Ἕνας ὁ Μοναδικός, ὁ ἀσύγκριτος

ὁ ἀνθρωποκυνηγός. Τό ὑπερκόσμιον καί

ἀπρόσιτον Πρόσωπον, πού ἄφησε τό Θεϊκό Του

Θρόνο, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού καταδέχθηκε

καί ἔγινε, γιά χάρι μας καί Υἱός ἀνθρώπου.

Τοῦτο τό μυστήριο δέν τό χωράει ὁ νοῦς μας.

Νοιώθεις τή μεγάλη αὐτή τιμή,

Φίλε, συνοδοιπόρε;

Νοιώθεις, ἀγαπημένε σύντροφε, τήν ἄφατη

Στοργή, τήν ἄπειρη Ἀγάπη;

Σ’ αὐτή τή Συγκατάβασι καί τή Φιλανθρωπία,

δέν εἶναι δυνατόν ποτέ, νά δώσουμ’ ἑρμηνεία.

Μιά μόνο ὑπάρχει πρόσβασι, σκιωδῶς,

 νά προσεγγίσουμε τοῦτο τό παράδοξο,

 τ’ ἀπρόσιτο καί ξένο, τῆς ἐνθέου Δόξης Μυστήριον.

Μέ τόν πυρῆνα τῆς ψυχῆς, τήν ὀρθόδοξη Πίστι,

ἀξιώνεται ὁ πιστός, πραγματικά νά νοιώσῃ,

τίς ἀπερίγραπτες καί  ἄφθονες δωρεές

τῶν ἐνεργειῶν τῆς ἄπειρης ἀγάπης τοῦ Κυρίου

και Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Μέ καθαρή καρδιά, ἀπό κάθε ρύπο ἀπαλλαγμένη,

στή συνάντησι μέ τό Χριστό, ὡς πρόσωπον μέ τό

ὑπερκόσμιον πρόσωπον, θά νοιώση τή Χαρά

τῆς λυρικῆς τῆς συνατήσεως, πού εἶναι καί ἡ

μοναδική προσωπική,  γνήσια συνάντησι,

πού μπορεῖ νά ὐπάρξῃ.

Εἷναι καιρός νά συνειδητοποιήσουμε

πόσο πολύ ἀπομακρυνθήκαμε

ἀπό τήν Πηγήν τοῦ ζῶντος ὕδατος.

 Ἡ αἰτία ὅλων τῶν δεινῶν καί τῶν πληγῶν

τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι οἱ ἁμαρτίες μας.

Οἱ περισσότεροι δύσμοιροι καί ἀξιοθρήνητοι

συνάνθρωποί μας ἀρνοῦνται τόν ἀληθινόν Θεό

καί λατρεύουν τό Βόρβορο, τό Μαμωνᾶ, τό Χρῆμα.

Διά τοῦτο καί ὁδεύουμε ὁλοταχῶς πρός τήν

ἄβυσσο τῆς αἰώνιας Ὀδύνης καί τῆς βέβαιης

αὐτοκαταστροφῆς μας.

Εἶναι ἀνάγκη τῶν καιρῶν, πρίν νά εἶν’ ἀργά,

νά βροῦμε τόν πραγματικό μας ἑαυτό καί

νά καταλάβουμε καλά τά λάθη μας, τά

ἀτοπήματά μας καί νά μετά-νοήσουμε καί,

εἰλικρινά μετανοιωμένοι, νά ἐπιστρέψουμε

στό Χριστό, πού εἶναι ἡ ζωή μας καί

ἡ εἰρήνη μας, ὁ μοναδικός  Σωτήρας

καί Λυτρωτής τοῦ κόσμου. Καί ὅπως λέει

ὁ ποιητής  νά καταλάβουμε ὅτι ἀφοῦ

«πήραμε τή ζωή μας λάθος,

νά ἀλλάξουμε ζωή».

Κι’ αὐτό σίγουρα θά συμβῇ,

ὅταν ἀποφασίσουμε,

ὅλοι μαζί νά ζήσουμε,

μέ γνήσια ἀγάπη.

Ὑπάρχουν, δυστυχῶς, γύρω μας,

πολλοί «δέσμιοι τῆς γῆς», «δέσμιοι

σκότους καί μακρᾶς πεδῆται νυκτός».

Ἀμέτρητη λάσπη καί πολλοί ἄμυαλοι,

δυστυχισμένοι συνανθρωποί μας, πού

τούς ἀρέσῃ νά κυλίωνται στό βοῦρκο,καί

ὄχι μόνον δέν μετανοοῦν, ἀλλά, δυστυχῶς,
καί πολεμοῦν τό Χριστό καί τήν Ὀρθοδοξία.

Εἶναι ἐμπεπηγμένοι «εἰς ἰλύν βυθοῦ»,

αἰχμάλωτοι στά δίκτυα τοῦ Μαμωνᾶ

καί τῆς Παραφροσύνης.

Ταλαίπωροι θνητοί, πεπωρωμένοι,

ἀσυλόγιστα κατατυραννοῦν τούς

συνανθρώπους τους  καί,  ἀνερυθριάστως,

ὑβρίζουν τό Θεό καί ἀνατρέπουν τήν

ἱεραρχία τῶν Ἀξιῶν.

Λησμονοῦν, οἱ δύσμοιροι καί ἄφρονες

ὅτι «τεθνήκασι καί θνήσκουν οἱ ζητοῦντες

τήν ψυχήν τοῦ Παιδίου» καί ὅτι ὁ Χριστός

«ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ» καί ὅτι

«μέλλει ποιμένειν πάντα τά ἔθνη ἐν

ῥάβδῳ σιδηρά».

Ξεχνοῦν, οἱ ἄμυαλοι, ὅτι  εἶναι πολύ

«σκληρόν τό πρός κέντρα λακτίζειν».

Λησμονοῦν ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι

 ὁ Θεός τῶν θεῶν καί ὁ Κύριος τῶν κυρίων.

Ξεχνοῦν ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ λίθος ὁ ζῶν,

ὁ ἔντιμος, ὁ ἐκλεκτός.

Ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος ὁλόκληρης

τῆς Οἰκοδομῆς, τῆς Ἐκκλησίας Του.

Λησμονοῦν ὅτι ὁ Θεός ἡμῶν εἶναι «πῦρ

καταναλίσκον». Εἶναι φωτιά πού φλογίζει,

κατακαίει καί καταστρέφει τούς  ἀσεβεῖς,

πού δέν μετανοῦν, ἀλλά εἶναι καί φῶς, πού

φωτίζει καί θερμαίνει καί ζωοποιεῖ τούς εὐσεβεῖς.

Ξεχνοῦν οἱ ἄφρονες ὅτι Αὐτός καί μόνον

Αὐτός θυσιάζεται γιά μᾶς.

Αὐτός καί μόνον Αὐτός ἁμαρτωλῶν ἡμῶν ὄντων,

ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανε. Αὐτός «ἐσταυρώθη δι’ ἡμᾶς

 καί ἑκών ἐτάφη καί Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν

τοῦ σῶσαι τά Σύμπαντα»

Λησμονοῦν, οἱ ἀχάριστοι, ὅτι οἱ πάντες

ὀφείλομεν « εἰς Αὐτόν σιωπηλή, εὐλαβική

προσκύνησι καί ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ λατρεία».

Γι’ αὐτό κι’ ἐγώ τώρα, ταπεινά, θά θυμίσω

Σέ ὅλους μας,  ὅτι ὁ δι’ ἡμᾶς σταυρωθείς

καί ταφείς καί Ἀναστάς Χριστός εἶναι

ἄπειρη ἀγάπη καί ἄπειρη Δικαιοσύνη, θά

ἔλθῃ δέ σύντομα καί θά ἀποδώσῃ στόν

καθένα ἀνάλογα μέ τά ἔργα του. Καί

ἄς μή ξεχάσῃ ἀπολύτως κανείς ὅτι

Αὐτός, ὁ λίθος ὁ ζῶν, ὁ ἀκρογωνιαῖος

Εἶναι ὀ αἰώνιος καί ὁ μοναδικός Νικητής.

«Καί ὁ πεσών ἐπί τόν λίθον τοῦτον

Συνθλασθήσεται· ἐφ’ ὅν δ’ ἄν πέσῃ,

λικμήσει αὐτόν» (Ματθ. κα΄ 44).






Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

πρόγραμμα Αυγούστου


Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

.


Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Λύχνος-Οφθαλμός

Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Ο ΛΥΧΝΟΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΟΦΘΑΛΜΟΣ 3ον


«Εἰ οὖν τό φῶς τό ἐν σοί σκότος ἐστί,
τό σκότος πόσον;»





Στήν ἀνοδική μας πορεία ἀπό γῆς πρός οὐρανόν, συναντᾶμε πολλά ἐμπόδια, ἀγκάθια καί τριβόλους. Δέν ἔχουμε νά παλαίψουμε μόνο, μέ τόν κακό μας ἑαυτό, πού εἶναι καί ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός μας, ἔχουμε νά ἀντιμετωπίσουμε καί τόν κόσμο, πού «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται», ἀλλά καί τό Διάβολο. Καί, δυστυχῶς, «ὁ ἀντίδικος ἡμῶν διάβολος ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 8). Στήν Πάλη μας, στόν ἀγῶνα μας, ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε ἀνάγκη νά ἔχουμε  τόν λύχνον, τόν ὀφθαλμόν τῆς ψυχῆς ὑγιῆ, ἀθόλωτο τόν νοῦν καί ἀνεπτυγμένο τό χάρισμα τῆς διακρίσεως. ἕχουμε ἀνάγκη ἀπό νοῦν ἡγεμόνα, κατά παθῶν ὀλεθρίων. Ἐάν δέν ἔχουμε ὑγιῆ τόν ὀφθαλμόν τῆς ψυχῆς, θά εἴμαστε βυθισμένοι στό σκοτάδι τῶν παρανοήσεων, τῆς συγχύσεως καί τῆς ἀδιακρισίας. Δέν θά μπορέσουμε ποτέ, μέ σύντροφο τό σκότος, μέ θολωμένο τό νοῦ νά νικήσουμε τό Κακόν καί νά νεκρώσουμε τά μέλη ἡμῶν τά ἐπί τῆς γῆς. Θἄμαστε ἐμπεπηγμένοι «εἰς ἰλύν βυθοῦ», δέσμιοι τῆς γῆς, κατάκοιτοι στή χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου.
Κάθε κακία, κάθε βρωμερό πάθος,  ὅπως ὁ Ἐγωϊσμός, φιλοχρηματία, ἡ πλεονεξία, πού εἶναι εἰδωλολατρία, ἔπαρσις, ὁ Φαρισαϊσμός, ἡ Ψευτιά, Ὑποκρισία καί πολλά ἄλλα πάθη, εἶναι παγίδες τοῦ Σατανᾶ, πού ἐπιφέρουν τήν ψυχική τύφλωσι. Τυφλώνεται ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς, καί ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος ὄντως βυθίζεται στό σκοτάδι. Γι’αὐτό καί ὁ Κύριος λέγει:




«Εἰ οὖν τό φῶς τό ἐν σοί σκότος ἐστί, τό σκότος πόσον;»


Σατανᾶς στήνει τίς παγίδες του καί ὁ ἄνθρωπος, πού ἔχει βλαμμένα τά μάτια τῆς ψυχῆς ἀπό τά πάθη δέν βλέπει. Χρειάζεται νά ἔχῃ ὑγιῆ τόν ὀφθαλμόν τῆς ψυχῆς, ἀθόλωτο τόν νοῦν , καθαρή τήν καρδιά. Χρειάζεται φῶς, γιά νά μπορέση νά ξεφύγῃ ἀπό τίς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ, πού ἐπιφέρουν «σκότωσι λογισμόν καί ταραχήν διανοίας». Ὁ Ὅσιος Ἀμμωνᾶς συμβουλεύει: «Φύλαξον τούς ὀφθαλμούς σου καί ἡ καρδία σου οὐ μή ἴδῃ πονηρά» (ΒΕΠΕΣ  40,70, 5).

Ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς δέν εἶναι, στήν οὐσία του, φῶς, ἀλλά εἶναι δεκτικός φωτός. Ὁ φωτισμένος νοῦς, ὅπως ἔχουμε πῆ, καθιστᾶ ὁλόκληρη τήν ψυχή φῶς. Τότε ἡ ψυχή, σάν φῶς, δέχεται τόν Κύριό της καί γίνεται κατοικητήριον καί Θρόνος Θεοῦ.





«Ἡ γάρ ψυχή», λέγει ὁ Ἅγιος Μακάριος, «ἡ καταξιωθεῖσα κοινωνῆσαι τῷ Πνεύματι τοῦ φωτός αὐτοῦ καί καταλαμφθεῖσα ὑπό τοῦ  κάλλους τῆς ἀρρήτου δόξης αὐτοῦ, ἑτοιμάσαντος αὐτήν ἑαυτῷ εἰς καθέδραν καί οἰκητήριον, ὅλη φῶς γίνεται, καί ὅλη πρόσωπον, καί ὅλη ὀφθαλμός· καί οὐδέν αὐτῆς μέρος μή γέμον τῶν πνευματικῶν ὀφθαλμῶν τοῦ φωτός·  τοὐτ’ ἔστιν οὐδέν ἐσκοτισμένον, ἀλλ’ ὅλη δι’ ὅλου φῶς καί πνεῦμα ἀπεργασθεῖσα, καί ὅλη ὀφθαλμῶν γέμουσα, μή ἔχουσα δέ ὕστερόν τι ἤ ὄπισθεν μέρος, ἀλλά πάντῃ κατά πρόσωπον τυγχάνει οὖσα, ἐπιβεβηκότος ἐπ’ αὐτήν καί ἐπικαθεσθέντος τοῦ ἀρρήτου κάλλους τῆς δόξης τοῦ φωτός τοῦ Χριστοῦ» (Ὁμιλ. Πνευματ. Α΄ παρ. β΄ ΒΕΠΕΣ 41, 146, 5-14).

Ὁ Δίδυμος ὁ Ἀλεξανδρεύς, στήν Ἑρμηνεία τοῦ Ψαλμοῦ 17, 29 σημειώνει: «Τό δεκτικόν φωτός τῆς ψυχῆς μόριον, ἥτοι δύναμις, τοὐτ’ ἔστιν ὁ νοῦς, ὅ καί λογιστικόν τινές καλοῦσιν, λύχνος αὐτῆς εἶναι λέγεται· οὐκ ὤν αὐτός κατ’ οὐσίαν φῶς, ἀλλά φωτός δεκτικός· τό δέ σκότος αὐτῆς τό θυμοειδές καί ἐπιθυμητικόν ἐστιν· ὅτ’ ἄν οὖν ὁ νοῦς φωτισθῇ ὑπό τοῦ Κυρίου, μεταδόντος αὐτῷ τῶν ἰδίων αὐγῶν, τό τηνικάδε (ἐκείνη τήν ὥρα)  καί τά τῆς ψυχῆς ἄλογα κινήματα φωτίζεται ἐπιστημονικῶς ἐπιτελούμενα·  οὐχ ὅτι ἐξ αὐτῶν τά ἄλογα μετέχει φωτός (ἐπιστήμης γάρ ἀνεπίδεκτα), ἀλλ’ ὅτι ὑπό τοῦ πεφωτισμένου, ὑπό ἐπιστήμης καί ἀρετῆς, ὅν δεῖ τρόπον ἄγονται. Ὅτ’ ἄν οὖν ὑπό τοῦ Κυρίου φωτισθῇ ὁ νοῦς, ὅς εἴρηται λύχνος, ἀναγκαίως ἀκολουθήσει καί τό φωτισθῆναι τό εἰρημένον ἡμῶν σκότος. Εἰ δέ τό ἐν ἡμῖν πεφυκός φωτίζεσθαι, τοὐτ’ ἔστιν ὁ νοῦς, δι’ ἄνοιαν καί ἀνεπιστημοσύνην σκότος εἴη, πολλῷ πλέον αἱ ἄλογοι τῆς ψυχῆς δυνάμεις, οὐκ ἔχουσαι πεφωτισμένον ἡγεμόνα, ἐπιτεταγμένον εἶεν σκότος. Καί τοῦτό ἐστιν ὅ φησιν ὁ Σωτήρ· «Εἰ οὖν τό ἐν σοί φῶς σκότος ἐστίν, τό σκότος πόσον(ΒΕΠΕΣ 45, 78,37-79,14).



Ὁ Ἅγιος Μακάριος κάνει ἕναν εὔστοχο παραλληλισμό. Ὅπως, λέγει, ὅταν οἱ ὀφθαλμοί τοῦ σώματος εἶναι ὑγιεῖς, ὅλο τό σῶμα φωτίζεται, ἐνῷ ὅταν οἱ ὀφθαλμοί εἶναι βλαμμένοι ὅλο τό σῶμα βυθίζεται στό σκοτάδι, ἔτσι συμβαίνει καί στόν κόσμο. Οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Ποιμένες καί οἱ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας καί γενικά ὅλοι οἱ Μαθητές τοῦ Χριστοῦ τιμήθηκαν ἀπό τόν Κύριο καί κατεστάθηκαν φῶς ὅλου τοῦ κόσμου. Ἐάν ἐμεῖς πού εἴμαστε φῶς τοῦ κόσμου σκοτισθοῦμε, σέ πόσο σκοτάδι θά βυθισθῇ ὁ κόσμος, πού εἶναι σκότος;

«Τό σκότος πόσον;»

«Ὥσπερ γάρ τοῦ σώματος οἱ ὀφθαλμοί φῶς εἰσι, λέγει ὁ ἅγιος,  καί ἐπάν οἱ ὀφθαλμοί ὑγιεῖς ὦσιν, ὅλον τό σῶμα
πεφώτισται· ἐπάν δέ παρεμπέσῃ τι καί σκοτισθῶσιν, ὅλον τό σῶμα σκοτεινόν ἐστιν· οὕτως  οἱ ἀπόστολοι ὀφθαλμοί καί φῶς ὅλου τοῦ κόσμου ἐτέθησαν. Ἔλεγεν οὖν παραγγέλλων ὁ Κύριος· Ἐάν ὑμεῖς στῆτε, καί μή παρατραπῆτε, φῶς ὄντες τοῦ σώματος, ἰδού ὅλον τό σῶμα πεφώτισται τοῦ κόσμου. Εἰ δέ ὑμεῖς οἱ ὄντες φῶς σκοτισθῆτε, τό σκότος πόσον, ὅ ἐστιν ὁ κόσμος; Φῶς οὖν γενόμενοι οἱ ἀπόστολοι, φῶς διηκόνησαν τοῖς πιστεύσασι, τάς καρδίας αὐτῶν φωτίσαντες τῷ ἐπουρανίῳ τοῦ Πνεύματος φωτί, ᾧπερ καί αὐτοί πεφωτισμένοι ἐτύγχανον» (Μακαρίου, Ὁμιλ. Πνευμ. Α΄, δ΄  ΒΕΠΕΣ 41,147,37-148,8). 


Ἀπόστολος Παῦλος παρακαλεῖ τό Θεό νά  φωτίσῃ τά μάτια τῆς ψυχῆς τῶν πιστῶν, γιά νά γνωρίσουν ποιά καί πόσα εἶναι τά ἐλπιζόμενα ἀγαθά, τά ὁποῖα μᾶς καλεῖ νά ἀπολαύσουμε καί ποιός εἶναι ὁ πλοῦτος τῆς δόξης, πού ὥρισεν ὁ Θεός κληρονομίαν τῶν Χριστιανῶν (Ἐφεσ. α΄ 18 ἑξ.).

Εἶναι φοβερό νά ζῇ κανείς στό σκοτάδι. «Καί γλυκύ τό φῶς  καί ἀγαθόν τοῖς ὀφθαλμοῖς τοῦ βλέπειν σύν τόν ἥλιον» (Ἐκκλησ. ια΄7). Τό νά βλέπῃ κανείς εἶναι γλυκό καί εὐχάριστο στά μάτια. Νά βλέπῃ τόν ἥλιο, δηλ. νά ζῇ. Νά βλέπῃ τό φῶς τῆς ἡμέρας καί μάλιστα τό φῶς τῆς ζωῆς. Πολύ δέ πιο γλυκό εἶναι νά ἔχῃ φωτισμένο νοῦ, νά βλέπῃ τό Χριστό, πού εἶναι τέλειο φῶς, τό ἀληθινόν φῶς, ἡ ἀληθινή πηγή τοῦ φωτός, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο, πού ἔρχεται στόν κόσμο (πρβλ. Ἰωάν. α΄ 9).

«Ὀφθαλμός δέ ἐστιν ὁ τά ἀόρατα ὁρῶν ὁ νοῦς ἡμῶν, ἡ καθαρά καρδία, ἥτις καί τόν Θεόν  βλέπει» (Διδ. Ἀλεξανδρέως εἰς ψαλμ. ΒΕΠΕΣ 46, 44, 33-34). «Λέγεται ὀφθαλμός ψυχῆς ὁ νοῦς αὐτῆς» (τοῦ αὐτοῦ, ΒΕΠΕΣ 50,193,23). « Εἰ γάρ  ὁ ὀφθαλμός τοῦ σώματος, τοὐτ’ ἔστιν ὁ νοῦς, ὀφείλων εἶναι λύχνος ἐστέρηται φωτός, πολλῷ πλέον τό ἄλλο, ἵν’ οὕτως εἴπω, σῶμα τῆς ψυχῆς σκότος ὑπάρχει· σῶμα δέ οὐχ ὅ περίκειται ἀνθρώπινον, ἀλλά τό κατά τήν ἄλογον σύστασιν αὐτῆς τυγχάνον» (τοῦ αὐτοῦ, ΒΕΠΕΣ 45,79,14-17).

Πράγματι ἀπερίγραπτο εἶναι τό σκοτάδι μεσα στό ὁποῖο βυθίζεται ὁ ἄνθρωπος, ὅταν χάνει τό φῶς του. Ἀλλά δέν εἶναι τόσο τρομερό τό φυσικό σκοτάδι, ὅσο τό ἠθικό, τό πνευματικό σκοτάδι. Ὑπάρχουν δέ πολλοί ἄνθρωποι, πού ἔχουν ὑγιέστατους τούς ὀφθαλμούς τοῦ σώματος, ἀλλά ἔχουν βλαμμένους  τούς ὀφθαλμούς τῆς ψυχῆς. Εἶναι δέ ἀναντίρρητη ἀλήθεια ὅτι αὐτοί , πού ἔχουν πονηρό ὀφθαλμό, σκοτισμένο ἀπό τά πάθη νοῦ, εἶναι τυφλοί, γιατί δέν βλέπουν τό φῶς τῆς ζωῆς, δέν βλέπουν Θεοῦ πρόσωπον. Κι’ ὅταν δέν βλέπουν τό Θεό, πῶς εἶναι δυνατόν νά δοῦν τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τόν συνάνθρωπό τους; Μέ τή θέλησί τους παραμένουν στό σκοτάδι. Μισοῦν τό φῶς. Καί ἔχουν περάσει τόσοι αἰῶνες ἀπό τότε, πού ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, γιά νά διαλύσῃ τά σκοτάδια τῶν παρανοήσεων καί τῆς Παραφροσύνης, κι’ αὐτοί δέν ἔρχονται πρός τό Φῶς καί συνεχίζουν, μέ λυσσώδη μανία, νά διαπράττουν τά ἔργα τοῦ σκότους καί να σωρεύουν συμφορές στήν ἀνθρωπότητα καί νά κάνουν θρίαμβο, πάνω στά νωπά αἵματα τῶν ἀθώων θυμάτων τους.


























Βογγοῦν καί στεναζουν, κάτω ἀπό τό οὐράνιον θυσιαστήριον αἱ ψυχαί τῶν ἀδίκως ἐσφαγμένων διά τῶν λόγον τοῦ Θεοῦ καί διά τήν μαρτυρίαν τοῦ Ἀρνίου ἥν εἶχον· καί κράζουν φωνή μεγάλη λέγοντες· Ἕως πότε, ὁ Δεσπότης ὁ ἅγιος καί ὁ ἀληθινός, οὐ κρίνεις καί ἐκδικεῖς τό αἷμα ἡμῶν ἐκ τῶν κατοικούντων ἐπί τῆς γῆς;» (Ἀποκ. στ΄ 9-10) Ἕως πότε θά περιμένουμε νά δικάσῃς τούς σκοταδιστές, νά ἀποδώσῃς δικαιοσύνη γιά τό ἀδικοχυμένο αἷμα μας; Καί ὁ μακρόθυμος καί ἀνεξίκακος Κύριος ζητεῖ ἀπό τούς Ἁγίους  Του, ἵνα ἀναπαύσωνται ἔτι χρόνον μικρόν,...» (Ἀποκ. στ΄ 11). Ἄφατη εἶναι ἡ Μακροθυμία τοῦ Θεοῦ καί ἀνέκφραστη ἡ συγκατάβασίς Του. Καί συνεχῶς κρούει τήν θύραν ἐρχόμενος νά φωτίσῃ τό σκότος. Προσεγγίζει τό ἐν ἡμῖν ἔμφυτον καί ὅμοιον Αὐτῷ στοιχεῖον, τό θεῖον ἐμφύσημα, καί καλεῖ ὅλους μας νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του  καί νά γίνουμε  μέτοχοι τοῦ ἀνεσπέρου Φωτός.
                  Ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω...
Ἀναμφισβήτητα εἶναι συγκλονιστική καί πικρή ἡ διαπίστωσις τοῦ Κυρίου, γιά τή σκληρότητα καί τήν ἀμετανοησία τῶν ἀνθρώπων, πού κλείνουν ἑρμητικά τή θύρα τῆς ψυχῆς τους καί δέν ἀφήνουν νά μπῆ μέσα τους τό Φῶς, καί λέγει: «Εἰς κρῖμα ἐγώ εἰς τόν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μή βλέποντες βλέπωσι καί οἱ βλέποντες τυφλοί γένονται. Καί ἤκουσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων ταῦτα οἱ ὄντες μετ’ αὐτοῦ, καί εἶπον αὐτῷ· μή καί ἡμεῖς τυφλοί ἐσμέν; Εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· εἰ τυφλοί ἦτε, οὐκ ἄν εἴχετε ἁμαρτίαν·  νῦν δέ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει» (Ἰωάν. θ΄ 39-41).

 Ἀναγκαῖος ὁ καθημερινός ἐνσυνείδητος αὐτοέλεγχος.

Ἕνας ἐνσυνείδητος αὐτοέλεγχος, μέ τή βοήθεια τοῦ Ψυχοθεραπευτοῦ-Ἐξομολόγου, θά βοηθοῦσε ἀσφαλῶς τόν καθένα μας νά διαπιστώσῃ, ἐάν εἶναι ὄχι πραγματικά τυφλός. Ἡ διαπίστωσις αὐτή θά ὡδηγοῦσε στήν αὐτογνωσία καί τήν ἑτερογνωσία, καί δι’ αὐτῶν στή θεογνωσία, στό ἀληθινόν Φῶς τῆς ὄντως ζωῆς.
Δυστυχῶς δίνουμε στήν καθημερινή μας ζωή προτεραιότητα εἰς τήν ἀγχώδη βιοτική μέριμνα, γιά τήν ἀπόκτησι περισσοτέρων ὑλικῶν ἀγαθῶν, στό θησαυρισμό στή γῆ, στήν ἀπόκτησι  κοσμικῶν ἀξιωμάτων, στίς ἡδονές τοῦ βίου, στήν ματαιότητα, καί δέν προσέχουμε, παραμελοῦμε τελείως «τήν ἐπιμέλεια καί τήν τελείωσι τῆς ψυχῆς», δέν ἐπιζητοῦμε τόν θεῖον φωτισμόν. Δέν δίνουμε τήν καρδιά μας στό Θεό, ἀλλά στόν κόσμο, πού εἶναι σκότος. «Ὅτι πᾶν τό ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκός καί ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καί ἡ ἀλαζονία τοῦ βίου» (Α΄Ἰωάν. β΄ 16). Αὐτή εἶναι ἡ πικρή ἀλήθεια. Ἔτσι ἀφήνουμε ἀφύλακτες τίς θύρες καί εἰσέρχεται στήν ψυχή καί τή ζωή μας τό σκοτάδι, ὁ θάνατος.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης ἐρωτᾶ: «Τίς κατά τόν ὀφθαλμῶν ἀναμάρτητος;» (ΒΕΠΕΣ, 66,364,4). Καί ὁ Μέγας Βασίλειος καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος, βαθεῖς ἀνατόμοι τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καί τῶν ἀδυναμιῶν της, βροντοφωνάζουν, σέ κάθε Λειτουργία, γιά νά μᾶς ἀφυπνίσουν: «Τάς Θύρας, τάς Θύρας. Ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν». Καί «Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετά φόβου».





Μᾶς συνιστοῦν νά προσέξουμε τίς θυρίδες, διά τῶν ὁποίων εἰσέρχεται στήν ψυχή καί τή ζωή μας ὁ θάνατος. Μᾶς  συνιστοῦν νά νεκρώσουμε τίς αἰσθήσεις, νά ἔχουμε ὑγιῆ τόν ὀφθαλμόν τῆς ψυχῆς, νά ἔχουμε νοῦν θυρωρόν καί μέ διάκρισι καί σύνεσι νά ἐγκολπωθοῦμε τόν Χριστόν καί τήν ὀρθόδοξον Πίστιν, ὥστε νά μετέχουμε συνειδητά εἰς τό Μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας. Νά ἀπομακρύνουμε τήν ψυχή μας ἀπό τά κοσμικά, καί μέ προσηλωμένο μας στό Θεό καί τήν «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» λατρεία Του, νά στρέψουμε τόν νοῦ καί τήν ψυχή μας, «εἰς τήν τῶν νοητῶν ἐποψίαν», κατά τόν Ἅγιον Μάξιμον.







Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης γνωρίζει καλά «τό εὐόλισθον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως» καί τονίζει ὅτι «τῷ ὄντι πολλῶν θανάτων εἴσοδος γίνεται πολλάκις ὁ  ὀφθαλμός, πού βλέπει τό θυμωμένο καί ξεσηκώνεται κι’ αὐτός σέ ἴσο θυμό ἤ αὐτόν, πού εὐημερεῖ χωρίς νά ἀξίζει καί καίγεται ἀπό τό φθόνο, ἤ κάποιον πού ὑπερηφανεύεται καί πέφτῃ σέ μῖσος ἐναντίον του ἤ βλέπει κάποιαν ὕλη μέ ὡραῖο χρῶμα ἤ βλέπει μια ὡραιότερη διάπλασι τοῦ προσώπου κάποιου καί παρασύρεται στήν ἐπιθυμία ἐκείνου, που τοῦ ἄρεσε» (Λόγ. Ε΄ εἰς τήν Προσευχήν ΒΕΠΕΣ 66,364,11-16). Τό ἴδιο εἰσέρχεται ὁ θάνατος καί μέ τό αὐτί καί μέ τή γεύσι καί μέ τήν ἀφή.
Εἷναι καί παραμένη «πονηρός» ὁ ὀφθαλμός τοῦ ἀνθρώπου, πού δέν δέχεται τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ. Καί μολονότι ἡ τύφλωσις τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ μεγαλύτερη δυστυχία, οἱ περισσότεροι ἀπό μᾶς πολλές φορές κυριευόμαστε π. χ. ἀπό τή φιλοπλουτία καί ἐμπίπτουμε «εἰς πειρασμόν καί παγίδα καί ἐπιθυμίας πολλάς καί ἀνοήτους καί βλαβεράς, αἵτινες βυθίζουσι τούς ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καί ἀπώλειαν» (Α΄Τιμόθ. στ΄ 9). Βυθιζόμαστε σέ πυκνό, βαθύ σκοτάδι.

Πονηρός ὀφθαλμός εἶναι ὁ τά φαῦλα πράσσων.

«Ὁ πονηρός ὀφθαλμός», εἶναι γεγονός, στρέφεται πρός τά γήϊνα. Ἐπιδιώκει τό θησαυρισμό στή γῆ, γιά τόν ἑαυτό του, εἶναι ἐγωϊστής, ἀγαπᾶ τήν κοσμική δόξα, τή ματαιότητα. Βλέπει πονηρά. Ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στά φαῦλα καί πονηρά ἔργα καί τόν βυθίζει στό σκοτάδι. Ὁ πονηρός ὀφθαλμός μισεῖ τό φῶς. Καθηλώνεται στήν Ὕλη καί στά ὑλικά. Κυλίεται στή λάσπη. Προσηλώνεται στίς ματαιότητες τοῦ κόσμου. Ἀρνεῖται τόν ἀληθινό Θεό.


                             Σύγχρονος Θεός ὁ Μαμωνᾶς

Λατρεύει τό Βόρβορο.

Ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, στήν Ἑρμηνεία τῶν Εὐαγγελίων (Ματθ. στ΄22-23) σημειώνει ὅτι ὁ Κύριος «Τοῦτο φησιν, ὅτι Ἐάν προσηλώσῃς τόν νοῦν σου τῇ τῶν χρημάτων φροντίδι, ἔσβεσας τόν λύχνον, ἐσκότισας σου τήν ψυχήν. Ὥσπερ γάρ ὀφθαλμός ἁπλοῦς, τοὐτέστιν ὑγιής, ὧν, φωτίζει τό σῶμα, ἐάν δέ πονηρός ᾖ τοὐτέστι νοσώδης, σκοτίζει, οὕτω καί ὁ νοῦς  τυφλοῦται ὑπό τῆς φροντίδος. Εἰ δέ ὁ νοῦς σκοτισθείη, ἡ ψυχή σκότος γίνεται, καί πολλῷ μᾶλλον τό σῶμα»(Migne, P.G.123,208B).

«Σκόπει οὖν μή τό φῶς τό ἐν σοί σκότος ἐστίν» (Λουκ.ια΄35).

Καί πραγματικά «ὁ πονηρός ὀφθαλμός» εἶναι σκότος. Ὑπάρχει μεγαλύτερο σκοτάδι ἀπό τό φθόνο; Τί ἄλλο εἶναι ἡ βασκανία, ἡ φιλοχρηματία, ἡ φιλία τῆς Ὕλης, ἡ ὑποδούλωσι στά χαμηλά πάθη; Δέν εἶναι πυκνό, βαθύ σκοτάδι; Ὁ σκοτισμένος νοῦς μᾶς βυθίζει στό σκοτάδι.
Ἐάν μέ εἰλικρίνεια ἐξετάσουμε τί συμβαίνει στήν καθημερινή πραγματικότητα, ὄχι μόνον μεταξύ τῶν ἀπίστων, ἀλλά καί μεταξύ τῶν πιστῶν, θά διαπιστώσουμε, μέ πικρία, ὅτι πολλές φορές θολώνει τό μάτι μας, σκοτίζεται ὁ νοῦς μας, καί τότε ἡ ψυχή μας θυσιάζει στό Βάαλ καί στό Μολώχ, στόν Ἄρχοντα τοῦ σκότους, στό Μαμωνᾶ, στό Διάβολο.




























Ἦλθεν ὁ Χριστός στόν κόσμο,
Γιά νά διαλύσῃ τά σκοτάδια μας.
Ἔλαμψεν ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης
Κι’ οἱ πιό πολλοί ἀπό μᾶς μισούμε
τό φῶς καί ἀκολουθοῦμε τό σκοτάδι.
Λέμε, πώς εἴμαστε ἐλεύθεροι...
Ὦ τῆς παραφροσύνης
Γιατί οἱ ἄνθρωποι δέν ἀγαποῦν τό Φῶς;
Σέ τοῦτο τό ἐρώτημα ἀπαντᾶ ὁ Κύριος
Μέ θεϊκή ἁπλότητα μᾶς ἐξηγεῖ, τήν
αἰτία καί τό λόγο, πού θά κριθοῦν
οἱ ἄπιστοι καί θά καταδικασθοῦν.
«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τό φῶς
ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, καί ἠγάπησαν
οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τό σκότος ἤ τό φῶς·
ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα (Ἰωάν. γ΄ 19).

Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής λέγει ὅτι «λύχνος ἐστίν (Ψαλμ. 118, 105, Παροιμ. στ΄ 23) κατά ταυτόν ὁμοῦ καί Φῶς ὁ τοῦ Θεοῦ λόγος, καί ὡς φωτίζων τούς  κατά φύσιν λογισμούς τῶν πιστῶν καί ὡς καίων τούς παρά φύσιν καί ὡς λύων τόν ζόφον τῆς κατ’ αἴσθησιν ζωῆς, τοῖς διά τῶν ἐντολῶν πρός τήν ἐλπιζομένην ἐπειγομένοις ζωήν καί ὡς κολάζων τῇ καύσει τῆς κρίσεως τούς ταύτης τῆς σκοτεινῆς τοῦ βίου νυκτός κατά γνώμην διά φιλίαν σαρκός ἀντεχομένους» (Μαξίμου, Περί Θεολ. Κεφάλ. Ἑκατοντάς Δ΄  λθ΄ Φιλοκλ. Β΄115-116. Migne P.G. 90,1236A).
Ὅταν ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρωπου εἶναι βυθισμένη στό σκοτάδι λυπεῖται καί θλίβεται ἐξ αἰτίας τοῦ πονηροῦ ὀφθαλμοῦ, τοῦ σκοτισμένου νοῦ. Ὅταν ὅμως τό μάτι εἶναι σεμνό, κόσμιο, ὅταν βλέπῃ τά ὡραῖα ἔργα, ὅταν εἶναι «ἁπλοῦς», τότε εὐφραίνεται ὁ ἄνθρωπος καί τό πρόσωπό του λάμπει καί ἀκτινοβολεῖ ἐνέργειαν τοῦ ἀγαθοῦ Πνεύματος. Μέ τόν πονηρό ὀφθαλμό ἀποπνίγεται ἡ ψυχή «ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου», χάνει κάθε ὀμορφιά. Ἡ πονηριά μαυρίζει τήν καρδιά. Πρέπει νά γίνῃ συνείδησις σέ ὅλους, ὅτι γιά νά ζοῦμε στῆς Ὀμορφιᾶς τή σφαίρα,  εἶναι ἀνάγκη νά δεχθοῦμε τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ, νά φυλᾶμε καθαρό τόν ὀφθαλμό τῆς ψυχῆς, καθαρή τήν καρδιά μας.





« Ἡ καθαρότης τῆς καρδίας, ἤγουν ἡ τοῦ νοῦ τήρησις καί φυλακή, ἧς τύπος ἡ Καινή Διαθήκη εἴπερ ὡς δεῖ παρ’ ἡμῶν φυλάττεται, πάντα τά πάθη καί πάντα τά κακά ἀπό τῆς καρδίας ἐκριζοῦσα, ἐκκόπτει· καί ἀντεισάγει χαράν, εὐελπιστίαν, κατάνυξιν, πένθος, μνήμην θανάτου, ταπείνωσιν ἀληθῆ, ἀγάπην τε ἄπειρον πρός τε Θεόν καί ἀνθρώπους καί ἔρωτα θεῖον ἐγκάρδιον» (Ἡσυχίου Πρεσβ., Φιλοκαλ. Α΄  ριγ΄ σελ.158).

Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης λέγει: «Ἐπειδή ὀφθαλμός τό πᾶν διακυβερνᾶ σῶμα, φαιδρύνει τε καί κοσμεῖ τήν ὄψιν,  λύχνος ἐστίν ἁπάντων τῶν μελῶν· διά τοῦτο ὥσπερ ἔν τινι βασιλικῷ χωρίῳ ἵδρυται, τήν ἄνω λῆξιν λαχών, καί τῶν ἄλλων αἰσθήσεων προκαθήμενος. Ὅνπερ γάρ τρόπον ὁ ἥλιος ἐν τῇ οἰκουμένῃ, οὕτω καί ὁ ὀφθαλμός ἐν τῷ σώματι. Καί ὥσπερ ἐκεῖνος, εἰ τῷ λόγῳ σβεσθείη, πάντα συνταράξειεν· οὕτω καί ὁ ὀφθαλμός εἰ ἀποσβεσθείη, καί πόδες ἄχρηστοι, καί χεῖρες, καί ἅπαν σχεδόν τό σῶμα». Σέ μεγαλύτερη ἀθλιότητα καί σέ βαθύτερο σκοτάδι περιέρχεται ὀ ἄνθρωπος ὅταν σκοτισθῇ ὁ ἡγεμών νοῦς. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέσα στήν Οἰκογένεια, ὅταν τυφλωθῇ ἀπό τά πάθη ὁ πατέρας ἤ ἡ μητέρα. Τότε βασιλεύει τό σκοτάδι τῆς κάθε ἀκαταστασίας σέ ὁλόκληρη τήν Οἰκογένεια. Μήπως δέν συμβαίνει τό ἴδιο καί χειρότερα ὅταν σκοτισθῇ ὁ νοῦς, ὁ ὀφθαλμός τῆς Ἐκκλησίας, ὁ διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας;
Ὁ Πνευματικός, ὁ Ποιμήν καί Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά εἶναι φῶς καί νά φωτίζει ὅλο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Πρέπει νἆναι γνήσιος μιμητής τοῦ Καλοῦ Ποιμένος.




Πόσο θά εἶναι τό σκοτάδι, ὅταν τό «ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ» Φῶς, εἶναι σκοτάδι;

Οἱ Ἡγέτες τῆς ἀνθρωπότητος κατέχουν ἀπό τό Θεό τή Θέσι τους. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τονίζει τή μεγάλη εὐθύνη τῶν Ἀρχόντων καί τήν «φρικτῶς καί ταχέως» τιμωρία τους στήν περίπτωσι, πού δέν προσέξουν καί κάνουν κατάχρησι τῆς ἐξουσίας τους : «Ἀκούσατε οὖν, Βασιλεῖς, καί σύνετε· μάθετε, δικασταί περάτων γῆς. Ἀνοίξατε τά αὐτιά σας καί ἀκοῦστε καλά καί σεῖς πού κυριαρχεῖτε ἐπί ὄχλοις Ἐθνῶν καί εἶσθε ὑπερήφανοι, πού διατάζετε τά πλήθη τῶν Ἐθνῶν. Μάθετε ὅτι ἡ ἐξουσία σᾶς δόθηκε ἀπό τόν Κύριο καί ἡ ἰσχύς σας ἀπό τόν Ὕψιστο Θεό, πού θά ἐξετάσῃ τά ἔργα σας καί θά ἐρευνήσῃ τίς σκέψεις σας καί θά σᾶς τιμωρήσῃ φρικτά καί σύντομα ἐάν κάμετε κατάχρησι τοῦ ἀξιώματός σας. ὅτι ἡ κρίσις ἀπότομος ἐν τοῖς ὑπερέχουσι γίνεται» (Σοφ. Σολομῶντος στ΄ 1-5). Οἱ Ἡγέτες ὀφείλουν νά εἶναι τό Φῶς τῆς ἀνθρωπότητος. Ὀφείλουν νά φωτίζουν τόν κόσμο μέ τό λόγο καί τά ἔργα τους. Ἐάν αὐτοί, πού ὀφείλουν νά φωτίζουν τόν κόσμο, εἶναι σκοτάδι, πόσο εἶναι τότε τό σκοτάδι, μέσα στό ὁποῖον βυθίζουν τούς ἀνθρώπους;

Ἐάν ἡ ἀνθρωπότητα σήμερα παραπαίῃ, κινεῖται χωρίς λογική, παραφρονεῖ, ἐάν οἱ ἄνθρωποι στενάζουν καί ὑποφέρουν, αὐτό ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι οἱ ἄνθρωποι, Ἄρχοντες καί ἀρχόμενοι, δέν ἔχουμε δεχθῆ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τόν πρῶτο μέχρι καί τόν τελευταῖο χάσαμε τήν ἁπλότητα, τήν ἁγνότητα κι’ ἀφήσαμε νά κυριεύσῃ τήν καρδιά μας τό σκοτάδι, ἡ πονηρία.

«Τίνος χάριν δή ταῦτα ἔφην; Ὅτι καί ὁ διδάσκαλος (καί ὁ καθένας, πού ἡγεῖται σέ κάτι) ὀφθαλμός ἐστι τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἐάν οὖν οὖτος φωτεινός ᾗ, τοῦτ’ ἔστι, ταῖς τῶν ἀρετῶν ἀκτῖσι μαρμαίρων (ἀκτινοβολῶν), ὅλον τό σῶμα φωτεινόν ἔσται, ὑπ’ ἐκείνου κυβερνώμενον, καί τῆς προσηκούσης ἐπιμελείας ἀξιούμενον· ἐάν δέ σκοτεινός, τοὐτέστι τοῦ σκότους  ἄξια δρῶν, (ὅλον) σχεδόν τό σῶμα σκοτίζεται. Εἰ ὁ ὠφελεῖν καί φωτίζειν ὀφείλων, οὐδέ φωτισθῆναι ἀνέχεται, ἀλλά καί τούς ὠφελεῖν προειρημένους ἐξοστρακίζει· οἱ ὑπ’ αὐτοῦ τελοῦντες, τί οὐκ ἄν δράσειεν;» (Ἰσιδ. Πηλουσιώτου, Ἐπιστ. ριβ΄ Migne P.G.  78, 552D-553A-B).

Ἅγιος Νεῖλος ἑρμηνεύων τόν στίχο: « λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὀφθαλμός», λέγει: « τά  ἄνω φρονῶν νοῦς, ὀφθαλμός ἐστι τῆς ψυχῆς ἐρρωμένην ἔχων τήν ὅρασιν, καί τήν ἑαυτοῦ αὐγήν εἰς ὅλην τήν κατάστασιν διαπέμπων.  Ἅν δεἰς τό τραχύ τοῦτο, καί μοχθηρόν νεύσῃς τόν νοῦν διά κραιπάλης, καί φροντίδων μή συμφερουσῶν, κάτω δέ  φερουσῶν πρός βάραθρον ἀπωλείας, τί ἀγαθόν δυνήσεται νοῆσαι, ὑπαγορεῦσαι χρηστόν τι τοῖς οἰκείοις λογισμοῖς; Ὥστε ἀνάγκη ἐσκοτῶσθαι καί τεταράχθαι πᾶσαν τήν ἕξιν, ἀπορίαις ἐνεχομένην ὥσπερ ἐν νυκτί, καί χαλεπῷ πολέμῳ» (Ἐπιστ. ρλε΄ Migne P.G. 79, 140 B-C).
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός μᾶς προτρέπει νά καθαρίσουμε τήν ψυχή μας, γιά νά μπορέσουμε νά ἀτενίσουμε καί νά δεχθοῦμε τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ἐρχώμαστε κοντά Του, νά πλησιάζουμε τόν Διδάσκαλο, λέγει, μέ ἐπιμέλεια καί εἰλικρίνεια, «μή ἀμβλύνοντες ἡμῶν τό νοερόν τῆς ψυχῆς ὄμμα τοῖς πάθεσι· μόλις γάρ ἄν καθαρωτάτῳ  καί διεισδεστάτῳ ὀφθαλμῷ τρανῶς ἀτενίσαι τις δυνήσεται· Εἰ τό ἐν ἡμῖν φῶς, ἤτοι ὁ νοῦς, σκότος, τό σκότος πόσον; Ὅλῃ ψυχῇ καί πάσῃ διανοίᾳ προσέλθωμεν. Ὅς γάρ ἀδύνατον, ὀφθαλμόν συχνῶς περιστρεφόμενον καί περιαγόμενον, τρανῶς ἀτενίσαι τῷ ὁρατῷ, ἀλλά δεῖ προσεχές τό ὄμμα ἐνεργῆσαι τῷ βλεπομένῳ οὕτω πᾶσαν λογισμοῦ ζάλην ἀποσεισάμενοι, ἀῢλως προσέλθωμεν τῇ ἀληθείᾳ» (Migne P.G. 94,529B-C).
Ἅγιος Γρηγόριος Σιαναῒτης λέγει ὅτι «Ὥσπερ αἰσθητός ὀφθαλμός εἰς τό γράμμα ἀφορᾷ καί ἐκ τοῦ γράμματος λαμβάνει τά αἰσθητά νοήματα, οὕτως νοῦς, ὅταν καθαρθῇ καί εἰς τό ἀρχαῖον ἐπανέλθῃ ἀξίωμα, εἰς Θεόν ὁρᾷ καί ἐξ αὐτοῦ λαμβάνει τά θεῖα νοήματα. Καί ἀντί μέν Βίβλου, ἔχει τό Πνεῦμα, ἀντί δέ καλάμου, τήν διάνοιαν καί τήν γλῶσσαν· γλῶσσα μου, φησί, κάλαμος (Ψαλμ. 44,2), τό φῶς δέ, ἀντί μέλανος...» (Φιλοκαλ. Δ΄ 34, κγ΄).




Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στήν Κ΄ Ὁμιλία του παράγρ. 3 εἰς τό κατά Ματθαῖον( Ματθ. στ΄22-23), σημειώνει: «Ἐπειδή δηλαδή ἐμνημόνευσε τό νοῦ, τήν διάνοιαν καί ἀνέφερε ὅτι καταδουλώνεται καί αἰχμαλωτίζεται καί αὐτό δέν μποροῦν νά τό δοῦν πολλοί ἀμέσως, μεταθέτει τήν δδασκαλίαν  του εἰς τά ἐξωτερικά, πού βρίσκονται μπροστά στά μάτια τους, ὥστε ἀπό αὐτά νά κατανοήσουν καί ἐκεῖνα. Ἄν ὅμως δέν  γνωρίζῃς, λέγει, τί τέλος πάντων εἶναι «βλάβη τοῦ νοῦ», κατανόησέ το αὐτό ἀπό τά σωματικά. Ὅ,τι, δηλαδή,  εἶναι γιά τό σῶμα τό μάτι, αὐτό εἶναι ὁ νοῦς γιά τήν ψυχή. Ἀσφαλῶς, λοιπόν, δέν θά προτιμοῦσες νά φορῇς χρυσᾶ καί νά εἶσαι ντυμένος μέ μεταξωτά ροῦχα, καί νά εἶναι χαλασμένα τά μάτια σου, ἀλλά θεωρεῖς τήν ὑγείαν τῶν ματιῶν σου πιο ποθητή ἀπό ὅλη αὐτήν τήν περιουσία. Διότι ἄν καταστρέψῃς καί χαλάσῃς τήν ὑγείαν τῶν ὀφθαλμῶν σου, δέν σέ ὠφελεῖ πλέον νά ζῇς, διότι ὅπως μέ τήν τύφλωσι τῶν ματιῶν χάνεται τό μεγαλύτερο ποσοστό τῆς ἐνεργητικότητος τῶν ἄλλων μελῶν, ὅταν σβύσῃ γι’ αὐτά τό φῶς, ἔτσι καί ὅταν καταστραφῇ ὁ νοῦς σου, ἡ ζωή σου θά γεμίσῃ ἀπό μύρια δεινά. Ὅπως ἀκριβῶς, λοιπόν, φροντίζουμε τό σῶμα καί θέτουμε σκοπό νά ἔχουμε τά μάτια μας γερά, τό ἴδιο σκοπεύουμε, νά ἔχουμε τόν ὀφθαλμόν τῆς ψυχῆς, τόν νοῦν, ὑγιῆ. Ἅν τραυματίσωμεν αὐτό, πού ὀφείλει καί στά ἄλλα νά παρέχῃ φῶς, πῶς θά μπορέσουμε νά δοῦμε;
Ὅπως αὐτός πού φράζει τήν πηγήν, ξηραίνει τόν ποαταμόν, ἔτσι κι’ ὅποιος ἀφανίζει τόν νοῦν του, θολώνει ὅλην τήν δραστηριότητά του εἰς τήν ζωήν αὐτήν. Διά τοῦτο λέγει ὁ Κύριος «ἄν τό δικό σου φῶς εἶναι σκοτάδι, τότε πόσο βαθύ εἶναι αὐτό καθ’ ἑαυτό  τό σκοτάδι;» Ὅταν ὁ Κυβερνήτης βουλιάξῃ καί σβύσῃ τό λυχνάρι καί ὁ ἀρχηγός αἰχμαλωτισθῇ, ποια ἐλπίδα ἀπομένει εἰς τούς ὑπηκόους;» (ΕΠΕ 9, 712,16-714,1).
Ὁ ἴδιος ἅγιος λέγει ὅτι «ὁ Θεός μᾶς ἔδωκε νοῦν, γιά νά διαλύσωμεν τήν ἄγνοιά μας καί νά σχηματίσωμεν ὀρθήν κρίσιν διά τά πράγματα καί ἀκόμη νά μείνουμε ἀσφαλισμένοι ἔναντι ἐκείνων, πού μᾶς λυποῦν καί μᾶς  βλάπτουν χρησιμοποιοῦντες τόν σάν κάποιο ὅπλον καί φῶς. Καί μεῖς δυστυχῶς προδίδωμεν τήν δωρεάν  τοῦ Θεοῦ, τόν ὀφθαλμόν, διά τά περιττά καί ἀνόητα» (ὁμιλ. Κ΄ δ΄).

«Ὁ φθονερός ὀφθαλμός»

Ἡ περίσσεια, δηλαδή,  φθόνου, πού φαίνεται χυμένη καί στά μάτια, εἶναι δηλητήριο στήν ψυχή. Διασαλεύει  τίς σχέσεις μας μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους καί δέν παρέχει ἀσφάλεια. Τά ἴδια ἀποτελέσματα, τό ἴδιο αἴσθημα ἀνασφαλείας, γεννᾶ στήν ψυχή κί τή ζωή μας «ὁ ὑπερήφανος  ὀφθαλμός», ἡ περίσσεια, δηλαδή,  ὐπερηφάνεια. Σύγχυσι καί ταραχή, ὀδύνη, πόνο καί ἀνασφάλεια προκαλεῖ στήν ψυχή μας καί «τό ἄσεμνον ὄμμα», «ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν» (πρβλ. Α΄Ἰωάν. β΄15-16), δηλαδή,  ἡ ροπή πρός  κάθε αἰσχρότητα, πρός τή ματαιότητα, πού εἶναι βαθύ σκοτάδι.
Ἀντίθετα τό ἄδολο μάτι, τό καθαρό βλέμμα, τά μάτια, πού βλέπουν τά πράγματα ὅπως ἔχουν, ὁ «ἁπλοῦς», ὁ ὑγιής ὀφθαλμός, εἶναι φῶς καί πλημμυρίζει τήν ψυχή καί τή ζωή μας φῶς. Καί ὁ φωτισμένος αἰσθάνεται ἀσφαλής.

«Ὄμμα ἀγαθόν».

Εἶναι ὁ ὑγιής ὀφθαλμός, ὁ φωτισμένος νοῦς. Εἷναι ἀγαθότητα καί ἡ εἰλικρίνεια τῆς καρδιᾶς, πού διακρίνεται καί διαβλέπεται ἀπό τήν ἱλαρότητα τῶν ὀφθαλμῶν. Ὁ ἄνθρωπος, πού ἔχει «ὄμμα ἀγαθόν» ἀκολουθεῖ «τήν καθ’ ὑπερβολήν ὁδόν», τήν ὁδόν τῆς γνήσιας ἀγάπης (Α΄ Κορινθ. κεφ,13ον), τήν ὁδόν πού ἐχάραξεν ὁ Χριστός μέ τή σταυρική Του Θυσία καί τήν Ἀνάστασί Του. Ἔτσι μέ τό ἀγαθόν ὄμμα, μέ τό φῶς τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ὁ πιστός αἰσθάνεται ἀσφαλής «ὑπό τήν κραταιάν χεῖρα τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 6).







Ὁ Χριστός, λέγει ὁ  Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, «ἐλεεῖ, καί σώζει καί φωτίζει τήν διάνοιάν μας νά βλέπῃ, ἤγουν νά ἐννοῇ ὀρθά καί καθαρά, ὥστε ὁποῦ νά ἠμπορῇ νά ἀποφεύγῃ  τά ἄπρεπα καί νά κάνῃ τά πρέποντα. Ὅτι καί τό νά βλέπωμεν ὀρθά,  δέν εἶναι ἀπό ἐκεῖνα ὁποῦ εἶναι εἰς τήν ἐξουσίαν μας, ἀλλά μαζί μέ τήν ὅρασιν τήν ἐδικήν μας εἶναι ἤ τοῦ ἡλίου ὅπου φωτίζει τά φαινόμενα, καί τά βλέπομεν ἤ τοῦ Χριστοῦ ὁποῦ φωτίζει τά νοούμενα, καί τά νοοῦμεν. Καί καθώς ὁ ἥλιος τρέπει καί ἀλλοιώνει τά αἰσθητά, καί φαινόμενα, ἔτσι καί ὁ νοητός ἥλιος τρέπει, καί αὐξάνει, καί ἀλλοιώνει τήν νοεράν καί ἄϋλον ψυχήν εἰς τό θειότατον» (Λόγ. 50 c ).

Ὁ ἴδιος Πατέρας, ἑρμηνεύων τό Ματθ. στ΄22, «ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός» λέγει:
«Καί ποῖον ἄλλον ὀφθαλμόν λέγει, πάρεξ τόν νοῦν; Ὁ ὁποῖος δέν εἶναι δυνατόν νά γίνῃ ἁπλοῦς, ἀνίσως δέν ἰδῆ τό ἁπλοῦν φῶς· φῶς δέ ἁπλοῦν εἶναι ὁ Χριστός. Ὅθεν ἐκεῖνος ὁποῦ ἔχει τό φῶς τοῦ Χριστοῦ ὅπου νά λάμπῃ μέσα εἰς τόν νοῦν του, ἐκεῖνος λέγεται πώς ἔχει νοῦν Χριστοῦ· καί ὅταν ὁ ὀφθαλμός σου, ἤγουν ὁ νοῦς σου εἶναι ἁπλοῦς, ἤγουν φωτεινός, τότε καί τό ἀσώματον σῶμά σου, ἤγουν ὅλα τά μέρη της ψυχῆς σου θά εἶναι φωτεινά. Καί πάλιν ὅταν ὁ νοῦς σου εἶναι πονηρός, ἤγουν ἐσκοτισμένος, καί ἐσβησμένος, τότε καί ὅλη σου ἡ ψυχή θά εἶναι σκοτεινή. Λοιπόν, στοχάσου καλά, μήπως καί τό φῶς ὁποῦ εἶναι εἰς ἐσένα, εἶναι σκότος. Πρόσεχε καλά, μήπως καί νομίζεις, πώς ἔχεις ἐκεῖνο, πού ἀκόμη δέν ἀπόκτησες· κοίταξε καλά (λέγει) νά μή πλανηθῇς, καί νομίσης, πώς εἶναι φῶς μέσα σου, καί αὐτό δέν εἶναι φῶς, ἀλλά σκότος... Ὅτι ἀνίσως τό θεῖον φῶς ἄναπτε τάς λαμπάδας σας, ἤγουν τάς ψυχάς σας, θά ἔλαμπε φανερά εἰς ἐσᾶς, καθώς εἶπεν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὥστε ἀνίσως ὁ νοῦς εἶναι φωτεινός, καί ἡ ψυχή σου δέν θά ἔχῃ κανένα μέρος σκοτεινόν, ἀλλά θά εἶναι ὅλη  φωτεινή, καθώς ὅταν ὁ λύχνος σέ φωτίζει μέ τό φῶς του» (Συμεών Νεου Θεολ. Λόγος 59ος παράγρ. β΄).

«Πάντες οὖν ὅσοι βλέπουσι τά αἰσθητά καί μόνον,
Τυφλοί εἰσι τα νοερά ὄμματα τῆς καρδίας.
Τά νοερά οὖν ὄμματα τῆς νοερᾶς καρδίας,
καί νοερῷ  φωτίζεσθαι ὀφείλουσι φωτί γε,
Εἰ γάρ ὁ ἔχων σώματος τά κόρας ἐσβεσμένας,
ὅλος ὑπάρχει σκοτεινός ἀγνοῶν ποῦ ὑπάρχει.
Πόσῳ γε μᾶλλον ὁ ψυχῆς ἔχων τυφλόν τό ὄμμα
Ἐσκοτισμένος ἔσεται καί σώματι καί πράξει.
Μικροῦ νενεκρωμένος δέ καί πνεύματι ὑπάρξει».
(Συμεών τοῦ Νέου Θεολ. Λόγος 43ος β΄ μέρος).


Ἀνάγκη νά φυλάξουμε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ
ἄδολη τήν ψυχή μας, ἀθόλωτο τό νοῦ.
Μακρυά ἀπό μᾶς οἱ πονηρές,
οἱ αἰσχρές ἐπιθυμίες, ὁ πονηρός ὁ ὀφθαλμός.
Φέρνει σκοτάδι στήν ψυχή ἡ φιλοχρηματία.
Μέ τό θησαυρισμό στή γῆ τό σκότος μεγαλώνει
Κι’ ὁ νοῦς μας καθηλώνεται, χωρίς ντροπή,
στό βόρβορο, στή λασπουριά τῆς Ὕλης...
Καί ποιό τό ἀποτέλεσμα; Τό κάθε τί σκοτάδι,
Κι’ ἐμεῖς;... σάν «βαρυκάρδιοι» ὁδεύουμε
στά σκοτεινά, τά τάρταρα τοῦ ᾏδη.
Ὅμως, ὅποιος τυφλώθηκε, μπορεῖ νά βρῇ
τό φῶς του, ἐάν πλησιάσῃ ὁλόψυχα
κι’ ἀποφασιστικά  στήν μοναδική Πηγή,
τοῦ ἀληθινοῦ φωτός, τό μόνο Φωτοδότη,
τόν Ἰησοῦ Χριστό, «τό γλυκύ μου Ἔαρ».
Μόνον Αὐτός εἶναι τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν
ὅλων τῶν πιστῶν καί τῶν ἐσκοτισμένων.
Καί μέσα ἀπό τά βάθη τῆς ταλαίπωρης
ψυχῆς μου ὑψώνεται μία κραυγή,
κραυγή ὁμολογίας ! Μόνο Σύ εἶσαι τό Φῶς.
Φιλάνθρωπε κι’ Εὐσπλαγχνικέ Κύριε,
Ἥλιε τῆς Δικαιοσύνης, φώτιζε τά σκοτάδια
μας. Φώτιζε τῆ ζωή μας. Δέξου τή δέησί μου.
Κύριε, εἶναι πανευτυχής, ὀ ἄνθρωπος, πού
δέχεται τό Φώς Σου.
Βαδίζει ἴσια στή ζωή κι’ αἰσθάνετ’ ἀσφαλής.
Ἀπ’ τό δικό Σου νοερό πλημμυρίζει φῶς.
Κι’ ὅπου βρεθεῖ κι’ ὅπου σταθεῖ, γαλήνιος,
εἰρηνικός, ἡσύχιος καί πρᾷος,
σκορπίζει τῆς Ἀγάπης Σου τό φῶς.
Τά ἔργα του, οἱ λογισμοί, κάθε του σκέψι
φῶς, πού ὀμορφαίνει αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια...
«παροικία».
Μέ τό δικό Σου τἄγιο φῶς, φαιδρύνει
καί λαμπρύνει,
μετουσιώνει σέ χαρά, τόν τόπο
τῆς Ὀδύνης. Γίνεται Οὐρανός ἡ γῆ.
Βασίλισσα ἡ εἰρήνη.
Κοντά Σου βρίσκει ἀνάπαυσι, γαλήνη,
καί ἔχει σάν μοναδική Χαρά,
Νά Σέ ὑμνῇ  παντοτινά.
Νά σέ ὑμνῇ  αἰώνια.











ς